Περίληψη
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εντάσσεται στο πεδίο της εκπαίδευσης ενηλίκων και προσεγγίζει τον κριτικό στοχασμό όχι ως ατομική γνωστική δεξιότητα, αλλά ως κοινωνικά, ιδεολογικά και θεσμικά διαμεσολαβημένη διεργασία. Σε αντίθεση με τις κυρίαρχες εργαλειακές και τεχνοκρατικές προσεγγίσεις που τον αντιμετωπίζουν ως μέσο επαγγελματικής βελτίωσης, η μελέτη τον αναλύει ως πρακτική αμφισβήτησης ηγεμονικών παραδοχών και διαπραγμάτευσης σχέσεων εξουσίας που διαπερνούν την εκπαιδευτική πράξη. Η μελέτη εδράζεται θεωρητικά στην Κριτική Παιδαγωγική και στην παράδοση της Κριτικής Θεωρίας, μέσα από την προσέγγιση του Brookfield, αξιοποιώντας έννοιες όπως η ιδεολογία, η ηγεμονία και οι σχέσεις εξουσίας. Σκοπός της έρευνας είναι η διερεύνηση της συμβολής του μοντέλου των τεσσάρων φακών του Brookfield στην ανάπτυξη του κριτικού στοχασμού και στον μετασχηματισμό της διδακτικής πρακτικής εκπαιδευτριών ενηλίκων. Η μελέτη εξετάζει όχι μόνο αν προκύπτουν αλλαγές, αλλά κυρίως υπό ποιες συνθήκες η αξιοποίηση ...
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εντάσσεται στο πεδίο της εκπαίδευσης ενηλίκων και προσεγγίζει τον κριτικό στοχασμό όχι ως ατομική γνωστική δεξιότητα, αλλά ως κοινωνικά, ιδεολογικά και θεσμικά διαμεσολαβημένη διεργασία. Σε αντίθεση με τις κυρίαρχες εργαλειακές και τεχνοκρατικές προσεγγίσεις που τον αντιμετωπίζουν ως μέσο επαγγελματικής βελτίωσης, η μελέτη τον αναλύει ως πρακτική αμφισβήτησης ηγεμονικών παραδοχών και διαπραγμάτευσης σχέσεων εξουσίας που διαπερνούν την εκπαιδευτική πράξη. Η μελέτη εδράζεται θεωρητικά στην Κριτική Παιδαγωγική και στην παράδοση της Κριτικής Θεωρίας, μέσα από την προσέγγιση του Brookfield, αξιοποιώντας έννοιες όπως η ιδεολογία, η ηγεμονία και οι σχέσεις εξουσίας. Σκοπός της έρευνας είναι η διερεύνηση της συμβολής του μοντέλου των τεσσάρων φακών του Brookfield στην ανάπτυξη του κριτικού στοχασμού και στον μετασχηματισμό της διδακτικής πρακτικής εκπαιδευτριών ενηλίκων. Η μελέτη εξετάζει όχι μόνο αν προκύπτουν αλλαγές, αλλά κυρίως υπό ποιες συνθήκες η αξιοποίηση του μοντέλου οδηγεί σε κριτική αμφισβήτηση ιδεολογικών παραδοχών και όχι σε απλές τεχνικές αναπροσαρμογές. Η έρευνα υιοθετεί ποιοτική, ερμηνευτική προσέγγιση και οργανώνεται ως μελέτη πολλαπλών περιπτώσεων. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν μέσω αρχικών βιογραφικών και τελικών ημι-δομημένων συνεντεύξεων, παρατηρήσεων, σημειώσεων πεδίου, ενώ υποστηρίχθηκαν συμπληρωματικά από ερωτηματολόγια Κρίσιμων Περιστατικών (CIQ) και αναστοχαστικές συναντήσεις. Η ανάλυση ακολούθησε ερμηνευτική θεματική προσέγγιση με απαγωγικό χαρακτήρα, συνδυάζοντας την επαγωγική ανάδυση θεματικών από τα δεδομένα με τη θεωρητικά διαμεσολαβημένη ερμηνεία τους. Το μοντέλο των τεσσάρων φακών του Brookfield αξιοποιήθηκε ως εννοιολογικό και ερμηνευτικό εργαλείο ανάλυσης και όχι ως προκαθορισμένο σύστημα κατηγοριοποίησης. Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν ότι ο κριτικός στοχασμός συγκροτείται ως μη γραμμική και άνιση διεργασία, η οποία δεν προκύπτει αυτομάτως από την εφαρμογή αναστοχαστικών εργαλείων. Το μοντέλο των τεσσάρων φακών δεν λειτουργεί εγγενώς ως κριτικό εργαλείο, αλλά αξιοποιείται σε ένα συνεχές που εκτείνεται από επιβεβαιωτικές και εργαλειακές έως κριτικές χρήσεις, ανάλογα με τις συνθήκες ενεργοποίησής του. Παράλληλα, αναδεικνύονται διαφοροποιήσεις ως προς το βάθος του στοχασμού, με την πλειονότητα των περιπτώσεων να περιορίζεται σε μεθοδολογικές αναπροσαρμογές, ενώ η κριτική διερεύνηση ζητημάτων εξουσίας και ιδεολογίας εμφανίζεται πιο περιορισμένα. Η σχέση μεταξύ στοχασμού και διδακτικής πράξης δεν είναι γραμμική, καθώς η ανάπτυξη κριτικής επίγνωσης δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε αντίστοιχο μετασχηματισμό της πρακτικής. Καθοριστικής σημασίας αναδεικνύεται η δυναμική αλληλεπίδραση υποκειμενικών και θεσμικών παραγόντων, καθώς ο κριτικός στοχασμός διαμορφώνεται μέσα από τη συνάρθρωση βιογραφικών διαδρομών, θεωρητικής συγκρότησης και επαγγελματικών παραδοχών με το ευρύτερο οργανωσιακό και παιδαγωγικό πλαίσιο. Το πλαίσιο δεν λειτουργεί απλώς ως εξωτερικός περιορισμός ή διευκόλυνση, αλλά συμβάλλει ενεργά στη συγκρότηση των ίδιων των δυνατοτήτων στοχασμού. Τέλος, η μελέτη αναδεικνύει ότι η ανάπτυξη του κριτικού στοχασμού διαμεσολαβείται από άνισα κατανεμημένες μορφές πολιτισμικού κεφαλαίου, οι οποίες επηρεάζουν τη δυνατότητα συμμετοχής σε στοχαστικές διεργασίες. Ο κριτικός στοχασμός αναδεικνύεται, συνεπώς, όχι ως τεχνική δεξιότητα, αλλά ως κοινωνικά και ιδεολογικά διαμεσολαβημένη πρακτική, της οποίας η ανάπτυξη παραμένει ενδεχόμενη και εξαρτάται από τις συγκεκριμένες κοινωνικές και θεσμικές συνθήκες μέσα στις οποίες λαμβάνει χώρα.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This doctoral dissertation is situated within the field of adult education and approaches critical reflection not as an individual cognitive skill, but as a socially, ideologically, and institutionally mediated process. In contrast to dominant instrumental and technocratic perspectives that frame it as a means of professional improvement, the study conceptualizes critical reflection as a practice of questioning hegemonic assumptions and negotiating power relations embedded in educational practice. The study is theoretically grounded in Critical Pedagogy and in the tradition of Critical Theory, as articulated through Brookfield’s approach, drawing on concepts such as ideology, hegemony, and power. The aim of the study is to explore the contribution of Brookfield’s four lenses model to the development of critical reflection and the transformation of teaching practice among adult educators. Rather than focusing solely on whether change occurs, the study examines the conditions under which ...
This doctoral dissertation is situated within the field of adult education and approaches critical reflection not as an individual cognitive skill, but as a socially, ideologically, and institutionally mediated process. In contrast to dominant instrumental and technocratic perspectives that frame it as a means of professional improvement, the study conceptualizes critical reflection as a practice of questioning hegemonic assumptions and negotiating power relations embedded in educational practice. The study is theoretically grounded in Critical Pedagogy and in the tradition of Critical Theory, as articulated through Brookfield’s approach, drawing on concepts such as ideology, hegemony, and power. The aim of the study is to explore the contribution of Brookfield’s four lenses model to the development of critical reflection and the transformation of teaching practice among adult educators. Rather than focusing solely on whether change occurs, the study examines the conditions under which the model supports the critical interrogation of ideological assumptions, as opposed to merely facilitating technical or methodological adjustments. The research adopts a qualitative, interpretive approach and is designed as a multiple case study. Data were collected through initial biographical and final semi-structured interviews, classroom observations, and field notes, and were further supported by Critical Incident Questionnaires (CIQ) and reflective meetings. Data analysis followed an interpretive thematic approach with an abductive logic, combining the inductive generation of themes with theoretically informed interpretation. Brookfield’s four lenses model was used as a conceptual and analytical framework rather than a predefined coding scheme. The findings indicate that critical reflection is constituted as a non-linear and uneven process that does not automatically emerge from the use of reflective tools. The four lenses model does not inherently function as a critical instrument, but is enacted along a continuum ranging from confirmatory and instrumental uses to more critical engagements, depending on the conditions of its application. Differences were observed in the depth of reflection, with most cases remaining at the level of methodological adjustments, while critical engagement with issues of power and ideology appeared more limited. Moreover, the relationship between reflection and teaching practice is not linear, as the development of critical awareness does not necessarily translate into transformative action. Of particular importance is the dynamic interplay between individual and structural factors, as critical reflection is shaped through the articulation of biographical trajectories, theoretical orientation, and professional assumptions with the broader institutional and pedagogical context. The context does not merely enable or constrain reflection but actively contributes to shaping its very possibilities. Finally, the study demonstrates that the development of critical reflection is mediated by unevenly distributed forms of cultural capital, which affect individuals’ capacity to participate in reflective processes. Critical reflection thus emerges not as a universally accessible skill, but as a socially mediated practice, whose development remains contingent upon the specific social and institutional conditions within which it unfolds.
περισσότερα