Περίληψη
Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Ρασελιανού Λογικού Ατομισμού και γενικότερα της Φιλοσοφίας της Γλώσσας του Russell είναι η φιλοσοφικά καινοφανής ανάδειξη και χρήση της κατηγορίας των γεγονότων ως της πλέον βασικής για μια πλήρη περιγραφή του κόσμου. Ένα πρώτο ζήτημα αφορά τους λόγους, ή τα κίνητρα, της όλης θεωρητικής κατασκευής από τον Russell. Ποιός ο φιλοσοφικός λόγος να αποδεχθεί κανείς, και πολλώ μάλλον, να αναπτύξει μια τέτοια θεωρία; Μια ερμηνεία είναι πως τα γεγονότα προτείνονται ως όντα όπου, προστιθέμενα σε μια παραδοσιακή ρεαλιστική οντολογία, εξηγούν τον δυσνόητο συσχετισμό των καθ΄ έκαστον με άλλα όντα. Η παροχή πειστικών λόγων για την αποδοχή της θεωρίας των γεγονότων υποστηρίζει κατά αυτόν το τρόπο και την οντολογική αποδοχή των ίδιων των γεγονότων. Έχοντας προκρίνει ένα κίνητρο για την κατασκευή της θεωρίας των γεγονότων, αναζητείται στη διατριβή ένα κοινώς αποδεκτό μεθοδολογικό κριτήριο αποδοχής μιας οντολογικής κατηγορίας, όπως αυτή των γεγονότων, και ...
Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Ρασελιανού Λογικού Ατομισμού και γενικότερα της Φιλοσοφίας της Γλώσσας του Russell είναι η φιλοσοφικά καινοφανής ανάδειξη και χρήση της κατηγορίας των γεγονότων ως της πλέον βασικής για μια πλήρη περιγραφή του κόσμου. Ένα πρώτο ζήτημα αφορά τους λόγους, ή τα κίνητρα, της όλης θεωρητικής κατασκευής από τον Russell. Ποιός ο φιλοσοφικός λόγος να αποδεχθεί κανείς, και πολλώ μάλλον, να αναπτύξει μια τέτοια θεωρία; Μια ερμηνεία είναι πως τα γεγονότα προτείνονται ως όντα όπου, προστιθέμενα σε μια παραδοσιακή ρεαλιστική οντολογία, εξηγούν τον δυσνόητο συσχετισμό των καθ΄ έκαστον με άλλα όντα. Η παροχή πειστικών λόγων για την αποδοχή της θεωρίας των γεγονότων υποστηρίζει κατά αυτόν το τρόπο και την οντολογική αποδοχή των ίδιων των γεγονότων. Έχοντας προκρίνει ένα κίνητρο για την κατασκευή της θεωρίας των γεγονότων, αναζητείται στη διατριβή ένα κοινώς αποδεκτό μεθοδολογικό κριτήριο αποδοχής μιας οντολογικής κατηγορίας, όπως αυτή των γεγονότων, και προτείνεται αυτό να είναι η συνολική απλότητα και ισχύς με την οποία τα γεγονότα αναμένεται να επιλύσουν διάφορα λογικομεταφυσικά προβλήματα. Η διατριβή εξετάζει κατά πόσο τα γεγονότα ικανοποιούν το παραπάνω κριτήριο, καθώς φαίνεται ότι χρησιμεύουν ως μέλη βασικών, εξηγητικών, φιλοσοφικών σχέσεων: γνωσιακών, αιτιωδών, αληθουργικών και ομοιουργικών. Έχοντας θεμελιώσει την φιλοσοφική χρησιμότητα των γεγονότων, εγείρεται το ερώτημα του εύρους και της εσωτερικής δομής των ειδών τους. Στο πλαίσιο αυτών των ερωτημάτων, παρουσιάζεται σε αδρές γραμμές η φιλοσοφία του Λογικού Ατομισμού, βάση του οποίου ο Russell εισηγείται την Θεωρία των Γεγονότων, ως μια θεωρία σύμφυτη με την Φιλοσοφία των Μαθηματικών και της Λογικής. Η παραδοσιακή ερμηνεία του Λογικού Ατομισμού από τον David Pears έχει δεχθεί πρόσφατη κριτική ως προς την τα είδη των γεγονότων που προκρίνει ως γνησίως Ρασελιανά και για την ανάδειξη δομικών συναφειών της θεωρίας του Russell με την εμπειριοκρατική φιλοσοφία του Hume. Διερευνώνται οι λόγοι για τους οποίους ο Pears ισχυρίζεται αυτή την συνάφεια και εντοπίζονται στην αποδοχή μιας γνωσιοθεωρητικής αρχής (της Αρχής της Γνωριμίας) η οποία όμως επιδέχεται τροποποίησης φυσιοκρατικού χαρακτήρα μέσω της οποίας ικανοποιεί την κριτική που έχει ασκηθεί. Κατόπιν εξετάζονται τα δύο βασικά επιχειρήματα με τα οποία ο Russell προτείνει τα γεγονότα ως βασική οντολογική κατηγορία. Προτείνεται τυπικό επιχείρημα και σκεπτικό μέσω των οποίων υποστηρίζεται η άποψη ότι η οντολογία έχει προτεραιότητα έναντι της γλώσσας που την περιγράφει. Η οντολογική αποδοχή των γεγονότων απαιτεί την κριτική μιας ευρέως υποστηριζόμενης ερμηνείας του κριτηρίου οντολογικής δέσμευσης, την οποία είχε προτείνει ο Quine, σύμφωνα με τον οποίο το εύρος των φιλοσοφικά αποδεκτών όντων μιας θεωρίας καθορίζεται από τις τιμές των δεσμευμένων μεταβλητών σε προτάσεις υπαρκτικής ποσόδειξης που είναι απαραίτητες για την διατύπωση της θεωρίας στη γλώσσα της πρωτοβάθμιας λογικής. Προτείνεται διεύρυνση του κριτηρίου οντολογικής δέσμευσης, έτσι ώστε να περιλαμβάνει, εκτός από τις ρητές, και τις υπόρρητες δεσμεύσεις μια θεωρίας, όπως αυτές προκύπτουν από τον εξηγητικό ρόλο των γεγονότων σε μια αληθουργική θεωρία. H διατριβή εντάσσει την θεωρία των γεγονότων στο δεύτερο σκέλος αυτών των δεσμεύσεων για την εξηγητική της ισχύ σε μια αντιστοιχιστική θεωρία αλήθειας, όπως αυτή που υποστηρίζει ο Russell. Επιπροσθέτως, αναπτύσσεται σκεπτικό σύμφωνα με το οποίο η Πρωτοβάθμια Γλώσσα των Principia Mathematica είναι κομβικής σημασίας για τα ερωτήματα της φύσης και των ειδών των γεγονότων που προτείνει ο Russell. Αναπτύσσονται οι λόγοι για τους οποίους ο Russell εισήγαγε την Κατηγορηματική Λογική εστιάζοντας στην δυνατότητα χειρισμού μεγαλύτερου εύρους επιχειρημάτων. Παρουσιάζονται επίσης λογικά τυπικά επιχειρήματα τα οποία καταδεικνύουν την οντολογική οικονομία που προκύπτει από την υιοθέτησή της έναντι της Παραδοσιακής Λογικής. Εφόσον η Κατηγορηματική Λογική γίνει δεκτή, αμέσως τίθεται το ερώτημα της αλήθειας των γενικών προτάσεων με ποσόδειξη. Κατά Russell, οι γενικές προτάσεις δεν ανάγονται σε ακολουθία ατομικών προτάσεων. Εξετάζονται οι συναγωγικοί κανόνες της Κατηγορηματικής Λογικής που συνηγορούν για αυτή τη θέση του Russell και προτείνονται επιχειρήματα που την υποστηρίζουν, ειδικά στο πλαίσιο της διαφωνίας που είχε ο Russell για αυτό το θέμα με τον Wittgenstein. Η αποδοχή των προτάσεων αυτής της μορφής καθιστά αναγκαία την κατηγορία των γενικών γεγονότων, ως αληθουργικών τους αντιστοίχων. Στη συνέχεια υποστηρίζεται πως η άποψη που συμπεριλαμβάνει τα αληθουργικά κρίσιμα αρνητικά γεγονότα, όπως διατυπώνεται στη διαμάχη του Russell με τον Demos την εποχή των διαλέξεων του Λογικού Ατομισμού, είναι η συνεπέστερη στις αρχές του Λογικού Ατομισμού, και προτείνεται μια νέα ερμηνεία, η οποία ικανοποιεί την προθεωρητική αντίληψη περί κατανόησης των ιδιοτήτων (θετικών και αρνητικών). Η τροποποίηση αυτή οδηγεί στην αποδοχή των αρνητικών γεγονότων στην ατομιστική οντολογία και συνεπώς σε έναν πληρέστερο απολογισμό του αληθουργικού και ψευδουργικού μηχανισμού. Έπειτα εξετάζεται μια βιβλιογραφικά πρόσφατη ερμηνεία των δοξαστικών γεγονότων από τον David Bostock και προτείνεται η απόδοσή τους μέσω της Ρασελιανής Θεωρίας των Τύπων. Τέλος, παρουσιάζεται το πολυσυζητημένο επιχείρημα του καταπέλτη, μέσω του οποίου επιχειρείται η οντολογική απαλοιφή των γεγονότων, το οποίο όμως δεν τελεσφορεί εφόσον γίνει δεκτή μια Θεωρία Περιγραφών τύπου Russell.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
One of the defining features of Russell’s Logical Atomism, and more broadly of Russell’s philosophy of language, is the philosophically innovative treatment of facts as a fundamental ontological category required for a complete description of the world. A preliminary question concerns the motivations underlying Russell’s theory. What philosophical reason is there to accept—and even more to develop—such a theory? One plausible answer is that facts are introduced as entities which, when added to a traditional realist ontology, explain the otherwise problematic relations among particulars and between particulars and other entities. On this view, providing compelling reasons for accepting a Theory of Facts simultaneously supports the ontological recognition of facts themselves. Having identified a motivation for the construction of a Theory of Facts, the inquiry then turns to the question of methodological justification. A generally acceptable criterion for the admission of an ontologi ...
One of the defining features of Russell’s Logical Atomism, and more broadly of Russell’s philosophy of language, is the philosophically innovative treatment of facts as a fundamental ontological category required for a complete description of the world. A preliminary question concerns the motivations underlying Russell’s theory. What philosophical reason is there to accept—and even more to develop—such a theory? One plausible answer is that facts are introduced as entities which, when added to a traditional realist ontology, explain the otherwise problematic relations among particulars and between particulars and other entities. On this view, providing compelling reasons for accepting a Theory of Facts simultaneously supports the ontological recognition of facts themselves. Having identified a motivation for the construction of a Theory of Facts, the inquiry then turns to the question of methodological justification. A generally acceptable criterion for the admission of an ontological category, such as that of facts, is proposed, namely its overall simplicity and explanatory power in resolving a range of logical and metaphysical problems. The thesis examines whether facts satisfy this criterion, insofar as they appear to function as relata in fundamental explanatory philosophical relations — epistemic, causal, truth-making, and resemblance relations. Once the philosophical utility of facts has been established, further questions arise concerning the scope and internal structure of their various kinds. Against this background, the philosophy of Logical Atomism is outlined as the framework within which Russell advances his Theory of Facts, a theory presented as profoundly intertwined with his philosophy of mathematics and logic. The traditional interpretation of Logical Atomism offered by David Pears has recently been subjected to criticism, particularly for emphasizing structural affinities between Russell’s theory and Humean empiricism. The thesis investigates the grounds for Pears’s claim and locates them in Russell’s acceptance of an epistemological principle—the Principle of Acquaintance. It is argued, however, that this principle admits of a naturalistic modification that allows it to withstand the objections raised against it. The investigation then turns to the two principal arguments by which Russell defends the inclusion of facts as a fundamental ontological category. A formal argument and a line of reasoning is developed in support of the claim that ontology enjoys priority over the language used to describe it. Moreover, accepting facts as ontologically fundamental requires a critical reassessment of a widely endorsed interpretation of Quine’s criterion of ontological commitment, according to which the admissible entities of a theory are determined solely by the values of bound variables in existentially quantified statements required to formulate the theory in first-order logic. The thesis proposes an expansion of this criterion to include not only a theory’s explicit commitments, but also its implicit commitments, as these arise from the explanatory roles played by facts in truth-making theories. On this basis, Russell’s Theory of Facts is located within the category of implicit ontological commitments, justified by its explanatory power within a correspondence theory of truth of the kind defended by Russell. In addition, an argument is developed for the central importance of the first-order language of Principia Mathematica to questions concerning the nature and kinds of facts recognized by Russell. The reasons for Russell’s introduction of predicate logic are examined, with particular emphasis on its capacity to accommodate a wider range of arguments than traditional logic. Logical considerations and proofs are then presented to argue for the ontological economy afforded by adopting predicate logic. Once predicate logic is accepted, the problem of the truth of quantified general propositions immediately arises. Russell maintains that general propositions are not reducible to sequences of atomic propositions. The inferential rules of predicate logic that support this claim are examined, and arguments are offered in its defence particularly in the context of Russell’s disagreement with Wittgenstein on this issue. The acceptance of quantified general propositions therefore supports the admission of general facts as their corresponding truthmakers. It is then argued that the inclusion of truth-making negative facts—as articulated in Russell’s dispute with Demos during the period of the Logical Atomism lectures—is the position most consistent with the principles of Logical Atomism. A new interpretation is proposed that accommodates pre-theoretical intuitions concerning the understanding of both positive and negative properties. This modification leads to the acceptance of negative facts within the atomistic ontology and, consequently, to a more complete account of the mechanisms of truth-making and false-making. The discussion then turns to a recent interpretation of belief facts proposed by David Bostock, arguing that such facts are best accounted for within the framework of Russell’s Theory of Types. Finally, the well-known slingshot argument is examined and shown to be ineffective once a Russellian theory of descriptions is adopted.
περισσότερα