Περίληψη
Η διατριβή εξετάζει τη σχέση μεταξύ της τοπικής ανάπτυξης και της διαχείρισης των υδατικών πόρων υπό το πρίσμα της ανθεκτικότητας απέναντι στον κίνδυνο ξηρασίας. Τα αδιέξοδα που διαπιστώνονται από την εφαρμογή των υφιστάμενων προσεγγίσεων της περιβαλλοντικά βιώσιμης ανάπτυξης και της διαχείρισης των υδατικών πόρων στο πλαίσιο του τοπικού αναπτυξιακού προγραμματισμού, ιδίως στις νησιωτικές περιοχές, αναδεικνύουν την ανάγκη μιας εναλλακτικής προσέγγισης στην οποία θα ενσωματώνεται η αβεβαιότητα που περιβάλλει την εκδήλωση του κινδύνου ξηρασίας. Το σύγχρονο πρόταγμα της ανθεκτικότητας υιοθετείται στη διατριβή ως στόχος-γέφυρα που επιδιώκει να υπερβεί τα στεγανά μεταξύ της τοπικής ανάπτυξης και της διαχείρισης των υδατικών πόρων και επισημαίνονται τα κριτήρια βάσει των οποίων η επίτευξη της ανθεκτικότητας μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, αξιοποιείται η προσέγγιση των Κοινωνικών – Οικολογικών Συστημάτων (Κ.Ο.Σ.), σύμφωνα με την οποία η κοινωνία και το περιβάλλον αποτελούν ...
Η διατριβή εξετάζει τη σχέση μεταξύ της τοπικής ανάπτυξης και της διαχείρισης των υδατικών πόρων υπό το πρίσμα της ανθεκτικότητας απέναντι στον κίνδυνο ξηρασίας. Τα αδιέξοδα που διαπιστώνονται από την εφαρμογή των υφιστάμενων προσεγγίσεων της περιβαλλοντικά βιώσιμης ανάπτυξης και της διαχείρισης των υδατικών πόρων στο πλαίσιο του τοπικού αναπτυξιακού προγραμματισμού, ιδίως στις νησιωτικές περιοχές, αναδεικνύουν την ανάγκη μιας εναλλακτικής προσέγγισης στην οποία θα ενσωματώνεται η αβεβαιότητα που περιβάλλει την εκδήλωση του κινδύνου ξηρασίας. Το σύγχρονο πρόταγμα της ανθεκτικότητας υιοθετείται στη διατριβή ως στόχος-γέφυρα που επιδιώκει να υπερβεί τα στεγανά μεταξύ της τοπικής ανάπτυξης και της διαχείρισης των υδατικών πόρων και επισημαίνονται τα κριτήρια βάσει των οποίων η επίτευξη της ανθεκτικότητας μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, αξιοποιείται η προσέγγιση των Κοινωνικών – Οικολογικών Συστημάτων (Κ.Ο.Σ.), σύμφωνα με την οποία η κοινωνία και το περιβάλλον αποτελούν ενιαίες και αδιαίρετες οντότητες που αλληλεπιδρούν και εξελίσσονται με αμοιβαίο τρόπο στο διηνεκές επιδιώκοντας να ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους. Προτείνεται ένα νέο εργαλείο/θεωρητική κατασκευή, τα Κοινωνικά-Υδρολογικά Συστήματα (Κ.Υ.Σ.), ως ειδική κατηγορία των Κ.Ο.Σ. που εστιάζει στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των κοινωνικών και υδρολογικών συστημάτων. Τα Κ.Υ.Σ. αποτελούνται από υποσυστήματα που χαρακτηρίζονται από σχέσεις εξελικτικού αλληλοπροσδιορισμού και έχουν την τάση να μετασχηματίζονται στο πλαίσιο της προσαρμογής τους απέναντι στον κίνδυνο ξηρασίας. Τα ερευνητικά ερωτήματα που απασχολούν το συγγραφέα αφορούν τη συμβολή του υφιστάμενου αναπτυξιακού προτύπου στην εκδήλωση του κινδύνου ξηρασίας στο νησιωτικό χώρο, τη χρησιμότητα της προσέγγισης των Κ.Ο.Σ. στην κατεύθυνση της ανθεκτικότητας στην ξηρασία και τέλος στη δυνητική συμβολή της προτεινόμενης προσέγγισης των Κ.Υ.Σ. αφενός στην κατανόηση των επιπτώσεων των ad hoc προσαρμογών των κοινωνικών δρώντων και των φορέων που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της ξηρασίας και αφετέρου στην επιχειρησιακή εφαρμογή της ανθεκτικότητας και τη διαμόρφωση νέων προσεγγίσεων διαχείρισης υδατικών πόρων που θα ενστερνίζονται τις κατευθύνσεις της τοπικής ανθεκτικής ανάπτυξης. Η πρακτική εφαρμογή του εργαλείου των Κ.Υ.Σ. εξετάζεται σε τέσσερις νησιωτικές περιοχές, στη δυτική Μεσαρά, τη Ρόδο, την Πάτμο και τους Λειψούς, όπου για κάθε περιοχή εντοπίζονται και οριοθετούνται τα Κ.Υ.Σ. και τα υποσυστήματα τους, καταγράφονται οι (ad hoc ή σύμφωνα με τον αναπτυξιακό προγραμματισμό) προσαρμογές του κάθε υποσυστήματος στον κίνδυνο ξηρασίας και αξιολογείται βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων η ανθεκτικότητα του και του ευρύτερου Κ.Υ.Σ.. Εντοπίζονται εξελικτικοί αλληλοπροσδιορισμοί που τροφοδοτούνται από τις συγκεκριμένες προσαρμογές και αποτυπώνονται οι επακόλουθοι μετασχηματισμοί που συμβαίνουν σε κάθε υποσύστημα και οι επιπτώσεις τους στην ανθεκτικότητα και τη βιωσιμότητα τόσο του υποσυστήματος όσο και του ευρύτερου Κ.Υ.Σ.. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν εστιάζουν στην ανάγκη υιοθέτησης διαφορετικών σχημάτων διακυβέρνησης για την καλύτερη επικοινωνία του αναπτυξιακού με το σχεδιασμό διαχείρισης των υδατικών πόρων, στη σημασία της αντιμετώπισης της κοινωνίας και των υδρολογικών συστημάτων ως αδιαίρετες οντότητες και στο ρόλο της προσέγγισης των Κ.Υ.Σ. προς αυτό το σκοπό. Μέσω της προσέγγισης των Κ.Υ.Σ. αναδεικνύονται οι αιτίες πίσω από τους εξελικτικούς αλληλοπροσδιορισμούς και τους μετασχηματισμούς των υποσυστημάτων, συμβάλλοντας έτσι στην κατανόηση των (θετικών ή αρνητικών) ανατροφοδοτήσεων και διευκολύνοντας τον αναπτυξιακό προγραμματισμό να ενθαρρύνει παρεμβάσεις που καταλήγουν σε αμοιβαία επωφελείς κύκλους προσαρμογής.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The thesis addresses the relationship between local development and management of water resources, from the perspective of resilience against drought risk. Current approaches regarding environmentally sustainable development and management of water resources in the context of local development planning, especially as regards their implementation in insular areas, are fraught with dead-ends, highlighting the necessity for an alternative approach which will incorporate the uncertainty that is associated with the manifestation of drought risk. The contemporary concept of resilience is adopted in the dissertation as bridging objective that seeks to overcome the divide between local development and water resources management, while highlighting the criteria under which the achievement of resilience can become a reality. Within this framework, the Social–Ecological Systems (SES) approach is employed, according to which society and the environment are considered unified and indivisible entiti ...
The thesis addresses the relationship between local development and management of water resources, from the perspective of resilience against drought risk. Current approaches regarding environmentally sustainable development and management of water resources in the context of local development planning, especially as regards their implementation in insular areas, are fraught with dead-ends, highlighting the necessity for an alternative approach which will incorporate the uncertainty that is associated with the manifestation of drought risk. The contemporary concept of resilience is adopted in the dissertation as bridging objective that seeks to overcome the divide between local development and water resources management, while highlighting the criteria under which the achievement of resilience can become a reality. Within this framework, the Social–Ecological Systems (SES) approach is employed, according to which society and the environment are considered unified and indivisible entities that interact and evolve mutually over time, seeking to enhance their resilience. A new tool/theoretical construct is proposed, the Social–Hydrological Systems (SHS), as a special category of SES focusing on the interactions between social and hydrological systems. SHSs consist of subsystems characterized by relations of evolutionary inter-determination and display a tendency to transform as part of their adaptation to drought risk. The research questions guiding the author concern: the contribution of the existing development model to the manifestation of drought risk in island regions; the usefulness of the SES approach in advancing drought resilience; and, finally, the potential contribution of the proposed SHS approach both to the understanding of the impacts of ad hoc adaptations by social actors and institutions aimed at addressing drought, and to the operational implementation of resilience and the shaping of new water management approaches aligned with the directions of local resilient development. The practical application of the SHS tool is examined in four island regions—Western Mesara, Rhodes, Patmos, and Lipsi—where, for each area, the SHSs and their subsystems are identified and delineated, the (ad hoc or planned) adaptations of each subsystem to drought risk are recorded, and their resilience (and that of the broader SHS) is evaluated based on specific criteria. Evolutionary inter-determinations arising from these adaptations are identified and the ensuing transformations for each subsystem along with their impact on the resilience and sustainability of both the subsystem and the broader SHS are portrayed. The conclusions highlight the need to adopt different governance schemes to improve communication between development planning and water resource management planning, the importance of approaching society and hydrological systems as indivisible entities, and the role of the SHS approach towards this end. Through the SHS perspective, the underlying causes behind the evolutionary inter-determinations and subsystem transformations are revealed, thereby contributing to the understanding of (positive or negative) feedback and facilitating development planning to encourage interventions that lead to mutually beneficial adaptation cycles.
περισσότερα