Η επιζήμια διακινδύνευση στην απάτη και την απιστία: η περιουσιακή διακινδύνευση και η σχέση της με τη ζημία στο ποινικό δίκαιο
Περίληψη
Η επιζήμια διακινδύνευση είναι μορφή ζημίας, η οποία ως βάση της έχει τον κίνδυνο μελλοντικής απώλειας / οριστικής ζημίας που εμφανίζει στο παρόν η περιουσία. Συγκεκριμένα, όταν περιουσιακά στοιχεία κινδυνεύουν να απολεσθούν (κίνδυνος έγερσης ή επαύξησης μιας περιουσιακής υποχρέωσης), ή να μην εισπραχθούν μελλοντικά (κίνδυνος μη ή εν μέρει εκπλήρωσης μιας απαίτησης), τότε δύναται κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις να εμφανίζουν ήδη στο παρόν μειωμένη οικονομική αξία. Η πρόβλεψη αρνητικών εξελίξεων για το υπό διακινδύνευση περιουσιακό στοιχείο συνεπάγεται μείωση της παρούσας αξίας του και – εφόσον η εκτιμώμενη περιουσιακή εισροή είναι μικρότερη της εκτιμώμενης εκροής – περιουσιακή ζημία. Έτσι, γίνεται δεκτό ότι η επιζήμια διακινδύνευση αποτελεί και αυτή κανονική μορφή ζημίας, πλάι στην «παραδοσιακή» (οριστική – υλική) ζημία. Ωστόσο, παρά τον κοινά αποδεκτό ορισμό, η ερμηνεία και η κατά περίπτωση εφαρμογή της επιζήμιας διακινδύνευσης αποτελούν πεδίο έντονης έριδας στη γερμανική νομολογία (ε ...
Η επιζήμια διακινδύνευση είναι μορφή ζημίας, η οποία ως βάση της έχει τον κίνδυνο μελλοντικής απώλειας / οριστικής ζημίας που εμφανίζει στο παρόν η περιουσία. Συγκεκριμένα, όταν περιουσιακά στοιχεία κινδυνεύουν να απολεσθούν (κίνδυνος έγερσης ή επαύξησης μιας περιουσιακής υποχρέωσης), ή να μην εισπραχθούν μελλοντικά (κίνδυνος μη ή εν μέρει εκπλήρωσης μιας απαίτησης), τότε δύναται κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις να εμφανίζουν ήδη στο παρόν μειωμένη οικονομική αξία. Η πρόβλεψη αρνητικών εξελίξεων για το υπό διακινδύνευση περιουσιακό στοιχείο συνεπάγεται μείωση της παρούσας αξίας του και – εφόσον η εκτιμώμενη περιουσιακή εισροή είναι μικρότερη της εκτιμώμενης εκροής – περιουσιακή ζημία. Έτσι, γίνεται δεκτό ότι η επιζήμια διακινδύνευση αποτελεί και αυτή κανονική μορφή ζημίας, πλάι στην «παραδοσιακή» (οριστική – υλική) ζημία. Ωστόσο, παρά τον κοινά αποδεκτό ορισμό, η ερμηνεία και η κατά περίπτωση εφαρμογή της επιζήμιας διακινδύνευσης αποτελούν πεδίο έντονης έριδας στη γερμανική νομολογία (εκεί δηλαδή που πρωτοεμφανίστηκε η εν λόγω μορφή ζημίας), και ιδίως στη θεωρία. Στη γερμανική νομολογία, οι αρχές που διέπουν τον υπολογισμό της επιζήμιας διακινδύνευσης αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο εξέτασης της απάτης, και μεταφέρθηκαν αυτούσιες στην απιστία. Κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της ζημίας θεωρείται ο χρόνος αμέσως μετά την περιουσιακή διάθεση (απάτη) ή την παράβαση του καθήκοντος επιμελείας (απιστία). Πρακτικά, προκειμένου περί συμβάσεων, ως τέτοιος χρόνος νοείται αυτός της σύναψης της σύμβασης, διότι τότε αναλαμβάνεται το πρώτον μία περιουσιακή υποχρέωση. Όταν λοιπόν το θύμα – είτε επειδή εξαπατήθηκε είτε επειδή ο διαχειριστής της περιουσίας παραβιάζει το καθήκον επιμελείας του – κινδυνεύει να χάσει την περιουσιακή αξία που ενσωματώνει η αναληφθείσα υποχρέωσή του, χωρίς να εκτιμάται ότι θα λάβει ισάξια αντιπαροχή από τον αντισυμβαλλόμενο, τότε έχει υποστεί επιζήμια διακινδύνευση (ήδη στο υποσχετικό στάδιο της σύμβασης). Η τυχόν ομαλή εκπλήρωση εκ μέρους του δράστη στον χρόνο που πράγματι είχε συμφωνηθεί (π.χ. λόγω «μετάνοιάς» του) αξιολογείται μόνο στο πλαίσιο της εκ των υστέρων αποκατάστασης της (ήδη επελθούσας) ζημίας. Προς περιορισμό της πρόωρης κατάφασης του αξιοποίνου, έγινε σταδιακά δεκτό ότι δεν υπάρχει ζημία κατά τη σύναψη της σύμβασης όταν έχει συμφωνηθεί η προκαταβολή εκ μέρους του δράστη ή η «χέρι με χέρι» ανταλλαγή παροχής – αντιπαροχής, κατά τρόπο που το θύμα μπορεί ευχερώς να υπαναχωρήσει. Με αφορμή τις κινδυνώδεις δικαιοπραξίες (χαρακτηριστικό γνώρισμα των οποίων είναι η χορήγηση κεφαλαίου, σε αντάλλαγμα μιας μελλοντικής απαίτησης [π.χ. δάνειο] ή ελπίδων απόκτησης κέρδους [π.χ. επενδύσεις]), το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο απαίτησε η επιζήμια διακινδύνευση να προσδιορίζεται αριθμητικά, ακόμη και με τη συνδρομή χρηματοοικονομικού πραγματογνώμονα στις σύνθετες περιπτώσεις αποτίμησης των μελλοντικών χρηματορροών. Η εξαγωγή της ζημίας απευθείας εκ του αυξημένου κινδύνου που εγκαθιδρύει η πράξη του δράστη είναι απαγορευμένη, διότι καταργεί την αυτοτέλεια του στοιχείου της ζημίας, συγχέοντάς το ανεπίτρεπτα με εκείνο της παγιδευμένης ελευθερίας διάθεσης (στην απάτη) και της παράβασης καθήκοντος επιμελείας (στην απιστία). Ωστόσο, στις περιπτώσεις απατηλών επενδύσεων (π.χ. σχήμα «πυραμίδας»), η γερμανική ακυρωτική νομολογία θεωρεί κατά κανόνα τις σχετικές απαιτήσεις του θύματος ως aliud χωρίς αξία, ήδη επειδή αποτελούν προϊόν παράνομης δραστηριότητας και φέρουν πολύ υψηλότερο κίνδυνο από αυτόν που γνώριζε το θύμα – θέση η οποία συγχέει ανεπίτρεπτα την ελευθερία διάθεσης με την απαιτούμενη «αντικειμενική» μέτρηση της οικονομικής αξίας της απαίτησης, επί τη βάσει των πιθανοτήτων εκπλήρωσης εκ μέρους του δράστη. Σε αντίθεση με την πάγια κατεύθυνσή της επί σχεδόν όλων των περιπτώσεων απάτης / απιστίας, η γερμανική νομολογία δεν κάνει δεκτή την επιζήμια διακινδύνευση (μόνο) στις περιπτώσεις απατηλής χαλάρωσης της κατοχής (όταν δηλαδή ο δράστης εξασφαλίζει διά τεχνασμάτων την πρόσβαση σε ένα πράγμα, με σκοπό εν συνεχεία να το αφαιρέσει), θεωρώντας ότι η ζημία δεν επέρχεται άμεσα εκ του κινδύνου απώλειάς του, παρά μόνο όταν αυτό τελικά αφαιρεθεί – κάτι που σημαίνει ότι γίνεται δεκτή μόνο η τέλεση κλοπής. Η γερμανική θεωρία κινείται περίπου στο ίδιο μήκος κύματος, καταβάλλοντας όμως προσπάθεια διαμόρφωσης διάφορων περιοριστικών κριτηρίων (όπως π.χ. το κριτήριο της συγκεκριμένης διακινδύνευσης ή η μέτρηση της αξίας των δικαιωμάτων «άμυνας» του θύματος σύμφωνα το αστικό δίκαιο ή/και τους συγκεκριμένους συμβατικούς όρους), προκειμένου να ανασχεθεί η ανησυχητική επέκταση της επιζήμιας διακινδύνευσης σε ολοένα περισσότερες περιπτώσεις. Η ελληνική νομολογία δεν έχει ασχοληθεί εκτενώς με το ζήτημα. Μολονότι κάνει δεκτή την επιζήμια διακινδύνευση ως obiter dictum, σπανίως την εφαρμόζει στην πράξη, επιλέγοντας στις περισσότερες περιπτώσεις να προσανατολίζεται στις πραγματικές μεταγενέστερες εξελίξεις που δείχνουν αν τελικά επήλθε «πραγματική» ζημία ή όχι. Η ελληνική θεωρία κάνει κατά κρατούσα άποψη δεκτή την επιζήμια διακινδύνευση, επισημαίνοντας ωστόσο την ανάγκη αναμονής των πραγματικών εξελίξεων στο αδίκημα της απιστίας, όταν οι πράξεις του δράστη, με τις οποίες διακινδυνεύει η περιουσία, αποτελούν μέρος ενός συγκεκριμένου διαχειριστικού σχεδίου. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, θεμέλιο της επιζήμιας διακινδύνευσης είναι η οικονομική (από την οποία εκκινεί και η νομικοοικονομική) θεώρηση της περιουσίας / ζημίας, κατά την οποία ως περιουσία θεωρείται οποιοδήποτε στοιχείο έχει περιουσιακή αξία, ενώ ως ζημία θεωρείται η μείωση της αξίας της περιουσίας, όταν δεν αντισταθμίζεται από κάποια ισάξια περιουσιακή εισροή (αρχή του συμψηφισμού). Εφόσον, λοιπόν, σύμφωνα με τα δεδομένα της χρηματοοικονομικής επιστήμης, η αξία ενός περιουσιακού στοιχείου (π.χ. μίας δανειακής απαίτησης) εμφανίζεται «αντικειμενικά» μειωμένη λόγω κινδύνου, τότε η οικονομική θεώρηση επιτάσσει την κατάφαση ζημίας. Η όποια παρέμβαση σε αυτό το αποτέλεσμα θεωρείται ανεπιθύμητη ως δευτερογενής κανονιστική – αξιολογική παρέμβαση του δικαίου στην «αντικειμενική» διαπίστωση της ζημίας. Οι ανωτέρω αρχές μετριάζονται από την ίδια την κρατούσα άποψη, η οποία εισάγει πλείστες κανονιστικές εξαιρέσεις, εκεί όπου τα αποτελέσματα της «αντικειμενικής» διαπίστωσης της ζημίας φαίνονται ανεπιθύμητα. Μάλιστα, κανονιστική εξαίρεση συναντάται και στην ίδια την επιζήμια διακινδύνευση, καθώς η κρατούσα άποψη διαπλάθει ποικίλα κριτήρια προς περιορισμό της άκρατης αποδοχής της. Η κρατούσα άποψη αντιλαμβάνεται τη ζημία δυαδικά, ως ένα οντολογικό δεδομένο στο οποίο προστίθενται αναγκαστικά (κατ’ εξαίρεση) κάποιες κανονιστικές διορθώσεις. Η αντίληψη αυτή είναι προβληματική για την ασφάλεια δικαίου, διότι οι διορθώσεις ολοένα αυξάνονται με τρόπο απρόβλεπτο και εμβαλωματικό, στη βάση δικαιοπολιτικών επιδιώξεων. Κυρίως, όμως, η αντίληψη αυτή είναι αφετηριακά εσφαλμένη: αυτό που αναγνωρίζεται ως «οικονομία» είναι εξ αρχής οριοθετημένο από τους κανόνες δικαίου, ιδίως (αλλ’ όχι μόνο) του αστικού. Η οικονομική θεώρηση των πραγμάτων δεν είναι «ξέχωρη» από τους κανόνες δικαίου και την ερμηνεία τους, αλλ’ αντίθετα τους περιλαμβάνει εγγενώς, στον βαθμό που διαμορφώνεται (και) μέσα από την εφαρμογή τους. Η κατηγορία περί «κανονιστικοποίησης» της περιουσίας παραβλέπει το ότι η τελευταία δεν είναι μία ωμή κατανομή ισχύος, αλλά μία ούτως ή άλλως κανονιστικά διαμορφωμένη έννοια. Η ίδια η έννοια της περιουσιακής αξίας στο ποινικό δίκαιο είναι μία κανονιστική σύλληψη. Η αξία δεν αποτελεί «αντικειμενική» ιδιότητα ενός αγαθού. Ήδη από τον 19ο αιώνα στην οικονομική φιλοσοφία επικράτησε η αντίληψη ότι η αξία είναι προϊόν υποκειμενικών κρίσεων για την καταλληλότητα ενός αγαθού να καλύψει ατομικές ανάγκες/επιθυμίες – εξ ου και αποτελεί ίδιον της (νομικά/οικονομικά αναγνωρισμένης) ελευθερίας των συναλλαγών, η ύπαρξη διαφορετικών τιμών για το ίδιο αγαθό, αναλόγως του τόπου, του χρόνου, των υποκειμένων που συναλλάσσονται κ.ο.κ. Πραγματική αξία είναι, λοιπόν, μόνο αυτή που συμφωνείται στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης συναλλαγής. Επειδή όμως η αξία που προκύπτει ως προϊόν μιας αξιόποινης πράξης δεν αποτελεί κατά κανόνα αξιόπιστο μέγεθος, το ποινικό δίκαιο επιλέγει συνήθως να προσανατολιστεί στη μέση εμπορική αξία του αγαθού στην αγορά, χωρίς να ενδιαφέρει αν η πραγματική τιμή που θα συμφωνούσε το θύμα του εγκλήματος θα ήταν διαφορετική. Με άλλα λόγια, η αξία είναι ένα in concreto εξωπραγματικό μέγεθος, διαφορετικό από την πραγματικά συμφωνηθείσα τιμή. Το ποινικό δίκαιο μπορεί να επιλέξει να προσανατολιστεί σε άλλα μεγέθη (όπως π.χ. η εύλογη αξία, η ζημία εκ της απόδοσης κ.ά.), κάτι που μάλιστα γίνεται δεκτό από την ίδια την κρατούσα άποψη σε αρκετές περιπτώσεις, στις οποίες κρίνεται ότι ούτε η αγοραία αξία είναι αξιόπιστο μέγεθος. Κατά μία άλλη δε σύγχρονη θεωρητική και νομολογιακή τάση, ως αξία θα πρέπει να προτάσσεται κατά περίπτωση αυτή που προκύπτει από την υποκειμενική συμφωνία δράστη – θύματος (κάτι που εξάλλου και η κρατούσα άποψη υιοθετεί ειδικώς για την περίπτωση της απάτης περί την εκπλήρωση). Αυτή η δυνατότητα επιλογής του δικαίου μεταξύ πλειόνων διαθέσιμων εναλλακτικών τρόπων προσδιορισμού της αξίας, σηματοδοτεί ότι η περιουσία και η ζημία αποτελούν τελικά κανονιστικές έννοιες, στον βαθμό που το ίδιο το δίκαιο αποφασίζει πώς θα τις νοηματοδοτήσει ανά περίπτωση. Η εδώ υποστηριζόμενη κανονιστική – οικονομική θεώρηση επιτάσσει την επιλογή ενός τρόπου προσδιορισμού της αξίας που προκύπτει από την οικονομική πραγματικότητα (ετεροαναφορικό σύστημα) και δεν θα πρέπει να συγχέεται με την παρωχημένη νομική θεώρηση (αυτοαναφορικό σύστημα). Συνεπώς, για τον προσδιορισμό της κρίσιμης αξίας της περιουσίας, το ποινικό δίκαιο, στο πλαίσιο της κανονιστικής του ευχέρειας, ασφαλώς μπορεί να επιλέξει την αναμονή των πραγματικών οικονομικών εξελίξεων, αντί του πρόωρου (και βασισμένου σε κανονιστικά προτάγματα άλλων επιστημών) υπολογισμού της αξίας στη βάση χρηματοοικονομικών αποτιμήσεων του κινδύνου. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι η επιζήμια διακινδύνευση δεν είναι μια δογματικά υποχρεωτική επιλογή. Σε κάθε περίπτωση, παρά τη μη υποχρεωτικότητα, θα μπορούσε η εν λόγω μορφή ζημίας να αποτελεί αξιόπιστο μέγεθος, όπως είναι π.χ. συνήθως η αγοραία αξία. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει, διότι οι χρηματοοικονομικές αποτιμήσεις, στη βάση των οποίων υπολογίζεται η επιζήμια διακινδύνευση, είναι κατά τις παραδοχές της ίδιας της χρηματοοικονομικής επιστήμης, μεγέθη εγγενώς αναξιόπιστα, υποκειμενικά, μεροληπτικά, που σπανίως προβλέπουν με ακρίβεια το τελικό αποτέλεσμα. Ούτε όμως οι λογιστικές αρχές μπορούν να προσφέρουν λύσεις, αφενός διότι εξυπηρετούν τις δικές τους κανονιστικές αρχές, αφετέρου διότι τελικά και αυτές παραπέμπουν στα χρηματοοικονομικά μοντέλα, οπότε και πάλι εμφανίζεται το πρόβλημα της αναξιοπιστίας των τελευταίων. Ένα ακόμη θεμέλιο της επιζήμιας διακινδύνευσης είναι η χρονική αμεσότητα της ζημίας, δυνάμει της οποίας η ζημία πρέπει να μετράται ex ante ήδη με την παράβαση των κανόνων επιμελείας ή την περιουσιακή διάθεση, άρα συνήθως επί τη βάσει προβλέψεων. Όμως, από πουθενά δεν προκύπτει κάποια αντικειμενική ανάγκη μέτρησης της αξίας «εδώ και τώρα». Αντιθέτως, συντρέχουν σοβαροί δογματικοί, συστηματικοί και δικαιοπολιτικοί λόγοι αναμονής των πραγματικών εξελίξεων – διόλου τυχαία, ολοένα σημαντικότερο μέρος της γερμανικής θεωρίας μετατοπίζεται σε αυτή την κατεύθυνση. Βασικότερος λόγος είναι η ενδεχόμενη αποδοχή ακραία πλασματικών αποτελεσμάτων, ήτοι η πρόωρη κατάφαση επιζήμιας διακινδύνευσης εκεί όπου τελικά μία σύμβαση ολοκληρώθηκε επιτυχώς, ή ακόμη και σε περιπτώσεις όπου το θύμα απέκτησε κέρδη. Και αντιστρόφως, υπάρχει το ενδεχόμενο απόρριψης της επιζήμιας διακινδύνευσης (άρα και της ζημίας, καθόσον αυτή μετράται ex ante), εκεί όπου τελικά το θύμα ζημιώθηκε σοβαρά. Το μέλλον δεν μπορεί να προβλεφθεί· ιδίως στον χρηματοοικονομικό τομέα, η αβεβαιότητα δεν είναι απλώς δεδομένη συνθήκη, αλλ’ επιπλέον αποτελεί την ύλη επάνω στην οποία δομείται η χρηματοοικονομική δραστηριότητα. Θα πρέπει να κατανοηθεί από την ποινική επιστήμη ότι η τυχαιότητα δεν εξαντλείται σε μερικές «ακραίες» περιπτώσεις που δεν αξίζει να λαμβάνονται υπόψη, αλλ’ αντιθέτως αποτελεί εγγενές στοιχείο της (χρηματο-)οικονομικής ζωής. Προτείνεται λοιπόν η ex post μέτρηση της ζημίας, διότι με αυτήν ο εφαρμοστής του δικαίου έχει μπροστά του τα κρίσιμα δεδομένα, από τα οποία θα (δια)κριθεί η συνδρομή ή όχι του δράστη στο επιζήμιο αποτέλεσμα. Αντιθέτως, με την ex ante εκτίμηση της ζημίας, στο ήδη δύσκολο έργο της διάγνωσης του ρόλου του δράστη στην πρόκληση της ζημίας, προστίθεται το βάρος της ακραίας αβεβαιότητας για τη διαμόρφωση των εξελίξεων στο μέλλον. Η ζημία πρέπει να είναι βέβαιη τόσο στην απιστία (κάτι τέτοιο επιτάσσεται ρητά στο άρ. 390 ΠΚ), όσο και στην απάτη, καθόσον πρέπει να θεωρηθεί ότι το βέβαιο της ζημίας αποτελεί αυτονόητο άγραφο στοιχείο της αντικειμενικής της υπόστασης. Η βεβαιότητα είναι ως έννοια αντίθετη με μορφές ζημίας που προσπαθούν να προβλέψουν το εγγενώς αβέβαιο μέλλον, διά της διενέργειας (αναξιόπιστων) αποτιμήσεων. Η δυνατότητα ενός χρηματοοικονομικού μοντέλου να καταλήγει σε αριθμητικά αποτελέσματα επ’ ουδενί λόγω σημαίνει ακρίβεια / βεβαιότητα των εν λόγω αποτελεσμάτων. Η συνεπής εφαρμογή των αρχών της επιζήμιας διακινδύνευσης στις περιπτώσεις απατηλής χαλάρωσης της κατοχής, οδηγεί σε (αληθή) συρροή των αδικημάτων της απάτης και της κλοπής, κατά παράβαση της σχέσης αμοιβαίου αποκλεισμού τους, προκαλώντας συστηματικό αδιέξοδο. Η κρατούσα άποψη προσπαθεί με εμβαλωματικές ad hoc ερμηνείες να διαφύγει το αδιέξοδο που φέρνει εν προκειμένω η εφαρμογή της επιζήμιας διακινδύνευσης – διαπίστωση που συμμερίζεται σημαντικό μέρος της γερμανικής θεωρίας. Οι λύσεις αυτές παράγονται ειδικώς και μόνο για τη συστηματικά επιθυμητή διάκριση μεταξύ απάτης και κλοπής, ούσες κατά τ’ άλλα δογματικά παράταιρες και ανεφάρμοστες. Η «οριστική» ζημία στο ποινικό δίκαιο δεν σημαίνει μόνιμη και ανεπίστρεπτη περιουσιακή απώλεια, αλλά ταυτίζεται με το χρονικό σημείο που τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ανά περίπτωση ως «τελικό» – εξ ου και η καταλληλότητα της χρήσης του όρου «τελική ζημία». Εξάλλου, γύρω από αυτό το «τελικό» χρονικό σημείο (προσαρμοσμένο αναλόγως και σε εξωσυμβατικές περιπτώσεις, π.χ. επιβολή κυρώσεων) διενεργούνται και οι οικονομικές προβλέψεις που σηματοδοτούν κατά κρατούσα άποψη την επιζήμια διακινδύνευση. Η διαφορά της εδώ υποστηριζόμενης άποψης έγκειται στο ότι προτείνει αυτή την τελική ζημία ως χρόνο ολοκλήρωσης της περιουσιακής βλάβης στα περιουσιακά αδικήματα. Ο ακριβής προσδιορισμός του χρονικού σημείου επέλευσης της τελικής ζημίας εξαρτάται από το είδος της συναλλαγής, τις κοινωνικές αντιλήψεις, τον νόμο και τις προσωπικές προτιμήσεις / προσδοκίες των συναλλασσομένων – η εφαρμογή γενικών και αδιάκριτων λύσεων οδηγεί σε επίφαση βεβαιότητας και τελικά σε πλασματικά αποτελέσματα. Η εν λόγω ζημία είναι πραγματική, χωρίς ο όρος «πραγματική» να ταυτίζεται με αυτόν της «υλικής-χειροπιαστής» απώλειας, παρότι μεταξύ των δύο υπάρχει ασφαλώς μια σχέση μερικής αλληλοεπικάλυψης. Η συνεπής δογματική θεώρηση των περιουσιακών αδικημάτων ως αδικημάτων βλάβης υποχρεώνει την κατάταξη της επιζήμιας διακινδύνευσης στο στάδιο της – επίσης αξιόποινης – απόπειρας. Η αγοραία αξία των χρηματοοικονομικών προϊόντων εκεί όπου υπάρχει οργανωμένη δευτερογενής αγορά (π.χ. αγορά ομολόγων) δεν μπορεί να αξιοποιηθεί από την κρατούσα άποψη, διότι αποτελεί αξία που διαμορφώνεται ex post (όταν αποκαλύπτεται ο κίνδυνος). Ακόμη όμως και η αναδρομική της χρήση δεν υπόσχεται πειστικές λύσεις, καθόσον η μείωση της τιμής στη δευτερογενή αγορά μπορεί να προκαλείται από άλλους παράγοντες, οι οποίοι υπερβαίνουν τον κίνδυνο αθέτησης του οφειλέτη, όπως π.χ. λόγω ενδεχόμενου «πανικού» των επενδυτών, λόγω δυσμενούς χρηματοοικονομικής συγκυρίας, λόγω υπερβολών στην εκτίμηση του κινδύνου, λόγω κερδοσκοπικών πιέσεων κ.ά. Οδηγός για την κατάφαση της ζημίας στα περιουσιακά εγκλήματα είναι οι μεταγενέστερες εξελίξεις που συγκροτούν την τελική ζημία. Μόνο αυτές μπορούν να δείξουν εάν τελικά το θύμα έλαβε τα συμφωνηθέντα ή εάν ζημιώθηκε, καθώς και εάν αυτή η ζημία πρέπει να αποδοθεί στον δράστη ως πραγμάτωση των ανεπίτρεπτων κινδύνων που εγκαθίδρυσε με την πράξη του. Υπάρχουν ωστόσο ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες ο κίνδυνος αποτελεί χαρακτηριστικό το οποίο τιμολογείται, ώστε να διαμορφωθεί η «τιμή» στην οποία θα μεταβιβαστεί το κινδυνώδες προϊόν. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι πιστωτικές, οι ασφαλιστικές και οι στοιχηματικές συμβάσεις· ο κίνδυνος αθέτησης / επέλευσης ενός δυσμενούς γεγονότος ή ενός αποτελέσματος αγώνα αντίστοιχα, σηματοδοτεί εν πολλοίς την τιμή / απόδοση, στην οποία θα «πωληθεί» το πιστωτικό / ασφαλιστικό / στοιχηματικό προϊόν. Η τιμή αυτή είναι ανεξάρτητη των μεταγενέστερων εξελίξεων, διότι ανταποκρίνεται στον κίνδυνο που αναλαμβάνει ο παρέχων το προϊόν δανειστής (συνιστά με άλλα λόγια το κέρδος του από την εμπλοκή του στην κινδυνώδη δραστηριότητα), ασχέτως εάν ο κίνδυνος αυτός πραγματωθεί εν συνεχεία ή όχι. Όταν λοιπόν το θύμα δεν γνωρίζει την πραγματική (μειωμένη) φερεγγυότητά του δράστη ή κάποιον άλλον παράγοντα αύξησης του κινδύνου, τότε εσφαλμένα υποτιμολογεί τον κίνδυνο, με αποτέλεσμα ο δράστης να υφαρπάζει επιτόκιο/απόδοση ευνοϊκότερό/η αυτού/ής που θα συμφωνείτο, εάν το θύμα γνώριζε την πραγματική κατάσταση. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο δράστης αγοράζει φθηνότερα το προϊόν, προκαλώντας ήδη στο παρόν μία αρχική, βέβαιη ζημία. Στις πιστωτικές συμβάσεις, αρχική ζημία (πρώτο στάδιο) υπάρχει όταν συμφωνείται επιτόκιο, το οποίο – λόγω της παρεμβολής εγκληματικής συμπεριφοράς – δεν ανταποκρίνεται στον πραγματικό κίνδυνο που αναλαμβάνει ο πιστωτής. Το αυξημένο δέον επιτόκιο (διαμορφωμένο επί τη βάσει των τυποποιημένων κατηγοριών πιστωτικού κινδύνου) θα λειτουργήσει ως προεξοφλητικός συντελεστής των συμφωνημένων μελλοντικών χρηματορροών, ώστε να βρεθεί η μειωμένη παρούσα αξία του κεφαλαίου – η διαφορά αυτής από το χορηγηθέν κεφάλαιο συνιστά το ποσό της αρχικής ζημίας. Μεταγενέστερα (δεύτερο στάδιο), η ζημία μπορεί να αυξηθεί αναλόγως των πραγματικών εξελίξεων. Ως περιουσιακή μείωση λογίζεται το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό δανειακό κεφάλαιο, το οποίο δεν καταβάλλεται από τον δράστη. Ως περιουσιακή αύξηση (με την επιφύλαξη υπολογισμού της χρονικής αξίας του χρήματος) λογίζεται το ποσό που εισπράττει ο πιστωτής από την αναγκαστική εκτέλεση ή από τη μεταβίβαση του δανείου – στην τελευταία περίπτωση, πάντως, πρέπει να ερευνάται υπέρ του κατηγορουμένου, με τη βοήθεια πραγματογνώμονα, η τυχόν μεγαλύτερη αξία του δανείου συγκριτικά με την τιμή μεταβίβασης. Αντιθέτως δεν λογίζεται ως ζημία το ποσό των τόκων που δεν κατέβαλε ο δράστης (θέση που εξάλλου βρίσκει σύμφωνη και την απολύτως κρατούσα άποψη σε θεωρία και νομολογία). Στην ασφαλιστική απάτη, η πρώτη μορφή εμφάνισης ζημίας συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του ασφαλίστρου που καταβάλλει μηνιαίως ο δράστης, σε σχέση με την «κανονική» τιμή του ασφαλίστρου, όπως αυτή θα ανταποκρινόταν στον αληθινό ασφαλιστικό κίνδυνο. Προϋπόθεση για την ύπαρξη τέτοιας ζημίας είναι ο κίνδυνος να μπορεί να τιμολογηθεί από την ασφαλιστική εταιρία (π.χ. αυξημένος κίνδυνος υγείας). Η δεύτερη μορφή εμφάνισης ζημίας αφορά στο μετέπειτα στάδιο ενεργοποίησης του κινδύνου (πληρωμή του ασφαλίσματος). Η τυχόν πραγματική ενεργοποίηση του κινδύνου δεν συνιστά νέα (καταλογιστή στον δράστη) ζημία, διότι η ασφαλιστική εταιρία δεν πλανάται ως προς την επέλευση του γεγονότος, δυνάμει του οποίου υποχρεούται συμβατικά να καταβάλει το ασφάλισμα. Αντιθέτως, λόγος για νέα καταλογιστή ζημία μπορεί να γίνει ασφαλώς στο πλαίσιο νέας απατηλής συμπεριφοράς εκ μέρους του δράστη, συνισταμένης στην ψευδή παράσταση (κατασκευή «γεγονότος») σχετικά με την πλήρωση του κινδύνου (π.χ. ψευδής δήλωση θανάτου), οπότε πλέον προκαλείται νέα πλάνη στην εταιρία, λόγω της οποίας αυτή προβαίνει σε μια ζημιογόνο περιουσιακή διάθεση. Στις κερδοσκοπικές επενδύσεις, όπου η τυχαιότητα, η αβεβαιότητα και η μεταβλητότητα κερδών / ζημιών αποτελούν κανονικότητα, οι πραγματικές εξελίξεις είναι οι μόνες που μπορούν να δείξουν με ασφάλεια εάν ο επενδυτής – υποψήφιο θύμα τελικά ζημιώθηκε ή όχι από τη συμπεριφορά του αντιπροσώπου – δράστη. Η αθέτηση εκ μέρους του δράστη της τυχόν «συμφωνίας» του με το θύμα για «εγγυημένη» απόδοση δεν νοείται ως ζημία στο ποινικό δίκαιο, και θα εξετασθεί μόνο στο πλαίσιο της παράστασης ψευδών γεγονότων. Σε περιπτώσεις έγκαιρης κατά τη συμφωνία των μερών επιστροφής του ποσού που δόθηκε προς επένδυση (όπως π.χ. παρατηρήθηκε νομολογιακά για αρκετούς επενδυτές σε απατηλό σχήμα «πυραμίδας»), τότε η ζημία αποκλείεται. Εάν το θύμα αποκαλύψει απόκλιση του επενδυτικού σχεδίου του δράστη από τη συμβατική συμφωνία (π.χ. άπιστη επένδυση σε ριψοκίνδυνα προϊόντα, απατηλή ΑΜΚ), τότε οι εξελίξεις που θα προκύψουν από τις ενέργειες του θύματος θα σηματοδοτήσουν την ενδεχόμενη ύπαρξη ζημίας (π.χ. ρευστοποίηση του προϊόντος σε χαμηλότερη τιμή). Εάν, τέλος, δεν υπάρχει διαχειριστικό πλάνο (ούτε καν βασισμένο σε παράνομες πράξεις), άρα δεν πρόκειται περί επένδυσης, ορθότερη φαντάζει η εκδοχή της κατάφασης τελικής ζημίας είτε με τη διάθεση των ποσών από το θύμα, είτε το αργότερο με την ανάλωση / απόκρυψή τους από τον δράστη, κατά τρόπο που δεν είναι ευχερώς κι άμεσα ανακτήσιμα. Στην περίπτωση σχηματισμού μαύρου ταμείου εκ μέρους διαχειριστή περιουσίας, η ύπαρξη τελικής ζημίας πρέπει να μετράται με βάση τις πραγματικές εξελίξεις, λαμβανομένου υπόψιν του σχεδίου του δράστη. Οποιαδήποτε άλλη ex ante λύση ενέχει τον κίνδυνο εντελώς πλασματικών αποτελεσμάτων (π.χ. κατάφαση ζημίας εκεί που ο φορέας της περιουσίας τελικά ωφελήθηκε τα μέγιστα από τα μαύρα ταμεία, ή απόρριψη της ζημίας εκεί όπου τελικά επιβλήθηκαν βαρύτατες κυρώσεις). Κρίσιμος είναι ο χρόνος αποκάλυψης των μαύρων ταμείων. Εάν τα ποσά δεν έχουν ακόμη τοποθετηθεί σε «υπόγειες» συναλλαγές, τότε ζημία δεν υπάρχει, εφόσον ο δράστης έχει πράγματι ένα διαχειριστικό σχέδιο, το οποίο μεταθέτει τον ορίζοντα της κρίσης περί της τελικής ζημίας στο μέλλον. Εάν τα ποσά είχαν ήδη τοποθετηθεί σε ένα δίκτυο αδιαφανών συναλλαγών, τότε τα ενδεχόμενα κέρδη της εν λόγω δραστηριότητας θα συμψηφιστούν με τις κυρώσεις που τυχόν επιβλήθηκαν λόγω παρανομιών. Στις συμβάσεις πώλησης / έργου, πρέπει να θεωρείται αποκλεισμένη η απάτη περί την υπόσχεση. Όσο ακόμη η σύμβαση είναι εν εξελίξει, δεν μπορεί να αποκλειστεί η εκ μέρους του θύματος αξιοποίηση του αστικοδικαϊκού οπλοστασίου, η άσκηση πίεσης στον δράστη κ.λπ., προς αποτροπή της ζημίας. Ζημία μπορεί να διαγνωστεί όταν το ενιαίο βιοτικό – οικονομικό συμβάν που συνιστά η σύμβαση πώλησης / έργου φτάσει στο τέλος του (συμφωνηθείς χρόνος εκπλήρωσης). Εφόσον ο δράστης εκπληρώσει κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο, εφόσον δηλαδή τήρησε το χρονικό πλαίσιο που συμφώνησε με τον αντισυμβαλλόμενό του, η αποδοχή ζημίας λόγω του τεθέντος κινδύνου θα οδηγούσε και πάλι στην πλασματικότητα. Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις απιστίας, στις οποίες η άπιστη διαχειριστική ενέργεια γεννά για τον φορέα της περιουσίας μία έγκυρη κατά το αστικό / εμπορικό δίκαιο υποχρέωση, η οποία δεν ισοφαρίζεται από ισάξια περιουσιακή εισροή, και επίσης δεν μπορεί να ανατραπεί διά του πρόωρου τερματισμού της σύμβασης, ώστε να αποτραπεί η επέλευση υλικής περιουσιακής ζημίας. Στις περιπτώσεις αυτές, η ανάληψη μη αποτρέψιμης υποχρέωσης συνιστά τελική περιουσιακή ζημία. Η απάτη επί δικαστηρίω διακρίνεται από την πολύ μεγάλη περιπτωσιολογία της. Μετά την έκδοση μιας εκτελεστής δικαστικής απόφασης, η οποία επιδικάζει περιουσιακή απαίτηση στον δράστη, ο λογιστικός συμψηφισμός της περιουσίας του θύματος (ηττηθέντος διαδίκου) περιλαμβάνει μόνη την υποχρέωση, η ονομαστική αξία της οποίας συνιστά την αντίστοιχη ζημία. Δεν υφίσταται κάποια απαίτηση, επομένως δεν ενεργοποιείται κάποιος απώτερος τελικός χρόνος ζημίας, ούτε χωρούν εφαρμογής οι ενστάσεις που τίθενται αναφορικά με την πρόωρη αποτίμηση των απαιτήσεων. Όσον αφορά στη συντηρητική κατάσχεση, και εδώ θα πρέπει να γίνει δεκτή κατ’ αρχήν η ύπαρξη ζημίας, συνισταμένης στη μειωμένη αξία εκ της στέρησης χρήσης του πράγματος. Στις αναγνωριστικές αγωγές, το ύψος της ζημίας λόγω της εκδοθείσας απόφασης θα πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση, δεδομένου ότι η αναγνώριση της κυριότητας δεν συνεπάγεται την πλήρη απόλαυση του δικαιώματος από τον διάδικο που κέρδισε. Ο κίνδυνος εμπλοκής σε δικαστικό αγώνα, με αντικείμενο την αμφισβητούμενη κυριότητα είτε κινητού είτε ακινήτου πράγματος, δεν συνιστά ζημία. Αντιθέτως, ζημία μπορεί να συνιστά (α) η ενδεχόμενη μείωση της αγοραίας αξίας του πράγματος ακριβώς λόγω της αμφισβήτησης του νομικού του status στην αγορά, καθώς και (β) μεταγενέστερα, οι δαπάνες του δικαστικού αγώνα σε περίπτωση που τελικώς λάβουν χώρα προς άρση της εν λόγω αμφισβήτησης (η τελευταία αυτή θέση έχει πρακτική σημασία μόνο στην απιστία, καθότι στην απάτη τα έξοδα δικαστικού αγώνα δεν αντιστοιχούν υλικά στο σκοπούμενο παράνομο περιουσιακό όφελος). Στη στοιχηματική απάτη, ερευνάται αρχικά εάν ο δράστης, έχοντας χειραγωγήσει τον αγώνα στον οποίο «ποντάρει», υφήρπαξε μια ευνοϊκότερη στοιχηματική απόδοση από τη στοιχηματική εταιρία, καταβάλλοντας έτσι μικρότερο κεφάλαιο από αυτό που θα ανταποκρινόταν στις πραγματικές πιθανότητες στοιχηματικής του «νίκης» (πρώτο στάδιο – ζημία εκ της απόδοσης). Ωστόσο, η στοιχηματική αγορά παρουσιάζει την εξής ιδιομορφία: εάν η ανισορροπία του ρίσκου λόγω χειραγώγησης ενός αγώνα δεν γίνεται δημοσίως γνωστή κι έτσι δεν επηρεάζει τη συμπεριφορά των λοιπών στοιχηματιζόντων, τότε δεν έχει κατά κανόνα σημαντική επίδραση στις αποδόσεις. Ζημία εκ της απόδοσης μπορεί με σιγουριά να καταφαθεί, όταν ο δράστης στοιχηματίζει ποσά, τα οποία είναι τόσο μεγάλα, ώστε να δικαιολογούσαν τον σχηματισμό διαφορετικών αποδόσεων εκ μέρους της εταιρίας. Μία τέτοια ζημία (για τον προσδιορισμό της οποίας χρειάζεται η συνδρομή πραγματογνώμονα) είναι βέβαιη και ανεξάρτητη από την τελική έκβαση του αγώνα· συνίσταται στην απατηλή υφαρπαγή της ευνοϊκότερης απόδοσης. Σε ένα δεύτερο στάδιο, υπάρχει ζημία εάν τελικά ο δράστης κερδίσει το στοίχημα στο οποίο «πόνταρε», εφόσον το αποτέλεσμα του αγώνα αποτελεί όντως πραγμάτωση του κινδύνου που εγκαθιδρύθηκε με τη χειραγώγησή του. Σε μία τέτοια περίπτωση, το ποσό της ζημίας ισούται με αυτό που έχασε η στοιχηματική εταιρία λόγω της στοιχηματικής «νίκης» του δράστη, αφότου αφαιρεθεί το κεφάλαιο που αυτή έλαβε από εκείνον με την κατάρτιση της στοιχηματικής σύμβασης. Στις περιπτώσεις περιοδικών παροχών (συμβάσεις εργασίας, μίσθωσης κ.ά.), η ζημία δεν επέρχεται άπαξ, αλλ’ αντιθέτως αθροίζεται στη βάση των πραγματοποιούμενων περιοδικών παροχών. Η αποδοχή της επιζήμιας διακινδύνευσης δύναται να οδηγήσει σε ακραία πλασματικές εκδοχές ζημίας, καθόσον είναι αδύνατο να προβλεφθεί εάν τελικά υπάρξει ζημία, και κυρίως πόσο χρόνο αυτή θα διαρκέσει, δεδομένου ότι η αποκάλυψη της πλάνης μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρο τερματισμό της σύμβασης. Στις περιπτώσεις απατηλής χαλάρωσης της κατοχής, ο κίνδυνος απώλειας του πράγματος δεν σηματοδοτεί ζημία· αυτή θα επέλθει όταν το θύμα χάσει την κατοχή του πράγματος. Με λίγα λόγια, ζημιογόνο γεγονός είναι η αφαίρεση του πράγματος, η οποία αποτελεί έκφραση αυτοδύναμης πράξης του δράστη, εκτός του πεδίου συναίνεσης του θύματος, και γι’ αυτό συνιστά (μόνο) κλοπή. Στις περιπτώσεις απατηλής διάνοιξης της δυνατότητας πρόκλησης ζημίας (π.χ. έκδοση πιστωτικής κάρτας από αφερέγγυο δράστη, phishing κ.ά.), η (πραγματική) ζημία σε επέρχεται όταν ο δράστης επιτύχει την ανάληψη / μεταφορά / υφαρπαγή συγκεκριμένου ποσού από τους λογαριασμούς του θύματος. Μέχρι τον χρόνο αυτό, το θύμα έχει ακόμη δυνατότητες αποτροπής του αποτελέσματος, όπως π.χ. να ενημερώσει την Τράπεζα, να «μπλοκάρει» την κάρτα, να αλλάξει κωδικούς, να αναλάβει το ποσό που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη κάρτα ή λογαριασμό κ.λπ.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The property risk as a form of present value damage constitutes a form of damage grounded in the present risk of future loss or definitive harm affecting a person’s property. Specifically, when assets are at risk of being lost (risk of the creation or increase of a pecuniary obligation) or of not being collected in the future (risk of non-performance or partial performance of a claim), they may, under certain conditions, already display a reduced economic value at present. The anticipation of negative developments concerning the endangered asset entails a reduction of its present value and—where the estimated inflow of assets is lower than the estimated outflow—pecuniary damage. Accordingly, detrimental endangerment is regarded as a regular form of damage alongside “traditional” (definitive, material) damage. Despite the commonly accepted definition, however, its interpretation and case-by-case application remain highly controversial in German case law—where this concept first emerged— ...
The property risk as a form of present value damage constitutes a form of damage grounded in the present risk of future loss or definitive harm affecting a person’s property. Specifically, when assets are at risk of being lost (risk of the creation or increase of a pecuniary obligation) or of not being collected in the future (risk of non-performance or partial performance of a claim), they may, under certain conditions, already display a reduced economic value at present. The anticipation of negative developments concerning the endangered asset entails a reduction of its present value and—where the estimated inflow of assets is lower than the estimated outflow—pecuniary damage. Accordingly, detrimental endangerment is regarded as a regular form of damage alongside “traditional” (definitive, material) damage. Despite the commonly accepted definition, however, its interpretation and case-by-case application remain highly controversial in German case law—where this concept first emerged—and particularly in legal scholarship.In German jurisprudence, the principles governing the calculation of detrimental endangerment were developed in the context of fraud and subsequently transferred to breach of trust. The decisive point in time for assessing damage is considered to be immediately after the disposal of property (fraud) or the breach of the duty of care (breach of trust). In contractual contexts, this is typically the moment of contract conclusion, since it is then that a pecuniary obligation is first undertaken. Thus, where the victim—whether due to deception or because a property manager violates a duty of care—risks losing the economic value embodied in the undertaken obligation without receiving an equivalent counter-performance, detrimental endangerment is deemed to have occurred already at the promissory stage. Subsequent proper performance by the offender (for example, due to “repentance”) is considered only within the framework of ex post restitution of the already incurred damage. To limit premature criminal liability, it has gradually been accepted that no damage exists at the time of contract formation where advance payment by the offender or simultaneous exchange (“cash-on-delivery”) has been agreed in such a way that the victim can easily withdraw.In response to risky legal transactions—characterized by the provision of capital in exchange for a future claim (e.g. loans) or prospects of profit (e.g. investments)—the German Federal Constitutional Court has required that detrimental endangerment be quantified numerically, even with the assistance of financial experts in complex valuation cases involving future cash flows. Deriving damage directly from the increased risk created by the offender’s conduct is impermissible, as it abolishes the autonomy of the damage element by conflating it with the impairment of freedom of disposition (in fraud) or the breach of duty of care (in breach of trust). Nevertheless, in cases of fraudulent investments (e.g. pyramid schemes), German appellate jurisprudence frequently treats the victim’s claims as aliud devoid of value, on the ground that they stem from unlawful activity and carry a substantially higher risk than the victim assumed—an approach that improperly conflates freedom of disposition with the required “objective” measurement of the claim’s economic value based on the probabilities of performance.German scholarship largely follows similar lines but attempts to develop limiting criteria—such as the requirement of a concrete endangerment or the valuation of the victim’s civil-law defensive rights—to curb the expansive application of detrimental endangerment. Greek jurisprudence has not dealt extensively with the issue. Although it acknowledges detrimental endangerment obiter dictum, it rarely applies it in practice, generally preferring to focus on subsequent factual developments to determine whether “actual” damage ultimately occurred. Greek scholarship predominantly accepts the concept, while emphasizing, particularly in breach of trust, the need to await the actual outcome where the offender’s acts form part of a specific management plan.According to the prevailing view, the foundation of detrimental endangerment lies in the economic (and law-and-economics) conception of property and damage: property encompasses any asset with economic value, and damage consists in a reduction of that value not offset by an equivalent inflow (principle of offsetting). If, according to financial science, the value of an asset (e.g. a loan claim) is “objectively” reduced due to risk, damage must be affirmed. Any deviation is viewed as an undesirable secondary normative correction of an objective economic assessment.This prevailing approach, however, introduces numerous normative exceptions where the outcomes of such “objective” determinations appear undesirable. Indeed, detrimental endangerment itself is subject to limiting criteria designed to prevent excessive expansion. The dominant view thus conceptualizes damage dualistically: as an ontological fact supplemented by occasional normative corrections. This model undermines legal certainty, as corrections multiply unpredictably based on policy considerations. More fundamentally, it is flawed: what is recognized as “economic reality” is already shaped by legal rules, particularly (though not exclusively) those of civil law. Economic assessment is not separate from legal norms but inherently shaped by their application. The allegation of “normativization” overlooks that property is not a raw distribution of power but a normatively structured concept.The notion of economic value in criminal law is itself normative. Value is not an “objective” property of a good. Since the nineteenth century, economic philosophy has understood value as arising from subjective judgments regarding a good’s suitability to satisfy needs and preferences—hence the coexistence of different prices for the same good depending on time, place, and parties. Real value is thus that agreed within a specific transaction. Because the price resulting from a criminal act is typically unreliable, criminal law often refers instead to average market value. This value is an in concreto fictional construct, distinct from the agreed price. Criminal law may choose alternative valuation methods (fair value, performance-based damage, etc.), as the prevailing view itself acknowledges in certain contexts. A contemporary trend even prioritizes the value arising from the subjective agreement between offender and victim.This freedom of choice demonstrates that property and damage are normative concepts: the law determines their meaning in each case. The normative-economic approach advanced here advocates selecting a valuation method grounded in economic reality (an externally referential system) rather than in an outdated self-referential legal formalism. Accordingly, criminal law may, within its normative discretion, prefer to await actual economic developments instead of engaging in premature risk-based financial valuation. Detrimental endangerment is therefore not a doctrinal necessity.Even if not mandatory, it might still constitute a reliable measure of damage. Yet financial valuations—on which it relies—are, by their own methodological premises, inherently uncertain, subjective, and often inaccurate. Accounting principles offer no secure solution, as they pursue their own normative aims and ultimately depend on the same financial models.Another foundation of detrimental endangerment is the alleged temporal immediacy of damage, requiring ex ante measurement at the time of breach or disposal. However, no objective necessity compels measurement “here and now.” Strong doctrinal, systematic, and policy reasons support awaiting actual developments—a shift increasingly evident in German scholarship. Premature affirmation may lead to fictitious outcomes: damage recognized despite successful contract completion, or denied despite substantial later loss. Uncertainty is intrinsic to financial life. Ex post assessment provides the adjudicator with concrete data for evaluating causation and attribution.Damage must be certain in breach of trust (as expressly required by Article 390 of the Greek Penal Code) and, implicitly, in fraud. Certainty is incompatible with speculative, model-based forecasts. Numerical output does not equate to certainty.Consistent application of detrimental endangerment in cases of fraudulent relaxation of possession would produce a genuine concurrence of fraud and theft, contrary to their mutual exclusivity and leading to systematic inconsistency—an impasse widely acknowledged in German scholarship.“Definitive” damage in criminal law does not mean irreversible loss but corresponds to the point recognized by the parties as final—hence the notion of “final damage.” This final moment should mark the completion of harm in property offences. The precise timing depends on the type of transaction, social expectations, statutory rules, and the parties’ preferences. A consistent doctrinal understanding of property offences as result crimes requires relegating detrimental endangerment to the stage of (punishable) attempt.Subsequent sections of the thesis apply this framework to specific constellations: credit and insurance fraud, speculative investments, black funds, contracts for sale or work, fraud before courts, betting fraud, periodic performance contracts, fraudulent relaxation of possession, and phishing-type schemes. In each case, the decisive criterion for affirming damage is the final, ascertainable economic outcome rather than a premature risk-based valuation.The guiding principle for establishing damage in property offences is therefore the subsequent development that crystallizes into final damage. Only these developments reveal whether the victim ultimately suffered loss attributable to the realization of the impermissible risk created by the offender.
περισσότερα
![]() | Η διατριβή είναι δεσμευμένη από τον συγγραφέα
(μέχρι και: 3/2028)
|
|
Στατιστικά χρήσης
ΠΡΟΒΟΛΕΣ
Αφορά στις μοναδικές επισκέψεις της διδακτορικής διατριβής για την χρονική περίοδο 07/2018 - 07/2023.
Πηγή: Google Analytics.
Πηγή: Google Analytics.
ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑΤΑ
Αφορά στο άνοιγμα του online αναγνώστη για την χρονική περίοδο 07/2018 - 07/2023.
Πηγή: Google Analytics.
Πηγή: Google Analytics.
ΜΕΤΑΦΟΡΤΩΣΕΙΣ
Αφορά στο σύνολο των μεταφορτώσων του αρχείου της διδακτορικής διατριβής.
Πηγή: Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών.
Πηγή: Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών.
ΧΡΗΣΤΕΣ
Αφορά στους συνδεδεμένους στο σύστημα χρήστες οι οποίοι έχουν αλληλεπιδράσει με τη διδακτορική διατριβή. Ως επί το πλείστον, αφορά τις μεταφορτώσεις.
Πηγή: Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών.
Πηγή: Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών.
λιγότερα
περισσότερα




