Περίληψη
Υπόβαθρο:Ο αριθμός των ατόμων που έχουν εκτοπιστεί βίαια παγκοσμίως (πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο) έχει αυξηθεί σημαντικά κατά την τελευταία δεκαετία λόγω πολέμων, συγκρούσεων και σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα άτομα που υφίστανται βίαιο εκτοπισμό αντιμετωπίζουν συχνά τόσο σωματικές όσο και ψυχολογικές επιβαρύνσεις, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε τραυματικές εμπειρίες και αρνητικές εκβάσεις για την ψυχική υγεία. Υπάρχει σαφής σύνδεση μεταξύ της σωματικής δραστηριότητας και της βελτίωσης της ψυχικής υγείας, ωστόσο τα ερευνητικά δεδομένα που υποστηρίζουν αυτή τη σχέση σε εκτοπισμένους πληθυσμούς που διαβιούν σε δομές αιτούντων άσυλο είναι περιορισμένα. Σκοπός: Η παρούσα διδακτορική διατριβή περιλάμβανε τρεις μελέτες με στόχο: i) τη διερεύνηση των συσχετίσεων μεταξύ των αυτοαναφερόμενων επιπέδων σωματικής δραστηριότητας και της αντιλαμβανόμενης φυσικής κατάστασης με δείκτες ψυχικής υγείας σε αιτούντες άσυλο που ζουν σε δομή αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα, ii) τη διερεύνηση ...
 | Η διατριβή είναι δεσμευμένη από τον συγγραφέα
(μέχρι και: 4/2026)
|
 | |
Υπόβαθρο:Ο αριθμός των ατόμων που έχουν εκτοπιστεί βίαια παγκοσμίως (πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο) έχει αυξηθεί σημαντικά κατά την τελευταία δεκαετία λόγω πολέμων, συγκρούσεων και σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα άτομα που υφίστανται βίαιο εκτοπισμό αντιμετωπίζουν συχνά τόσο σωματικές όσο και ψυχολογικές επιβαρύνσεις, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε τραυματικές εμπειρίες και αρνητικές εκβάσεις για την ψυχική υγεία. Υπάρχει σαφής σύνδεση μεταξύ της σωματικής δραστηριότητας και της βελτίωσης της ψυχικής υγείας, ωστόσο τα ερευνητικά δεδομένα που υποστηρίζουν αυτή τη σχέση σε εκτοπισμένους πληθυσμούς που διαβιούν σε δομές αιτούντων άσυλο είναι περιορισμένα. Σκοπός: Η παρούσα διδακτορική διατριβή περιλάμβανε τρεις μελέτες με στόχο: i) τη διερεύνηση των συσχετίσεων μεταξύ των αυτοαναφερόμενων επιπέδων σωματικής δραστηριότητας και της αντιλαμβανόμενης φυσικής κατάστασης με δείκτες ψυχικής υγείας σε αιτούντες άσυλο που ζουν σε δομή αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα, ii) τη διερεύνηση των συσχετίσεων μεταξύ της αντικειμενικά μετρούμενης σωματικής δραστηριότητας μέσω επιταχυνσιόμετρων ACTiGraph και μεταβλητών ψυχικής υγείας σε αιτούντες άσυλο που διαμένουν σε δομή αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα, και iii) την εξέταση των επιδράσεων μιας παρέμβασης άσκησης και αθλητισμού σε μεταβλητές ψυχικής υγείας σε αιτούντες άσυλο που ζουν σε δομή. Μέθοδοι: Οι μελέτες υλοποιήθηκαν σε άτομα που διέμεναν στην ίδια δομή στην κεντρική Ελλάδα και αποτελούνταν κυρίως από αιτούντες άσυλο. Η πρώτη μελέτη περιλάμβανε 151 άτομα (76 γυναίκες) με μέση ηλικία 28,90 έτη, τα οποία είχαν εκτοπιστεί από τις εστίες τους για μέσο χρονικό διάστημα 32,03 μηνών. Από αυτούς, το 67% προερχόταν από το Αφγανιστάν και άλλες χώρες της Νοτιοδυτικής Ασίας, ενώ το 33% από χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής. Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια που αξιολογούσαν τη σωματική δραστηριότητα, την αντιλαμβανόμενη φυσική κατάσταση, συμπτώματα διαταραχής μετατραυματικού στρες, κατάθλιψης, άγχους και τη συνολική ευεξία. Στη δεύτερη μελέτη, οι συμμετέχοντες φόρεσαν επιταχυνσιόμετρα για επτά συνεχόμενες ημέρες και στη συνέχεια συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια για την αξιολόγηση της κατάθλιψης, του άγχους και της ευεξίας. Από τους 116 συμμετέχοντες, οι 79 (49 γυναίκες) πληρούσαν τα κριτήρια έγκυρων ημερών και ωρών χρήσης του επιταχυνσιόμετρου και ολοκλήρωσαν τα ερωτηματολόγια. Η τρίτη μελέτη, μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή, περιλάμβανε 142 άτομα (75 γυναίκες), τα οποία κατανεμήθηκαν τυχαία σε ομάδα παρέμβασης ή ομάδα ελέγχου. Η παρέμβαση ήταν ένα πρόγραμμα άσκησης και αθλητισμού διάρκειας 10 εβδομάδων, το οποίο υλοποιήθηκε από καθηγητές φυσικής αγωγής εντός της δομής, πέντε ημέρες την εβδομάδα, μία ώρα ανά συνεδρία, με ξεχωριστές ομάδες για γυναίκες και άνδρες. Αποτελέσματα: Στην πρώτη μελέτη παρατηρήθηκε υψηλός επιπολασμός συμπτωμάτων που σχετίζονται με διαταραχές ψυχικής υγείας και χαμηλή ευεξία, με τις γυναίκες και τα άτομα ασιατικής καταγωγής να αναφέρουν χειρότερη ψυχική υγεία σε σύγκριση με άτομα από χώρες της υποσαχάριας Αφρικής. Τα συμπτώματα διαταραχής μετατραυματικού στρες, κατάθλιψης και άγχους συσχετίστηκαν με την αντιλαμβανόμενη φυσική κατάσταση, αλλά όχι με τα αυτοαναφερόμενα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας. Η ανάλυση παλινδρόμησης έδειξε ότι η αντιλαμβανόμενη φυσική κατάσταση και η σωματική δραστηριότητα χαμηλής έντασης αποτέλεσαν σημαντικούς θετικούς προγνωστικούς παράγοντες της ευεξίας, με μικρά έως μέτρια μεγέθη επίδρασης. Στη δεύτερη μελέτη, η αντικειμενικά μετρούμενη σωματική δραστηριότητα έδειξε ότι οι συμμετέχοντες συγκέντρωναν επαρκή επίπεδα μέτριας έως έντονης σωματικής δραστηριότητας, σύμφωνα με τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, τα οποία συνδέονταν με χαμηλότερα επίπεδα κατάθλιψης και άγχους και με καλύτερη ευεξία. Αντίθετα, ο καθιστικός χρόνος συσχετίστηκε με χαμηλότερη ευεξία. Στην τρίτη μελέτη, 98 συμμετέχοντες (57 γυναίκες) με μέση ηλικία 29,87 έτη ολοκλήρωσαν τις μετρήσεις ψυχικής υγείας πριν και μετά την παρέμβαση. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι συμμετέχοντες της ομάδας παρέμβασης που παρακολουθούσαν τις δραστηριότητες άσκησης και αθλητισμού κατά μέσο όρο δύο ή περισσότερες φορές την εβδομάδα παρουσίασαν βελτίωση στα συμπτώματα της διαταραχής μετατραυματικού στρες, ενώ δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές σε όσους συμμετείχαν λιγότερο από δύο φορές την εβδομάδα και στην ομάδα ελέγχου αναμονής. Δεν εντοπίστηκαν σημαντικές αλλαγές στην κατάθλιψη, το άγχος, το στρες και την ευεξία. Συζήτηση: Τα ευρήματα των τριών μελετών δείχνουν ότι οι αιτούντες άσυλο που διαμένουν σε καταυλισμό παρουσιάζουν γενικά χαμηλή ψυχική υγεία, με αυξημένα συμπτώματα διαταραχής μετατραυματικού στρες, κατάθλιψης, άγχους, στρες και χαμηλή ψυχολογική ευεξία. Στην πρώτη μελέτη, η οποία βασίστηκε στο ερωτηματολόγιο IPAQ–Short Form, ενδέχεται να έδειξε υπερεκτιμημένα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας των συμμετεχόντων, περιορίζοντας έτσι την πιθανή συσχέτιση με την ψυχική υγεία. Οι αυτοαναφερόμενες μετρήσεις, ιδιαίτερα όταν οι συμμετέχοντες συνοδεύονται από αυξημένα συμπτώματα ψυχικής δυσφορίας, επηρεάζονται συχνά από υποκειμενικές αντιλήψεις, οδηγώντας σε ανακριβείς εκτιμήσεις της πραγματικής συμπεριφοράς. Παράλληλα, τα αυξημένα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας ενδέχεται να οφείλονταν εν μέρει σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως η τοποθεσία της δομής και οι μεγάλες αποστάσεις που έπρεπε να διανύουν οι συμμετέχοντες για την κάλυψη βασικών αναγκών. Αντίθετα, η δεύτερη μελέτη, η οποία χρησιμοποίησε αντικειμενικές μετρήσεις σωματικής δραστηριότητας, ανέδειξε σαφή και θετική συσχέτιση μεταξύ σωματικής δραστηριότητας και ψυχικής υγείας. Συγκεκριμένα, η μέτρια έως έντονη σωματική δραστηριότητα συσχετίστηκε με χαμηλότερα επίπεδα κατάθλιψης και άγχους και με υψηλότερη συνολική ευεξία, ενώ η καθιστική συμπεριφορά συσχετίστηκε με χαμηλότερη ευεξία. Τα ευρήματα αυτά έρχονται σε αντίθεση με εκείνα των αυτοαναφερόμενων δεδομένων, τα οποία δεν έδειξαν σημαντικές συσχετίσεις. Συνολικά, τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η μελλοντική έρευνα θα ωφεληθεί από τον συνδυασμό αυτοαναφερόμενων και αντικειμενικών μετρήσεων σωματικής δραστηριότητας. Η τρίτη μελέτη αποτελεί, σύμφωνα με τις γνώσεις μας, την πρώτη τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή σε περιβάλλον δομής αιτούντων άσυλο που εξετάζει τις επιδράσεις μιας παρέμβασης άσκησης και αθλητισμού στη διαταραχή μετατραυματικού στρες, την κατάθλιψη, το άγχος, το στρες και την ευεξία σε αιτούντες άσυλο. Η δέκα εβδομάδων, θεωρητικά τεκμηριωμένη παρέμβαση, βασισμένη στη Θεωρία του Αυτό-καθορισμού και υλοποιημένη από εκπαιδευμένους προπονητές πάνω σε αυτή, έδειξε ότι οι συμμετέχοντες που παρακολουθούσαν τα προγράμματα σωματικής δραστηριότητας δύο ή περισσότερες φορές την εβδομάδα ανέφεραν μειωμένα συμπτώματα διαταραχής μετατραυματικού στρες. Τα ευρήματα αναδεικνύουν τη σημασία των πρακτικών που είναι ενημερωμένες ως προς το τραύμα, πολιτισμικά προσαρμοσμένες και ευαίσθητες ως προς το φύλο, καθώς δημιουργούν ένα ασφαλές περιβάλλον που διευκολύνει τη συμμετοχή ευάλωτων πληθυσμών και ωφελεί την ψυχική τους υγεία. Συμπεράσματα: Η παρούσα προσέγγιση πρώιμης παρέμβασης καλύπτει ένα κρίσιμο κενό στη βιβλιογραφία, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της υφιστάμενης έρευνας εστιάζει στη φάση μετά την επανεγκατάσταση, παραμελώντας την περίοδο που ακολουθεί άμεσα τον βίαιο εκτοπισμό, όταν η ψυχολογική ευαλωτότητα είναι συχνά εντονότερη. Η μελλοντική έρευνα θα πρέπει να συνεχίσει προς αυτή την κατεύθυνση, εστιάζοντας σε μακροχρόνιες, επαρκώς στατιστικά ισχυρές τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές, προκειμένου να διερευνηθεί η αιτιώδης επίδραση της σωματικής δραστηριότητας στην ψυχική υγεία, ιδίως σε σχέση με τις δοσοεξαρτώμενες επιδράσεις και τον ρόλο της τακτικής συμμετοχής. Η συστηματική ανάπτυξη και εφαρμογή συμπεριληπτικών, ενημερωμένων προς το τραύμα προγραμμάτων σωματικής δραστηριότητας σε δομές προσφύγων αποτελεί ηθική επιταγή, καθώς μπορεί να ενισχύσει την ψυχική υγεία, να βελτιώσει την ευεξία και να προάγει την ουσιαστική κοινωνική ένταξη μερικών από τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς παγκοσμίως.
περισσότερα
Όλα τα τεκμήρια στο ΕΑΔΔ προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα.
Background: The number of people forcibly displaced worldwide (refugees and asylum seekers) has significantly increased over the past decade due to war, conflicts, and serious violations of human rights. Individuals who are forcibly displaced often face both physical and psychological strains, which can lead to traumatic experiences and negative mental health outcomes. There is a clear connection between physical activity and better mental health, although evidence supporting this link among displaced populations in camps is limited. Aim: This PhD thesis consisted of three studies aimed at i) exploring the correlations between self-reported levels of physical activity and perceived fitness with mental health indicators among asylum seekers living in a refugee camp in Greece, ii) exploring the associations of objectively measured physical activity through triaxial accelerometers ACTi Graph with mental health variables in asylum seekers residing in a camp in Greece, and iii) examine the effects of an exercise and sport intervention on mental health variables among asylum seekers living in a camp. Methods: The studies were implemented with individuals from the same camp in central Greece, consisting mainly of asylum seekers. The first study involved 151 individuals (76 women) with a mean age of 28.90 years, who had been displaced from their homes for an average of 32.03 months. Among these participants, 67% were from Afghanistan and other Southwestern Asian countries, while 33% came from sub-Saharan African countries. The participants completed self-report measures that assessed several variables, including physical activity, perceived fitness, symptoms of post-traumatic stress disorder, depression, anxiety, and overall well-being. In the second study, participants wore accelerometers for seven consecutive days. After this period, they completed questionnaires evaluating their levels of depression, anxiety, and well-being. Out of 116 participants, 79 (49 women) met the criteria for valid accelerometer wear days and hours and completed the questionnaires. The third study, the Randomized Controlled Trial, involved 142 individuals (75 women) randomly assigned into intervention or control group and was a 10-week exercise and sport program delivered by physical educators inside the camp for 5 days per week, 1 hour per time, with separate groups for women and men. Results: In the first study, a high prevalence of symptoms related to mental health disorders and poor well-being was observed, with women and individuals of Asian descent reporting worse mental health outcomes than those from Sub-Saharan African countries. Symptoms of post-traumatic stress disorder, depression, and anxiety were found to be associated with perceived fitness, but not with self-reported physical activity levels. Regression analysis indicated that perceived fitness and light-intensity physical activity were significant positive predictors of well-being, demonstrating small to medium effects. In the second study, objectively measured physical activity assessed through accelerometers showed that participants accumulated adequate, according to the recommendations of the World Health Organisation, levels of moderate-to-vigorous physical activity, which was linked with lower depression and anxiety and better well-being. Whereas sedentary time was linked with poorer well-being. In the third study, ninety-eight participants (57 women) with a mean age of 29.87 years completed mental health measures before and after a sport and exercise intervention. The results showed that among participants of the intervention group, those attending the sport and exercise activities on average twice or more per week showed improved post-traumatic stress disorder symptoms, whereas no changes were found for those attending less than twice per week and participants of the waiting control group; no significant changes were revealed for depression, anxiety, stress, and well-being. Discussion: From the three studies, it emerged that asylum seekers residing in a camp display rather poor mental health status with elevated symptoms for PTSD, depression, anxiety, stress, and low psychological well-being. The first study, which relied on the IPAQ-Short Form questionnaire, might have overestimated participants’ levels of physical activity and thus hampered the potential relationship with their mental health. Self-reported measures, especially when burdened by increased mental health symptoms, are often influenced by subjective perceptions, which may lead to inaccurate estimations of actual behavior. However, it is also likely that the elevated physical activity was partly due to environmental factors, such as the location of the camp and the long distances participants had to walk to get essentials. In contrast, the second study, which used objectively measured physical activity, revealed a clear and positive association between physical activity and mental health outcomes. Specifically, moderate-to-vigorous physical activity was linked to lower levels of depression and anxiety and higher overall well-being, while sedentary behavior was associated with poorer well-being. These findings contradict those from the self-reported data, which showed no significant correlations between mental health and physical activity. Taken together, the results indicate that future research could benefit from combining self-reported and objective measures of physical activity, as this approach may yield more accurate and nuanced insights into the relationship between physical activity and mental health. The third study is the first, to our knowledge, randomized controlled trial in a camp setting to examine the effects of exercise and sport intervention on post-traumatic stress disorder, depression, anxiety, stress, and well-being among asylum seekers. A 10-week theory-driven intervention based on the Self-Determination Theory, delivered by trained coaches, showed that participants attending the physical activity programmes twice or more per week reported lowered Post-Traumatic Stress Disorder symptoms. The findings highlight that the trauma-informed, culturally adapted, and gender-sensitive practices created a safe environment, which facilitated the participation of vulnerable people and benefited their mental health. Conclusion: This early-stage intervention approach addresses a critical gap in the literature, as most existing research focuses on post-resettlement phases, neglecting the period immediately following forced migration when psychological vulnerability is often most acute. Future research should continue this progression by focusing on longer-term, adequately powered randomized controlled trials to determine the causal impact of physical activity on mental health, particularly in relation to dose-response effects and the role of regular participation. The systematic development and implementation of inclusive, trauma-informed physical activity programs in refugee camp settings is a moral imperative. Such initiatives have the potential to strengthen psychological health, enhance well-being, and foster meaningful social integration for some of the world’s most vulnerable populations.