Περίληψη
Η διεθνής βιβλιογραφία αναδεικνύει γενικά μια ανησυχητική εικόνα αναφορικά με τα επίπεδα υγείας, ποιότητας ζωής και φυσικής κατάστασης των επαγγελματιών υγείας. Στην Ελλάδα παρότι τα διαθέσιμα δεδομένα είναι περιορισμένα, ευθυγραμμίζονται με τα διεθνή ευρήματα, γεγονός που εντείνει την ανάγκη σχεδιασμού και εφαρμογής στοχευμένων παρεμβάσεων, προσαρμοσμένων στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου πληθυσμού, με στόχο την προαγωγή της υγείας τους. Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η αξιολόγηση της επίδρασης ενός πολυπαραγοντικού προγράμματος συμβουλευτικής και εκπαίδευσης, βασισμένο στην συνέντευξη παρακίνησης, στην προώθηση της άσκησης και άλλων υγιεινών συμπεριφορών σε επαγγελματίες υγείας. Στην μελέτη συμμετείχαν σαράντα (40) γυναίκες επαγγελματίες υγείας, οι οποίες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες: α) παρέμβασης (ηλικία: 47,9 ± 6,00 έτη, ανάστημα 1,64 ± 0,58 m, σωματική μάζα 72,25 ± 11,40 kg) και β) ελέγχου (ηλικία: 46,60 ± 7,93 έτη, ανάστημα 1,65 ± 0,46 m, σωματική μάζα ...
Η διεθνής βιβλιογραφία αναδεικνύει γενικά μια ανησυχητική εικόνα αναφορικά με τα επίπεδα υγείας, ποιότητας ζωής και φυσικής κατάστασης των επαγγελματιών υγείας. Στην Ελλάδα παρότι τα διαθέσιμα δεδομένα είναι περιορισμένα, ευθυγραμμίζονται με τα διεθνή ευρήματα, γεγονός που εντείνει την ανάγκη σχεδιασμού και εφαρμογής στοχευμένων παρεμβάσεων, προσαρμοσμένων στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου πληθυσμού, με στόχο την προαγωγή της υγείας τους. Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η αξιολόγηση της επίδρασης ενός πολυπαραγοντικού προγράμματος συμβουλευτικής και εκπαίδευσης, βασισμένο στην συνέντευξη παρακίνησης, στην προώθηση της άσκησης και άλλων υγιεινών συμπεριφορών σε επαγγελματίες υγείας. Στην μελέτη συμμετείχαν σαράντα (40) γυναίκες επαγγελματίες υγείας, οι οποίες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες: α) παρέμβασης (ηλικία: 47,9 ± 6,00 έτη, ανάστημα 1,64 ± 0,58 m, σωματική μάζα 72,25 ± 11,40 kg) και β) ελέγχου (ηλικία: 46,60 ± 7,93 έτη, ανάστημα 1,65 ± 0,46 m, σωματική μάζα 70,71 ± 10,68 kg). Η παρέμβαση διήρκεσε 6 μήνες και υλοποιήθηκε εκτός εργασιακού χώρου και ωραρίου εργασίας. Η ομάδα ελέγχου δεν έλαβε καμία μορφή παρέμβασης. Οι συμμετέχουσες της ομάδας παρέμβασης κατά την διάρκεια του εξαμήνου, πραγματοποίησαν έξι (6) συναντήσεις με την ερευνήτρια (μία συνάντηση ανά μήνα), από τις οποίες οι δύο πρώτες ήταν ατομικές και οι υπόλοιπες ομαδικές. Το περιεχόμενο των συναντήσεων βασίστηκε στην θεωρία της παρακίνησης και εκπαίδευσης για την υιοθέτηση υγιεινών συμπεριφορών. Οι συμμετέχουσες ενημερώθηκαν, μέσω παρουσιάσεων και έντυπου υλικού, για τα οφέλη της σωματικής άσκησης, τη σωστή διατροφή και ενυδάτωση, την εργονομία στο χώρο εργασίας και την ασφαλή μετακίνηση των ασθενών για την πρόληψη των μυοσκελετικών διαταραχών, ενώ παράλληλα εκπαιδεύτηκαν σε διάφορα προγράμματα άσκησης (κινητικότητας, δύναμης, ισορροπίας κ.ά.) που στόχευαν σε διαφορετικές μυϊκές ομάδες. Οι μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν σε τρία χρονικά σημεία: πριν την έναρξη της παρέμβασης, αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της και 6 μήνες μετά το τέλος της. Οι δοκιμασίες και τα ερωτηματολόγια που χρησιμοποιήθηκαν αξιολόγησαν διάφορους δείκτες σωματικής υγείας (αρτηριακή πίεση, περιφέρειες σώματος, σωματικό λίπος, σωματική μάζα, αναπνευστική λειτουργία, μυοσκελετικοί πόνοι), λειτουργικής ικανότητας (κινητικότητα, ισορροπία), φυσικής κατάστασης (δύναμη, αερόβια ικανότητα), ψυχικής υγείας (αντιλαμβανόμενο στρες), και ποιότητας ζωής. Επιπλέον, αξιολογήθηκε το επίπεδο ευχαρίστησης (τόσο τους τρεις πρώτους μήνες της παρέμβασης όσο και στο τέλος της 6-μηνης παρέμβασης) των συμμετεχουσών της ομάδας παρέμβασης από την συμμετοχή τους στο πρόγραμμα. Για την στατιστική επεξεργασία των δεδομένων εφαρμόστηκε ανάλυση διακύμανσης δύο παραγόντων (two way ANOVA: ομάδα x χρόνος, 2 x 3), με επαναλαμβανόμενες μετρήσεις στον παράγοντα «χρόνο». Τα αποτελέσματα των αναλύσεων, στον μέσο όρο του δείγματος, δεν ανέδειξαν στατιστικά σημαντικές μεταβολές σε κανέναν από τους εξεταζόμενους δείκτες σωματικής υγείας (p=0,07-0,99), λειτουργικής ικανότητας και φυσικής κατάστασης (p=0,21-0,99), ψυχικής υγείας και ποιότητας ζωής (p=0,32-0,80), τόσο μεταξύ των ομάδων όσο και μεταξύ των μετρήσεων. Ωστόσο, προκειμένου να διερευνηθεί το ενδεχόμενο συγκάλυψης λειτουργικά σημαντικών μεταβολών σε ατομικό επίπεδο, πραγματοποιήθηκε εξέταση των ατομικών αποκρίσεων στην ομάδα παρέμβασης. Σύμφωνα με την εξέταση των ατομικών αποκρίσεων, το 50% των συμμετεχουσών στην ομάδα παρέμβασης παρουσίασε θετικές μεταβολές σε όλους τους εξεταζόμενους δείκτες (εύρος μεταβολών: 3,5-211%, ανάλογα με τον δείκτη αξιολόγησης), ενώ το υπόλοιπο ποσοστό παρουσίασε είτε αρνητικές μεταβολές, είτε απουσία μεταβολών. Παράλληλα, τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι, αν και τα επίπεδα ευχαρίστησης κατά το πρώτο τρίμηνο της παρέμβασης ήταν μέτρια (MO=3,74, TA± 0,74) για το σύνολο των συμμετεχουσών της ομάδας παρέμβασης, σημειώθηκε στατιστικά σημαντική βελτίωση (p=0,01) κατά το δεύτερο τρίμηνο όπου το συνολικό σκορ ευχαρίστησης ήταν (MO=4,09, TA± 0,73). Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη αναδεικνύει ότι η αποκλειστική ερμηνεία αποτελεσμάτων βάσει μεταβολών των μέσων όρων, ενδέχεται να συγκαλύπτει ουσιαστικά σημαντικές μεταβολές σε ατομικό επίπεδο. Η ενσωμάτωση ατομικών αναλύσεων δύναται να προσφέρει πιο ολοκληρωμένη και αντικειμενική αποτίμηση της αποτελεσματικότητας παρεμβάσεων προαγωγής της υγείας. Επιπρόσθετα, η σταδιακή αύξηση του ποσοστού των συμμετεχουσών που παρουσίασαν υψηλό σκορ ευχαρίστησης υποδηλώνει ότι η θετική εμπειρία από το πρόγραμμα ενισχύθηκε με την πάροδο του χρόνου, πιθανώς ως αποτέλεσμα της αυξημένης εξοικείωσης, εμπλοκής και αποδοχής της παρέμβασης.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The international literature highlights an overall concerning picture regarding the health levels, quality of life, and physical fitness among healthcare professionals. In Greece, although available data are limited, they are aligned with international findings, reinforcing the need for the design and implementation of targeted interventions tailored to the needs and specific characteristics of this population, with the aim of health promotion. The purpose of the present study was to evaluate the effect of a multifactorial counselling and educational program, based on motivational interviewing, on the promotion of exercise and other healthy behaviors among healthcare professionals. Forty (40) female health professionals participated in the study and were randomly assigned to two groups: a) intervention group (age: 47,9 ± 6,00 years, height 1,64 ± 0,58, body mass 72,25 ± 11,40) and b) control group (age: 46,60 ± 7,93 years, height 1,65 ± 0,46, body mass 70,71 ± 10,68). The intervention ...
The international literature highlights an overall concerning picture regarding the health levels, quality of life, and physical fitness among healthcare professionals. In Greece, although available data are limited, they are aligned with international findings, reinforcing the need for the design and implementation of targeted interventions tailored to the needs and specific characteristics of this population, with the aim of health promotion. The purpose of the present study was to evaluate the effect of a multifactorial counselling and educational program, based on motivational interviewing, on the promotion of exercise and other healthy behaviors among healthcare professionals. Forty (40) female health professionals participated in the study and were randomly assigned to two groups: a) intervention group (age: 47,9 ± 6,00 years, height 1,64 ± 0,58, body mass 72,25 ± 11,40) and b) control group (age: 46,60 ± 7,93 years, height 1,65 ± 0,46, body mass 70,71 ± 10,68). The intervention lasted six months and was implemented outside the workplace and working hours. The control group did not receive any form of intervention. Participants in the intervention group attended six (6) meetings with the researcher (one meeting per month), of which the first two were individual sessions, and the remaining four were group sessions. The content of the meetings was based on motivational theory and education for the adoption of healthy behaviors. Participants were informed, through presentations and printed material, regarding the benefits of physical exercise, proper nutrition and hydration, workplace ergonomics, and safe patient handling for the prevention of musculoskeletal disorders. At the same time, they were trained in various exercise programs (mobility, strength, balance, etc.) targeting different muscle groups. Measurements were conducted at three time points: before the start of the intervention, immediately after its completion, and six months after the end of the intervention. The tests and questionnaires used assessed various indicators of physical health (blood pressure, body circumference, body mass, body fat, respiratory function, musculoskeletal pain), functional capacity (mobility, balance), physical fitness (strength, aerobic capacity), mental health (stress), and quality of life. In addition, the level of enjoyment of the intervention group participants was assessed (both during the first three months and at the end of the six-month intervention). Data were analysed using SPSS 31, and a two-way analysis of variance (two-way ANOVA: group x time, 2 x 3) with repeated measures on the “time” factor was applied. The results of the analyses, based on the sample mean, did not reveal statistically significant changes in any of the examined indicators of physical health (p = 0.07–0.99), functional capacity and physical fitness (p = 0.21–0.99), mental health and quality of life (p = 0.32–0.80), either between groups or across measurement time points. However, to investigate the possibility that clinically meaningful changes at individual level were masked, individual responses were examined within the intervention group. The examination of individual responses showed that approximately 50% of the participants in the intervention group demonstrated statistically significant improvements across all examined indicators (mean range of change among those who improved: 3.5-211% depending on the assessment index), whereas the remaining percentage showed either negative changes or no changes at all. Furthermore, the study results indicate that although enjoyment levels during the first trimester of the intervention were moderate (M = 3.74, SD ± 0.74) for the intervention group as a whole, a statistically significant improvement (p=0.01) was observed during the second trimester, with the overall enjoyment score reaching (M=4.09, SD ± 0.73). In conclusion, the present study highlights that exclusive interpretation of results based on mean changes may conceal functionally meaningful changes at the individual level. The incorporation of individual-level analyses may provide a more comprehensive and objective evaluation of the effectiveness of health promotion interventions. Furthermore, the gradual increase in the proportion of participants with high enjoyment scores suggests that the positive experience of the program was strengthened over time, possibly as a result of increased familiarity, engagement, and acceptance of the intervention.
περισσότερα