Περίληψη
Η παρούσα διατριβή εστιάζει στο σχολικό κατώφλι, τόπο μεθοριακό όπου συνομιλούν και αλληλεπιδρούν μια σειρά από περιβάλλοντα, βιώματα, δράσεις και αντιλήψεις, βλέποντας σε αυτό έναν «συγκινησιακό κόμβο» - τον πυρήνα μιας γεωγραφίας όπου συγκροτείται η σχέση με τον χώρο, τον κόσμο και τη γνώση και απελευθερώνονται οι δημιουργικές δυνάμεις του ατόμου. Η ερευνητική συμβολή εδράζεται στη διατομή παιδαγωγικών θεωριών, της θεωρίας του παιχνιδιού και της δημιουργικής σύμπραξης κινηματογραφικής και αρχιτεκτονικής διαδικασίας, συγκροτώντας ένα εννοιολογικό και μεθοδολογικό πλαίσιο για τη μελέτη των βιωμένων σχέσεων ανάμεσα στο παιδί, τον χώρο του σχολικού κατωφλιού και τη μάθηση· μέσα από αυτή τη διεπιστημονική προοπτική, το κατώφλι αναδεικνύεται ως πεδίο δημιουργικής αλληλεπίδρασης χώρου, εμπειρίας και εκπαίδευσης, όπου η αρχιτεκτονική παρατήρηση και η κινηματογραφική πράξη λειτουργούν συμπληρωματικά στην κατανόηση και αναπαράσταση της εμπειρίας των παιδιών στον χώρο. Αναδεικνύεται έτσι το σχο ...
Η παρούσα διατριβή εστιάζει στο σχολικό κατώφλι, τόπο μεθοριακό όπου συνομιλούν και αλληλεπιδρούν μια σειρά από περιβάλλοντα, βιώματα, δράσεις και αντιλήψεις, βλέποντας σε αυτό έναν «συγκινησιακό κόμβο» - τον πυρήνα μιας γεωγραφίας όπου συγκροτείται η σχέση με τον χώρο, τον κόσμο και τη γνώση και απελευθερώνονται οι δημιουργικές δυνάμεις του ατόμου. Η ερευνητική συμβολή εδράζεται στη διατομή παιδαγωγικών θεωριών, της θεωρίας του παιχνιδιού και της δημιουργικής σύμπραξης κινηματογραφικής και αρχιτεκτονικής διαδικασίας, συγκροτώντας ένα εννοιολογικό και μεθοδολογικό πλαίσιο για τη μελέτη των βιωμένων σχέσεων ανάμεσα στο παιδί, τον χώρο του σχολικού κατωφλιού και τη μάθηση· μέσα από αυτή τη διεπιστημονική προοπτική, το κατώφλι αναδεικνύεται ως πεδίο δημιουργικής αλληλεπίδρασης χώρου, εμπειρίας και εκπαίδευσης, όπου η αρχιτεκτονική παρατήρηση και η κινηματογραφική πράξη λειτουργούν συμπληρωματικά στην κατανόηση και αναπαράσταση της εμπειρίας των παιδιών στον χώρο. Αναδεικνύεται έτσι το σχολικό κατώφλι ως φακός μέσα από τον οποίο προσεγγίζεται το ζητούμενο ενός ευέλικτου χώρου, ανοιχτού σε δυνατότητες και δημιουργικά ενδεχόμενα, προσηλωμένου στον χρήστη — εν προκειμένω, στα παιδιά, στις επιθυμίες και στις ανάγκες τους, στην ευρηματική αντίληψή τους για το δομημένο περιβάλλον και στο αίτημά τους για έναν χώρο δεκτικό στο παιχνίδι, στην επαφή με τον Άλλο, στην εγγύτητα με τον φυσικό κόσμο.Η έρευνα παίρνει τη μορφή εργαστηρίων με τη συμμετοχή μαθητών Γ’ δημοτικού και ακολουθεί μια μεθοδολογία που αποφεύγει συνειδητά την ιεραρχική μετάδοση της γνώσης υπέρ μιας ανοιχτής παιδαγωγικής προσέγγισης που δίνει χώρο στην παρατήρηση, τον κριτικό αναστοχασμό, την ελεύθερη έκφραση και τη δημιουργική πράξη. Κεντρικό ερευνητικό εργαλείο αποτελεί το ντοκιμαντέρ που καταγράφει τη ζωή του κατωφλιού, αναδεικνύοντας πλευρές του συχνά αθέατες και λειτουργώντας ως έναυσμα για τη δημιουργική επεξεργασία της συγκεκριμένης χωρικής συνθήκης από τα παιδιά. Μια σειρά από άλλα εργαλεία, κινηματογραφικά, λεκτικά, αναπαραστατικά, εμπλουτίζουν θεωρητικά αλλά και με απτούς τρόπους τις κατανοήσεις και νοηματοδοτήσεις που προκύπτουν από αυτό. Η έρευνα διαπνέεται από το όραμα μιας πόλης όπου τα παιδιά θα είναι ορατά, ενός προνομιακού πεδίου για τη δράση της φαντασίας, την κατάκτηση της γνώσης, την προσωπική και συλλογική διαφοροποίηση, για το οποίο το σχολικό κατώφλι λειτουργεί ως επίμονη μετωνυμία.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This PhD thesis focuses on the school gate, a threshold where diverse environments, experiences, practices and perceptions converge and interact, considering it as an “emotional junction”, the center of a geography that cradles our relationship to the built environment, to the world and to knowledge and serves to release our creative potential. The research contribution emerges from the confluence of pedagogical theories, play theory, and the creative collaboration between cinematic and architectural processes, forming a conceptual and methodological framework for exploring the lived relationships among the child, the space of the school threshold, and learning. Through this interdisciplinary perspective, the threshold emerges as a field of creative interaction between space, experience, and education, where architectural observation and cinematic practice operate complementarily to reveal and interpret children’s spatial experience. The school gate becomes the lens through which to ap ...
This PhD thesis focuses on the school gate, a threshold where diverse environments, experiences, practices and perceptions converge and interact, considering it as an “emotional junction”, the center of a geography that cradles our relationship to the built environment, to the world and to knowledge and serves to release our creative potential. The research contribution emerges from the confluence of pedagogical theories, play theory, and the creative collaboration between cinematic and architectural processes, forming a conceptual and methodological framework for exploring the lived relationships among the child, the space of the school threshold, and learning. Through this interdisciplinary perspective, the threshold emerges as a field of creative interaction between space, experience, and education, where architectural observation and cinematic practice operate complementarily to reveal and interpret children’s spatial experience. The school gate becomes the lens through which to approach the question of a space marked by flexibility and openness; a site for creative eventuality which privileges users, their aspirations and needs - in this case, children, their ingenuous understanding of the built environment and their demand for spaces in which to play and interact with others and with nature. Research takes the form of workshops for primary school students and adopts a methodology that steers clear of top-down strategies for the dissemination of knowledge in favour of an open pedagogical approach that makes room for observation, critical reflection, free self-expression and creative action. The central research tool employed here is a documentary which records the life of the school gate, making visible what is often unseen about it and serving as the catalyst for the children’s creative processing of it. A series of other tools help to theoretically and materially flesh out the interpretations and conceptualisations resulting therein. The research is animated by the vision of a city where children are visible, a space conducive to the work of the imagination, the attainment of knowledge and the development of the self and of the community, for which the school gate serves as a sustained metonymy.
περισσότερα