Περίληψη
Η διατριβή εξετάζει το έθιμο των εντάφιων «ψευδο-νομισμάτων» στην Πελοπόννησο, ένα ιδιαίτερο φαινόμενο των ταφικών πρακτικών της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου. Πρόκειται για χρυσά κυρίως δισκοειδή ελάσματα, τα οποία μιμούνται μορφολογικά το νόμισμα χωρίς να αποτελούν εκδόσεις κυκλοφορίας. Η συστηματική απόθεσή τους στο στόμα ή πλησίον του κρανίου του νεκρού παραπέμπει σε πρακτικές που σχετίζονται με τη μετάβαση στον Κάτω Κόσμο και συνδέουν την πράξη της ταφής με αντιλήψεις για τη μεταθανάτια μοίρα. Η χρήση τους τεκμηριώνεται σε πέντε βασικές περιοχές της Πελοποννήσου -Αχαΐα, Ηλεία, Μεσσηνία, Λακωνία και Αρκαδία- από τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. έως τους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους και συμπληρώνεται από τα σύνολα της Κορινθίας και της Αργολίδας. Η παρουσία τους σε επιμελημένες ταφές παραπέμπει σε διακεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Στην Αχαΐα (Αίγιο, Πάτρα), η συνύπαρξη των «ψευδο-νομισμάτων» με χρυσά ενεπίγραφα ελάσματα (επιστόμια), σε σχήμα φύλλου, μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη πιθ ...
Η διατριβή εξετάζει το έθιμο των εντάφιων «ψευδο-νομισμάτων» στην Πελοπόννησο, ένα ιδιαίτερο φαινόμενο των ταφικών πρακτικών της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου. Πρόκειται για χρυσά κυρίως δισκοειδή ελάσματα, τα οποία μιμούνται μορφολογικά το νόμισμα χωρίς να αποτελούν εκδόσεις κυκλοφορίας. Η συστηματική απόθεσή τους στο στόμα ή πλησίον του κρανίου του νεκρού παραπέμπει σε πρακτικές που σχετίζονται με τη μετάβαση στον Κάτω Κόσμο και συνδέουν την πράξη της ταφής με αντιλήψεις για τη μεταθανάτια μοίρα. Η χρήση τους τεκμηριώνεται σε πέντε βασικές περιοχές της Πελοποννήσου -Αχαΐα, Ηλεία, Μεσσηνία, Λακωνία και Αρκαδία- από τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. έως τους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους και συμπληρώνεται από τα σύνολα της Κορινθίας και της Αργολίδας. Η παρουσία τους σε επιμελημένες ταφές παραπέμπει σε διακεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Στην Αχαΐα (Αίγιο, Πάτρα), η συνύπαρξη των «ψευδο-νομισμάτων» με χρυσά ενεπίγραφα ελάσματα (επιστόμια), σε σχήμα φύλλου, μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη πιθανής μυητικής ταυτότητας του νεκρού και σύνδεσης του εθίμου με Διονυσιακές-Ορφικές λατρείες. Αντίστοιχα ευρήματα τεκμηριώνονται στην Ήλιδα, κυρίως σε γυναικείες ταφές, ενώ στη Μεσσηνία, στη Λακωνία και στην Αρκαδία το έθιμο απαντά σε μνημειακά ταφικά σύνολα, ηρώα και οικογενειακά μνημεία επιφανών κοινωνικών ομάδων. Τυπολογικά, τα «ψευδο-νομίσματα» παρουσιάζουν ποικιλία, καθώς περιλαμβάνουν δίπαιστα και μονόπαιστα έκτυπα νομισμάτων κυκλοφορίας, μιμήσεις νομισματικών τύπων, νομισματόμορφα πέταλα και εγχάρακτα αστροειδή παραδείγματα. Ωστόσο, στο σύνολο των περιοχών κυριαρχεί ο τύπος Α2, δηλαδή τα μονόπαιστα έκτυπα πάνω σε αργυρά και χάλκινα νομίσματα της Σικυώνος. Η εικονογραφία τους χαρακτηρίζεται από αξιοσημείωτη συνοχή, με κυρίαρχο το σικυώνιο περιστέρι, ενώ η χελώνα της Αίγινας απαντά σε πρώιμες μιμητικές παραλλαγές. Τα αστροειδή μοτίβα και οι κορινθιακοί ή διονυσιακοί τύποι συμπληρώνουν το εικονογραφικό ρεπερτόριο. Οι τεχνικές κατασκευής υποδηλώνουν την ύπαρξη οργανωμένων εργαστηρίων, όπως φαίνεται από την έκτυπη αποτύπωση πάνω σε πραγματικά νομίσματα-μήτρες, τις ιδιαίτερες λακωνικές τεχνικές σύνδεσης των δύο δίσκων και τις μήτρες υψηλής ποιότητας των κατηγοριών Β1–Β2.Ως χρονολογικά τεκμήρια, τα «ψευδο-νομίσματα» διαθέτουν περιορισμένη αυτοτελή αξία. Παρέχουν κυρίως ένα terminus post quem, καθώς η χρονολόγησή τους βασίζεται στις κοπές των νομισμάτων που λειτούργησαν ως μήτρες και όχι στον χρόνο κατασκευής ή χρήσης του ελάσματος. Η απουσία οπισθότυπου στα περισσότερα μονόπαιστα Α2, η χρήση παλαιότερων προτύπων και η τυπολογική ομοιομορφία περιορίζουν την ακρίβεια του χρονολογικού προσδιορισμού. Συνολικά, τα εντάφια «ψευδο-νομίσματα» της Πελοποννήσου συγκροτούν ένα τελετουργικό πλαίσιο που συνδυάζει πρακτικές σχετιζόμενες με τη μεταθανάτια μετάβαση και την κοινωνική προβολή της ταυτότητας του νεκρού. Η τυπολογική, εικονογραφική και τεχνική ομοιογένεια, σε συνδυασμό με τις τοπικές παραλλαγές, αναδεικνύει ένα έθιμο της πελοποννησιακής ταφικής παράδοσης, το οποίο διατηρήθηκε και προσαρμόστηκε στις ανάγκες και στις ιδεολογικές επιλογές των ελληνιστικών και ρωμαϊκών κοινωνιών.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The dissertation examines the custom of funerary “pseudo-coins” in the Peloponnese, a distinctive phenomenon within the burial practices of the Hellenistic and Roman periods. These are primarily thin gold disc-shaped foils that imitate the appearance of coins without being issues intended for circulation. Their placement in the mouth or near the skull of the deceased suggests a connection with practices related to the transition to the afterlife, as well as with broader conceptions of the underworld and post-mortem existence. Their use is attested in five main regions of the Peloponnese - Achaia, Elis, Messenia, Laconia and Arcadia - from the early 3rd century BC to the Early Roman period and is complemented by assemblages from Corinthia and Argolid. Their presence is more frequently observed in well-furnished burials, a pattern that may be associated with social groups of higher status. In Achaia (Aigion, Patras), the frequent association of “pseudo-coins” with inscribed gold leaf lam ...
The dissertation examines the custom of funerary “pseudo-coins” in the Peloponnese, a distinctive phenomenon within the burial practices of the Hellenistic and Roman periods. These are primarily thin gold disc-shaped foils that imitate the appearance of coins without being issues intended for circulation. Their placement in the mouth or near the skull of the deceased suggests a connection with practices related to the transition to the afterlife, as well as with broader conceptions of the underworld and post-mortem existence. Their use is attested in five main regions of the Peloponnese - Achaia, Elis, Messenia, Laconia and Arcadia - from the early 3rd century BC to the Early Roman period and is complemented by assemblages from Corinthia and Argolid. Their presence is more frequently observed in well-furnished burials, a pattern that may be associated with social groups of higher status. In Achaia (Aigion, Patras), the frequent association of “pseudo-coins” with inscribed gold leaf lamellae (epistomia) may be interpreted as an indication of a possible initiatory identity of the deceased and may point to a connection of the custom with Dionysiac-Orphic cult practices. Comparable finds are documented in Elis, mainly in female burials, while in Messenia, Laconia and Arcadia the practice is associated with monumental burial complexes, heroa and family tombs of socially prominent groups. Typologically, the material displays considerable variety, including double-sided and single-sided impressions of circulating coins, imitations of coin types, coin-like flans and incised astral motifs. However, across all regions the dominant type is Category A2, consisting of single-sided impressions struck on silver and bronze coins of Sicyon. Their iconography is marked by notable consistency, with the Sicyonian dove as the prevailing motif, while the Aeginetan turtle survives in early imitative variants. Star-shaped motifs and Corinthian or Dionysiac types complement the iconographic repertoire. The manufacturing techniques point to the existence of organized workshops, as indicated by the use of circulating coins as dies, the distinctive Laconian methods of joining the two discs, and the high-quality dies observed in Categories B1–B2. As chronological indicators, “pseudo-coins” have limited independent value. They primarily provide a terminus post quem, since their dating is based on the coin types used as models rather than on the time of production or use of the foil itself. The absence of reverse types in most single-sided A2 specimens, the use of earlier prototypes, and the overall typological uniformity limit the precision of chronological attribution.Overall, Peloponnesian “pseudo-coins” constitute a coherent ritual framework that combines practices related to the transition to the afterlife with the social status of the deceased. Their typological, iconographic, and technical consistency, alongside regional variations, highlights a funerary practice that was maintained with continuity and adapted creatively to the ideological needs of Hellenistic and Roman Peloponnesian communities.
περισσότερα