Περίληψη
Η παρούσα διατριβή επικεντρώνεται στη διερεύνηση του ρόλου της εκπαιδευτικής ηγεσίας στην προώθηση και υλοποίηση της Εκπαίδευσης 4.0, εντός των συνθηκών που διαμορφώνονται από την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση και την επέκταση των ψηφιακών τεχνολογιών στο εκπαιδευτικό περιβάλλον. Η Εκπαίδευση 4.0, ως εξέλιξη των προηγούμενων εκπαιδευτικών παραδειγμάτων, δεν περιορίζεται στην ενσωμάτωση και χρήση των ΤΠΕ στη σχολική ζωή, αλλά συνιστά ένα ευρύτερο πολιτισμικό, παιδαγωγικό και οργανωσιακό μετασχηματισμό, που επηρεάζει τη δομή της μάθησης, τον ρόλο του εκπαιδευτικού, τη μαθητική εμπειρία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τα σχολεία ηγούνται, λειτουργούν και ανανεώνονται. Ο/Η διευθυντής/ντρια του σχολείου καλείται να διαχειριστεί αυτή την πολυπλοκότητα και να διαμορφώσει ένα όραμα για την εκπαιδευτική καινοτομία, υιοθετώντας μορφές ηγεσίας που υπερβαίνουν το παραδοσιακό διοικητικό πλαίσιο και ενεργοποιούν μηχανισμούς επαγγελματικής μάθησης, οργανωσιακής εμπιστοσύνης και στρατηγικής καθοδήγη ...
Η παρούσα διατριβή επικεντρώνεται στη διερεύνηση του ρόλου της εκπαιδευτικής ηγεσίας στην προώθηση και υλοποίηση της Εκπαίδευσης 4.0, εντός των συνθηκών που διαμορφώνονται από την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση και την επέκταση των ψηφιακών τεχνολογιών στο εκπαιδευτικό περιβάλλον. Η Εκπαίδευση 4.0, ως εξέλιξη των προηγούμενων εκπαιδευτικών παραδειγμάτων, δεν περιορίζεται στην ενσωμάτωση και χρήση των ΤΠΕ στη σχολική ζωή, αλλά συνιστά ένα ευρύτερο πολιτισμικό, παιδαγωγικό και οργανωσιακό μετασχηματισμό, που επηρεάζει τη δομή της μάθησης, τον ρόλο του εκπαιδευτικού, τη μαθητική εμπειρία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τα σχολεία ηγούνται, λειτουργούν και ανανεώνονται. Ο/Η διευθυντής/ντρια του σχολείου καλείται να διαχειριστεί αυτή την πολυπλοκότητα και να διαμορφώσει ένα όραμα για την εκπαιδευτική καινοτομία, υιοθετώντας μορφές ηγεσίας που υπερβαίνουν το παραδοσιακό διοικητικό πλαίσιο και ενεργοποιούν μηχανισμούς επαγγελματικής μάθησης, οργανωσιακής εμπιστοσύνης και στρατηγικής καθοδήγησης. Το βασικό ερώτημα που διατρέχει τη διατριβή αφορά στο κατά πόσον οι διευθυντές/ντριες των ελληνικών σχολικών μονάδων είναι σε θέση, με βάση τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις εμπειρίες τους, να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της Εκπαίδευσης 4.0, και πώς η θεσμική πραγματικότητα διαμορφώνει, περιορίζει ή ενισχύει αυτή τη δυνατότητα. Η θεωρητική προσέγγιση της διατριβής οργανώνεται σε πολλαπλά επίπεδα. Καταρχάς, εξετάζεται η ιστορική εξέλιξη των τεσσάρων βιομηχανικών επαναστάσεων και η σύνδεσή τους με την εκπαίδευση, προκειμένου να αποσαφηνιστεί το εννοιολογικό πλαίσιο της Εκπαίδευσης 4.0. Στη συνέχεια, αναλύονται οι βασικές θεωρίες εκπαιδευτικής ηγεσίας, από τις παλαιότερες (χαρακτηριστικών, συμπεριφοριστικές) έως τις σύγχρονες (μετασχηματιστική, κατανεμημένη, αυθεντική, ηθική, υπηρεσιακή, συναισθηματική, προσαρμοστική και ψηφιακή ηγεσία), με στόχο να καταδειχθεί η πολυδιάστατη φύση της ηγετικής πράξης στον σημερινό οργανωσιακό και παιδαγωγικό ορίζοντα. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στις μορφές ηγεσίας που σχετίζονται με την καινοτομία, την αλλαγή και τη διαχείριση της πολυπλοκότητας, καθώς και στη διασύνδεση αυτών με τις ανάγκες ενός σχολείου που εισέρχεται στον ψηφιακό μετασχηματισμό. Παράλληλα, αναδεικνύονται ζητήματα όπως η ηγεσία σε συνθήκες αβεβαιότητας, η οργανωσιακή κουλτούρα, οι δομές επαγγελματικής μάθησης και η συστημική προσέγγιση της εκπαιδευτικής αλλαγής. Το θεωρητικό υπόδειγμα της διατριβής αρθρώνεται σε μια τριγωνική σχέση αλληλεξάρτησης, στην οποία η εκπαιδευτική πολιτική καθορίζει το πλαίσιο, η ηγεσία το υλοποιεί στρατηγικά, και η τεχνολογία λειτουργεί ως σημαντικός παράγοντας του παιδαγωγικού, ψηφιακού και οργανωσιακού μετασχηματισμού. Η μελέτη βασίζεται στη θέση ότι η Εκπαίδευση 4.0 δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ισχυρές, οραματικές και ταυτόχρονα συνεργατικές ηγεσίες, ικανές να ενισχύσουν την ψηφιακή και παιδαγωγική ετοιμότητα των σχολικών οργανισμών. Στο πλαίσιο αυτό, η διατριβή επιχειρεί να απαντήσει στα εξής ερευνητικά ερωτήματα: (1) Ποιο είναι το επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων των διευθυντών/ντριών αναφορικά με τις τεχνολογίες της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης και την Εκπαίδευση 4.0; (2) Ποιες στάσεις, εμπειρίες και πρακτικές εφαρμόζουν οι ίδιοι/ες ως προς την ηγεσία και την εισαγωγή καινοτομιών στο σχολείο; (3) Ποια εμπόδια και ποιοι παράγοντες διευκολύνουν προσδιορίζουν την ηγετική δράση τους; (4) Πώς επηρεάζει το υπάρχον θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο τις δυνατότητές τους να αναλάβουν ηγετικές πρωτοβουλίες στο πλαίσιο της Εκπαίδευσης 4.0; Η μεθοδολογία της έρευνας είναι μικτή, συνδυάζοντας ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα για να επιτευχθεί πληρότητα και εμβάθυνση στην κατανόηση του φαινομένου. Το ποσοτικό σκέλος βασίστηκε σε ερωτηματολόγιο που διαμορφώθηκε με βάση το θεωρητικό πλαίσιο της διατριβής και στάλθηκε σε εκπαιδευτικούς σχολικών μονάδων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε όλη την Ελλάδα. Οι ερωτήσεις διερευνούσαν τις απόψεις τους για τις γνώσεις των διευθυντών/ντριών για τις τεχνολογίες της Εκπαίδευσης 4.0, την ηγετική τους αυτοαντίληψη, την κουλτούρα της σχολικής μονάδας και την εμπειρία τους από καινοτόμες δράσεις. Συνολικά συμμετείχαν 1.359 εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην Ελλάδα μέσω δομημένου ερωτηματολογίου αυτοαναφοράς, Παράλληλα, συλλέχθηκαν ποιοτικά δεδομένα μέσω 20 ημιδομημένων συνεντεύξεων διευθυντών/ντριών από διάφορες περιοχές της Ελλάδας και από τις δύο βαθμίδες (πρωτοβάθμια-δευτεροβάθμια), με στόχο την εμβάθυνση στις ηγετικές πρακτικές, στις προσωπικές τους ερμηνείες και στις συναισθηματικές διαστάσεις της διοίκησης της αλλαγής. Τα δεδομένα αναλύθηκαν με στατιστικές μεθόδους και θεματική ανάλυση, επιτρέποντας τη σύνθεση ποσοτικών και ποιοτικών ευρημάτων. Τα ευρήματα της έρευνας επιβεβαιώνουν ότι οι διευθυντές/ντριες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην προώθηση της Εκπαίδευσης 4.0, εφόσον διαθέτουν γνώσεις, δεξιότητες και στρατηγική στόχευση. Οι περισσότεροι/ες συμμετέχοντες/ουσες αναγνωρίζουν τη σημασία της τεχνολογικής καινοτομίας και δηλώνουν ότι έχουν αναπτύξει στοιχειώδη ψηφιακή επάρκεια. Ωστόσο μεγάλο μέρος τους δηλώνει ανασφάλεια σε σχέση με τις πιο πρόσφατες τεχνολογικές τάσεις, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα μεγάλα δεδομένα ή η επαυξημένη πραγματικότητα. Ειδικότερα, το 75,4%, θεωρεί ότι οι διευθυντές/ντριες ότι διαθέτουν βασικές ψηφιακές δεξιότητες για την ηγεσία, ενώ ποσοστό 74,6% ανέφερε μέτρια έως υψηλή εξοικείωση με τις βασικές τεχνολογίες της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, όπως η AI, το IoT και τα Big Data. Αντίθετα, χαμηλότερη επάρκεια καταγράφηκε στις πιο σύνθετες τεχνολογίες, όπως το blockchain και η κβαντική υπολογιστική. Σε επίπεδο ηγετικών πρακτικών, παρατηρείται σημαντική απόκλιση μεταξύ αυτών που επιδιώκουν τη συμμετοχικότητα, τη συνεργασία και τον ρόλο της ενδυνάμωσης των διευθυντών/ντριών, και κυρίως όσων αρκούνται στα διοικητικά και διαχειριστικά στοιχεία, περιοριζόμενοι/ες σε λειτουργικές ευθύνες.Ένα από τα βασικά εμπόδια που εντοπίζονται είναι η θεσμική ακαμψία και η περιορισμένη αυτονομία των σχολικών μονάδων, που δεν επιτρέπουν στους/στις διευθυντές/ντριες να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν μακροπρόθεσμες στρατηγικές. Η ασυνέχεια των πολιτικών, η έλλειψη πόρων, η απουσία επαρκούς επιμόρφωσης και η διοικητική γραφειοκρατία αποτελούν βασικούς ανασταλτικούς παράγοντες. Παράλληλα, οι διευθυντές/ντριες καταγράφουν συχνά αντίσταση στην αλλαγή, τόσο από εκπαιδευτικούς που φοβούνται την έκθεση ή την αποτυχία, όσο και από δομές που αντιμετωπίζουν την καινοτομία με καχυποψία ή αδιαφορία. Ωστόσο, υπάρχουν και περιπτώσεις σχολικών μονάδων στις οποίες η ηγεσία πέτυχε να δημιουργήσει κουλτούρα εμπιστοσύνης, να ενεργοποιήσει τον εκπαιδευτικό πληθυσμό και να υλοποιήσει καινοτομίες με θετικά αποτελέσματα στη μάθηση. Η διατριβή καταλήγει σε σημαντικά συμπεράσματα. Πρώτον, η Εκπαίδευση 4.0 δεν μπορεί να εισαχθεί στο σχολείο μόνο ως τεχνολογική αλλαγή, αλλά απαιτεί οργανωσιακή αναδιάταξη, παιδαγωγικό αναστοχασμό και πολιτική υποστήριξη. Δεύτερον, οι διευθυντές/ντριες αποτελούν κρίσιμο κρίκο αυτής της μετάβασης, αλλά χρειάζονται ουσιαστική επιμόρφωση, θεσμική ενδυνάμωση και δίκτυα υποστήριξης. Τρίτον, οι εκπαιδευτικές πολιτικές πρέπει να εναρμονιστούν με τις ανάγκες της πράξης, να προσφέρουν σταθερότητα και συνέπεια, και να εμπιστευθούν περισσότερο τις σχολικές κοινότητες ως φορείς δημιουργίας και όχι μόνο εφαρμογής άνωθεν πολιτικών. Τέταρτον, η ηγεσία του μέλλοντος οφείλει να συνδυάζει τεχνογνωσία, ενσυναίσθηση και ικανότητα διαχείρισης σχέσεων και καινοτομίας, λειτουργώντας ως γέφυρα ανάμεσα στην πολιτική και την πράξη. Η συμβολή της διατριβής είναι πολλαπλή. Θεωρητικά, διαμορφώνει ένα πλαίσιο ηγεσίας που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής, συνδυάζοντας μοντέλα ηγεσίας με παιδαγωγικές και τεχνολογικές διαστάσεις. Επίσης, προτείνει ένα πολυδιάστατο ερευνητικό εργαλείο και συγκροτεί μια βάση δεδομένων που αποτυπώνει την πραγματικότητα της ηγεσίας στα ελληνικά σχολεία. Επιπρόσθετα, προτείνει παρεμβάσεις σε επίπεδο πολιτικής, επιμόρφωσης και σχολικής πράξης, που μπορούν να ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα της ηγεσίας στην Εκπαίδευση 4.0. Τέλος, σε κοινωνικό επίπεδο, συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός οράματος για ένα σχολείο που ηγείται της αλλαγής, λειτουργεί ως κοινότητα μάθησης και ανταποκρίνεται με ευθύνη και δημιουργικότητα στις προκλήσεις του 21ου αιώνα.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This dissertation focuses on examining the role of educational leadership in promoting and implementing Education 4.0 within the conditions shaped by the Fourth Industrial Revolution and the expansion of digital technologies in the educational environment. Education 4.0, as an evolution of previous educational paradigms, is not limited to the integration and use of ICT in school life but constitutes a broader cultural, pedagogical, and organizational transformation that affects the structure of learning, the role of the teacher, the student experience, as well as the ways in which schools lead, operate, and renew themselves. The school principal is called upon to manage this complexity and to articulate a vision for educational innovation by adopting leadership forms that transcend the traditional administrative framework and activate mechanisms of professional learning, organizational trust, and strategic guidance. The central question underpinning the dissertation concerns the extent ...
This dissertation focuses on examining the role of educational leadership in promoting and implementing Education 4.0 within the conditions shaped by the Fourth Industrial Revolution and the expansion of digital technologies in the educational environment. Education 4.0, as an evolution of previous educational paradigms, is not limited to the integration and use of ICT in school life but constitutes a broader cultural, pedagogical, and organizational transformation that affects the structure of learning, the role of the teacher, the student experience, as well as the ways in which schools lead, operate, and renew themselves. The school principal is called upon to manage this complexity and to articulate a vision for educational innovation by adopting leadership forms that transcend the traditional administrative framework and activate mechanisms of professional learning, organizational trust, and strategic guidance. The central question underpinning the dissertation concerns the extent to which principals of Greek schools are able—on the basis of their knowledge, skills, and experience to meet the demands of Education 4.0, and how institutional realities shape, constrain, or enhance this capacity. The theoretical framework of the dissertation is organized across multiple levels. First, the historical development of the four industrial revolutions and their relationship with education is examined, in order to clarify the conceptual foundations of Education 4.0. Subsequently, the main theories of educational leadership are analyzed from the earlier trait-based and behavioral approaches to contemporary models such as transformational, distributed, authentic, ethical, servant, emotional, adaptive, and digital leadership—with the aim of demonstrating the multidimensional nature of leadership practice within today’s organizational and pedagogical landscape. Particular emphasis is placed on leadership forms associated with innovation, change, and the management of complexity, as well as on their interconnection with the needs of a school undergoing digital transformation. Additionally, issues such as leadership under conditions of uncertainty, organizational culture, structures of professional learning, and systemic approaches to educational change are highlighted. The theoretical model of the dissertation is articulated as a triangular relationship of interdependence, in which educational policy sets the framework, leadership strategically implements it, and technology functions as a key factor in pedagogical, digital, and organizational transformation. The study is based on the premise that Education 4.0 cannot be achieved without strong, visionary, and at the same time collaborative leadership capable of enhancing the digital and pedagogical readiness of school organizations. In this context, the dissertation seeks to address the following research questions: (1) What is the level of knowledge and skills of school principals regarding the technologies of the Fourth Industrial Revolution and Education 4.0? (2) What attitudes, experiences, and practices do they apply with respect to leadership and the introduction of innovations in the school? (3) Which obstacles and facilitating factors shape their leadership actions? (4) How does the existing institutional and policy framework influence their capacity to undertake leadership initiatives within the context of Education 4.0? The research methodology is mixed, combining quantitative and qualitative data to achieve completeness and depth in understanding the phenomenon. The quantitative component was based on a questionnaire developed from the theoretical framework of the dissertation and distributed to teachers in primary and secondary schools across Greece. The questions explored their views on principals’ knowledge of Education 4.0 technologies, their leadership self-perception, the culture of the school unit, and their experience with innovative activities. A total of 1,359 teachers from Primary and Secondary Education in Greece participated via a structured self-report questionnaire. In parallel, qualitative data were collected through 20 semi-structured interviews with principals from various regions of Greece and from both educational levels (primary–secondary), aiming to deepen the analysis of leadership practices, personal interpretations, and the emotional dimensions of managing change. The data were analyzed using statistical methods and thematic analysis, allowing for the synthesis of quantitative and qualitative findings. The research findings confirm that principals play a decisive role in promoting Education 4.0, provided they possess the necessary knowledge, skills, and strategic orientation. Most participants recognize the importance of technological innovation and report having developed basic digital competence. However, a significant proportion express insecurity regarding the most recent technological trends, such as artificial intelligence, big data, or augmented reality. Specifically, 75.4% consider that principals possess basic digital leadership skills, while 74.6% reported moderate to high familiarity with the core technologies of the Fourth Industrial Revolution, such as AI, IoT, and Big Data. In contrast, lower proficiency was recorded for more complex technologies, such as blockchain and quantum computing. Regarding leadership practices, a substantial divergence is observed between those who pursue participation, collaboration, and empowerment, and those who limit themselves to administrative and managerial functions, remaining confined to operational responsibilities. One of the main obstacles identified is institutional rigidity and the limited autonomy of school units, which prevents principals from designing and implementing long-term strategies. Policy discontinuity, lack of resources, insufficient professional development, and administrative bureaucracy represent key hindering factors. At the same time, principals often report resistance to change, both from teachers who fear exposure or failure and from structures that view innovation with suspicion or indifference. Nevertheless, there are also cases of schools where leadership succeeded in cultivating a culture of trust, mobilizing the teaching staff, and implementing innovations with positive learning outcomes. The dissertation concludes with significant findings. First, Education 4.0 cannot be introduced into schools merely as a technological shift; it requires organizational restructuring, pedagogical reflection, and policy support. Second, principals constitute a critical link in this transition but require substantial training, institutional empowerment, and support networks. Third, educational policies must align with practical needs, provide stability and consistency, and place greater trust in school communities as agents of creation rather than mere implementers of top-down directives. Fourth, the leadership of the future must combine technical expertise, empathy, and the ability to manage relationships and innovation, acting as a bridge between policy and practice.The contribution of the dissertation is multifaceted. Theoretically, it formulates a leadership framework aligned with the demands of the digital era, integrating leadership models with pedagogical and technological dimensions. It also proposes a multidimensional research instrument and builds a database that captures the realities of leadership in Greek schools. Furthermore, it suggests interventions at the levels of policy, professional development, and school practice that can enhance the effectiveness of leadership within Education 4.0. Finally, at the societal level, it contributes to the formation of a vision for a school that leads change, functions as a learning community, and responds with responsibility and creativity to the challenges of the 21st century.
περισσότερα