Περίληψη
Η διατριβή εξετάζει τον ρόλο της γραφιστικής στην αφηγηματική συγκρότηση του εκθεσιακού χώρου, με έμφαση στα εκθεσιακά περιβάλλοντα των υπόγειων σταθμών του μετρό που φιλοξενούν αρχαιολογικές εκθέσεις. Αντικείμενο της έρευνας αποτελεί η γραφική επιφάνεια, οριζόμενη ως το σημείο τομής ανάμεσα στη γραφιστική σύνθεση και τον υλικό φορέα της, δηλαδή ως ο καμβάς όπου η πληροφορία αποκτά οπτική και υλική υπόσταση. Στόχος της μελέτης είναι να διερευνηθεί πώς οι γραφικές επιφάνειες, μέσα από τη μορφή, την υλικότητα και τη χωρική τους οργάνωση, συμβάλλουν στη διαμόρφωση της αφηγηματικότητας του χώρου και πώς η σχέση τους με τα εκθέματα και το αρχιτεκτονικό περιβάλλον μετασχηματίζει την εμπειρία του κοινού. Η έρευνα αναπτύσσεται σε δύο συμπληρωματικούς άξονες: τον θεωρητικό και τον εμπειρικό. Στο θεωρητικό μέρος συντίθενται προσεγγίσεις από τη σημειωτική (Peirce, Kress & van Leeuwen), τη θεωρία της πολυτροπικότητας (Elleström, Kress), τη γνωσιακή ψυχολογία και τη θεωρία της προσοχής (Neisser, Tr ...
Η διατριβή εξετάζει τον ρόλο της γραφιστικής στην αφηγηματική συγκρότηση του εκθεσιακού χώρου, με έμφαση στα εκθεσιακά περιβάλλοντα των υπόγειων σταθμών του μετρό που φιλοξενούν αρχαιολογικές εκθέσεις. Αντικείμενο της έρευνας αποτελεί η γραφική επιφάνεια, οριζόμενη ως το σημείο τομής ανάμεσα στη γραφιστική σύνθεση και τον υλικό φορέα της, δηλαδή ως ο καμβάς όπου η πληροφορία αποκτά οπτική και υλική υπόσταση. Στόχος της μελέτης είναι να διερευνηθεί πώς οι γραφικές επιφάνειες, μέσα από τη μορφή, την υλικότητα και τη χωρική τους οργάνωση, συμβάλλουν στη διαμόρφωση της αφηγηματικότητας του χώρου και πώς η σχέση τους με τα εκθέματα και το αρχιτεκτονικό περιβάλλον μετασχηματίζει την εμπειρία του κοινού. Η έρευνα αναπτύσσεται σε δύο συμπληρωματικούς άξονες: τον θεωρητικό και τον εμπειρικό. Στο θεωρητικό μέρος συντίθενται προσεγγίσεις από τη σημειωτική (Peirce, Kress & van Leeuwen), τη θεωρία της πολυτροπικότητας (Elleström, Kress), τη γνωσιακή ψυχολογία και τη θεωρία της προσοχής (Neisser, Treisman, Ware), καθώς και τη θεωρία του χώρου (Lefebvre, Lynch, Tzortzi). Στο εμπειρικό μέρος, αναπτύσσεται ένα μεθοδολογικό σύστημα τριών επιπέδων –μικρο-, μέσο- και μακρο-επίπεδο– που επιτρέπει την πολυδιάστατη ανάλυση των γραφικών επιφανειών και της συμβολής τους στη χωρική αφήγηση. Παράλληλα, προτείνεται η κλίμακα ένθεσης-εμβύθισης, ένα συνεχές που αποδίδει τον βαθμό ενσωμάτωσης ή διάκρισης των γραφικών επιφανειών σε σχέση με το περιβάλλον, καθιστώνταςεφικτή τη συστηματική αποτύπωση της συμμετοχής τους στη συνολική αφηγηματική εμπειρία. Η μεθοδολογία εφαρμόζεται συγκριτικά σε δύο μελέτες περίπτωσης: τον σταθμό Αιγάλεω του μετρό της Αθήνας και τον σταθμό San Giovanni της Ρώμης. Μέσα από την ανάλυση των γραφικών επιφανειών σε κάθε σταθμό, με βάση ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες, αποτυπώνεται η θέση τους στην κλίμακα ένθεσης-εμβύθισης και διερευνάται ο τρόπος με τον οποίο παράγουν νοηματικές και οπτικές συνδέσεις στον χώρο. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η αφηγηματικότητα του εκθεσιακού χώρου εξαρτάται από την οπτική συνοχή, τη χρωματική ομοιογένεια, τη ρυθμική επανάληψη στοιχείων και την παρουσία χωρικών διανυσματικών γραμμών που καθοδηγούν το βλέμμα. Παράγοντες όπως η απουσία πλαισίων, η ενοποίηση υλικών και η ομαλή μετάβαση ανάμεσα σε επιφάνειες ενισχύουν την εμβύθιση και τη συναισθητική συμμετοχή του επισκέπτη. Η διατριβή προτείνει ένα πρωτότυπο μοντέλο ανάλυσης που συνδέει τη θεωρία της οπτικής επικοινωνίας με τη χωρική εμπειρία, προσφέροντας ένα εργαλείο αξιολόγησης και σχεδιασμού για την ενίσχυση της αφηγηματικότητας σε εκθεσιακά περιβάλλοντα του δημόσιου χώρου. Η έννοια της γραφικής επιφάνειας και η κλίμακα ένθεσης–εμβύθισης επιτρέπουν τη συστηματική μελέτη του τρόπου με τον οποίο ο σχεδιασμός διαμεσολαβεί ανάμεσα στο βλέμμα, το αντικείμενο και τον χώρο, μετατρέποντας τη γραφιστική από τρόπο παρουσίασης της πληροφορίας σε ενεργό παράγοντα νοηματοδότησης του τόπου.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The doctoral dissertation investigates the role of graphic design in shaping spatial narratives within public environments, focusing on underground metro stations that host archaeological exhibitions. The study introduces the concept of the graphic surface, defined as the intersection between graphic composition and its material carrier — the interface through which information becomes a visual and tangible experience. Its main objective is to examine how graphic surfaces, through their form, materiality, and spatial arrangement, contribute to the narrativity of exhibition spaces and how their interaction with the surrounding architecture and exhibits influences visitors’ perception and engagement. The research combines a theoretical and an empirical approach. The theoretical framework integrates semiotics (Peirce, Kress & van Leeuwen), multimodality (Elleström, Kress), cognitive psychology and attention theory (Neisser, Treisman,Ware), and spatial theory (Lefebvre, Lynch, Tzortzi). Th ...
The doctoral dissertation investigates the role of graphic design in shaping spatial narratives within public environments, focusing on underground metro stations that host archaeological exhibitions. The study introduces the concept of the graphic surface, defined as the intersection between graphic composition and its material carrier — the interface through which information becomes a visual and tangible experience. Its main objective is to examine how graphic surfaces, through their form, materiality, and spatial arrangement, contribute to the narrativity of exhibition spaces and how their interaction with the surrounding architecture and exhibits influences visitors’ perception and engagement. The research combines a theoretical and an empirical approach. The theoretical framework integrates semiotics (Peirce, Kress & van Leeuwen), multimodality (Elleström, Kress), cognitive psychology and attention theory (Neisser, Treisman,Ware), and spatial theory (Lefebvre, Lynch, Tzortzi). The empirical part develops a three-level analytical system—micro, meso, and macro—which enables a multiscale understanding of the graphic surfaces and their narrative function. In parallel, the study proposes the insertion–immersion scale, a continuum that quantifies the degree to which graphic surfaces are integrated into or separated from their environment, thus measuring their contribution to the overall spatial narrative. This methodology is applied comparatively to two case studies: the Εgaleo Metro Station in Athens and San Giovanni Station in Rome. Through qualitative and quantitative analysis, each graphic surface is positioned on the insertion–immersion continuum, revealing how visual coherence, chromatic unity, rhythmic repetition, and directional vectors guide perception and meaning-making. Elements such as the removal of frames, material continuity, and seamless transitions between surfaces are shown to enhance immersion and narrative cohesion. The dissertation’s original contribution lies in the development of an analytical and design model that bridges visual communication theory with spatial experience. By introducing the concepts of the graphic surface and the insertion–immersion scale, it provides a methodological framework for evaluating and designing exhibition graphics in public space, positioning graphic design not merely as a vehicle for information, but as an active agent in constructing meaning and transforming space into place.
περισσότερα