Περίληψη
Η επιλόχειος κατάθλιψη είναι η πιο συχνή ψυχική νόσος που παρατηρείται στιςγ υναίκες μετά τον τοκετό (Barsky & Silbersweig, 2017; Rai et al., 2015; Arifin etal., 2018; Makkar, 2018; Hahn-Holbrook et al., 2018; Rasmussen et al., 2017) και επηρεάζει περίπου το 17% των μητέρων (Sholey et al., 2018). Σύμφωνα με έρευνες, η επιλόχειος κατάθλιψη επηρεάζει τη συμπεριφορά της μητέρας, μειώνοντας τη συμμετοχή της στην αλληλεπίδραση με το βρέφος της αλλά και την ποιότητα αυτής (Lam-Cassettari & Kohlhoff, 2020; Humphreys et al., 2018).Αυτά τα ελλείμματα στις αλληλεπιδράσεις μητέρας-παιδιού έχουν βρεθεί ότι επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη των λεκτικών και μη-λεκτικών επικοινωνιακών δεξιοτήτων του παιδιού (Colegrove & Havighurst, 2017; Stein etal., 2010; Beebe & Steele, 2016; Kawai et al., 2017; Colegrove & Havighurst, 2017;Milgrom et al., 2014). Ως εκ τούτου, τα παιδιά μητέρων με επιλόχειο κατάθλιψη διατρέχουν αυξημένους αναπτυξιακούς κινδύνους σε σχέση με τις κοινωνικο-συναισθηματικές τους ικανότ ...
Η επιλόχειος κατάθλιψη είναι η πιο συχνή ψυχική νόσος που παρατηρείται στιςγ υναίκες μετά τον τοκετό (Barsky & Silbersweig, 2017; Rai et al., 2015; Arifin etal., 2018; Makkar, 2018; Hahn-Holbrook et al., 2018; Rasmussen et al., 2017) και επηρεάζει περίπου το 17% των μητέρων (Sholey et al., 2018). Σύμφωνα με έρευνες, η επιλόχειος κατάθλιψη επηρεάζει τη συμπεριφορά της μητέρας, μειώνοντας τη συμμετοχή της στην αλληλεπίδραση με το βρέφος της αλλά και την ποιότητα αυτής (Lam-Cassettari & Kohlhoff, 2020; Humphreys et al., 2018).Αυτά τα ελλείμματα στις αλληλεπιδράσεις μητέρας-παιδιού έχουν βρεθεί ότι επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη των λεκτικών και μη-λεκτικών επικοινωνιακών δεξιοτήτων του παιδιού (Colegrove & Havighurst, 2017; Stein etal., 2010; Beebe & Steele, 2016; Kawai et al., 2017; Colegrove & Havighurst, 2017;Milgrom et al., 2014). Ως εκ τούτου, τα παιδιά μητέρων με επιλόχειο κατάθλιψη διατρέχουν αυξημένους αναπτυξιακούς κινδύνους σε σχέση με τις κοινωνικο-συναισθηματικές τους ικανότητες και τις γνωστικές τους δεξιότητες (Kawai et al.,2017; Colegrove & Havighurst, 2017; Milgrom et al., 2014). Ωστόσο, ο αριθμός των ερευνών που εστιάζουν στις λεκτικές και μη-λεκτικές επικοινωνιακές δεξιότητες των βρεφών με μητέρες με επιλόχεια κατάθλιψη είναι περιορισμένος, και ειδικά στο πλαίσιο ειδικών Ψυχιατρικών Μονάδών Μητέρας-Βρέφους. Οι ειδικές Ψυχιατρικές Μονάδες Μητέρας-Βρέφους παρέχουν ψυχιατρική φροντίδα για μητέρες με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας, συμπεριλαμβανομένης της επιλόχειας κατάθλιψης, καθώς και θεραπευτική συμβολή για τις μητέρες προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες στις σχέσεις με τα βρέφη τους (Kenny et al., 2013). Σε αυτές τις ψυχιατρικές μονάδες, οι μητέρες εισάγονται και νοσηλεύονται μαζί με τα μωρά τους και η αλληλεπίδραση μητέρας-βρέφους βιντεοσκοπείται στα πλαίσια κλινικών παρεμβάσεων. Για να καλυφθεί αυτό το κενό στη βιβλιογραφία, ο κύριος στόχος αυτής της διδακτορικής διατριβής ήταν να διερευνήσει την επίδραση της επιλόχειας κατάθλιψης τόσο στην αλληλεπίδραση μεταξύ μητέρας-βρέφους όσο και στις αναπτυξιακές ικανότητες των βρεφών, με έμφαση στις λεκτικές και μη-λεκτικές δεξιότητες, σε αυτόν τον ευάλωτο και ερευνητικά παραμελημένο πληθυσμό. Εξ’όσων γνωρίζουμε, αυτή είναι η πρώτη έρευνα που επικεντρώνεται σε μητέρες με κλινική επιλόχεια κατάθλιψη που νοσηλεύονται μαζί με τα βρέφη τους σε ειδικές Ψυχιατρικές Μονάδες Μητέρας-Βρέφους και παρέχει μια λεπτομερή εξέταση των κύριων τρόπων επικοινωνίας, λαμβάνοντας επίσης υπόψιν συναισθηματικές ποιότητες. Οι τρόποι επικοινωνίας που αναπτύσσονται μεταξύ μητέρας-βρέφους έχουν αποδειχθεί καταλυτικοί για τη διαμόρφωση της σχέσης τους, την ανάπτυξη του βρέφους καθώς και για την ενίσχυση της ευημερίας τόσο της μητέρας όσο και του βρέφους (Rocha et al., 2020; Puura et al., 2019). Για τους σκοπούς αυτής της έρευνας, αναλύθηκαν και συγκρίθηκαν 52 βίντεο που περιείχαν υλικό από την αλληλεπίδραση 104 συμμετεχόντων (52 ζεύγη μητέρας-βρέφους). Ειδικότερα, η κλινική ομάδα αποτελούταν από 22 μητέρες με επιλόχειο που νοσηλεύονταν μαζί με τα βρέφη τους (ηλικίας 3-12μηνών) στη μεγαλύτερη ειδική Ψυχιατρική Μονάδα Μητέρας-Βρέφους του Ηνωμένου Βασιλείου που βρίσκεται στο Λονδίνο. Η αλληλεπίδραση τους είχε βιντεοσκοπηθεί στα πλαίσια παρέμβασης βίντεο-ανατροφοδότησης (videofeedback intervention). Η εν λόγω παρέμβαση στοχεύει στην προώθηση της θετικής γονικής συμπεριφοράς, και έτσι ο γονέας και το παιδί βιντεοσκοπούνται σε αλληλεπιδράσεις στη διάρκεια του παιχνιδιού. Η βιντεοσκοπημένη ανατροφοδότηση γίνεται στη μητέρα από έναν εξιδεικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας και δίνει την ευκαιρία να επικεντρωθεί η προσοχή της μητέρας στα βιντεοσκοπημένα σήματα και εκφράσεις του παιδιού της, διεγείροντας έτσι τις ικανότητες παρατήρησης και την ενσυναίσθηση για το δικό της παιδί. Επιτρέπει τη θετική ενίσχυση των στιγμών ευαίσθητης συμπεριφοράς του γονέα που εμφανίζονται στο βίντεο καθώς και βοηθάει μητέρες με ψυχικά νοσήματα να αποκτήσουν πιο ολοκληρωμένη εικόνα των δικών τους συμπεριφορών και δυσκολιών με το βρέφος. Για τις ανάγκες της παρούσας έρευνας χρησιμοποιήθηκαν 22 βίντεο, ένα για κάθε ζεύγος μητέρας-βρέφους που είχαν νοσηλευτεί στην κλινική και η αλληλεπίδρασή τους είχε βιντεοσκοπηθεί στα πλαίσια αυτού του τύπου παρέμβασης. Η διάρκεια του κάθε βίντεο ήταν τρία λεπτά. Παράλληλα, επιλέχθηκε μια ομάδα σύγκρισης, που αποτελούταν από 30 μητέρες χωρίς επιλόχειο κατάθλιψη και τα βρέφη τους, από διάφορους βρεφονηπιακούς σταθμούς του Λονδίνου. Οι μητέρες από την ομάδα σύγκρισης αξιολογήθηκαν ώστε να διασφαλιστεί ότι δε νοσούν από μη διαγνωσμένη κατάθλιψη. Έπειτα η αλληλεπίδρασή τους με τα βρέφη τους (ηλικίας 3-12 μηνών) καταγράφηκε με παρόμοια μέθοδο σε βίντεο από την ερευνήτρια, με αποτέλεσματην παραγωγή 30 βίντεο τριών λεπτών το καθένα, ένα για κάθε ζεύγος μητέρας-βρέφους που συμμετείχε στην έρευνα. Συνολικά, τα 52 βίντεο των δύο ομάδων αναλύθηκαν και συγκρίθηκαν για να φωτίσουν τις πραγματικές διαφορές - τόσοτα θετικά όσο και τα δύσκολα στοιχεία - στην αλληλεπίδραση μεταξύ των μητέρων με επιλόχειο κατάθλιψη και των βρεφών τους. Υιοθετώντας μια μικροαναλυτική προσέγγιση, πραγματοποιήθηκε λεπτομερής εξέταση των παρατηρήσιμων ενεργειών των μητέρων και των βρεφών κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, με τις βιντεοσκοπημένες αλληλεπιδράσεις να αναλύονται δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο (frame byframe). Συγκεκριμένα, αναλύθηκαν μη-λεκτικοί τρόποι επικοινωνίας (δηλ.βλέμμα, άγγιγμα, έκφραση προσώπου, χρήση παιχνιδιού) καθώς και η φωνητική συμπεριφορά μητέρων και βρεφών. Λόγω της πολυπλοκότητας του συστήματος μικροαναλυτικής κωδικοποίησης, χρησιμοποιήθηκε το σύστημα κωδικοποίησης Noldus Observer XT 16.0 για τη διαχείριση, ανάλυση και παρουσίαση των χρονικά δομημένων δεδομένων που προέκυψαν από το βιντεοσκοπημένο υλικό. Παράλληλα, σημαντικές συναισθηματικές πτυχές επικοινωνίας που εμπλέκονται στην αλληλεπίδραση μητέρας-βρέφους (δηλ., μητρική ευαισθησία, αμοιβαιότητα στην αλληλεπίδρασή τους, ικανότητα αυτορρύθμισης του βρέφους, συναισθηματικό φάσμα μητέρας, συναισθηματικό φάσμα βρέφους και η γενική ατμόσφαιρα μεταξύ τους κατά τη διάρκεια της αλληλεπίδρασης) αξιολογήθηκαν ποιοτικά με τη χρήση των ακόλουθων εργαλείων: Infant CARE-Index (Crittenden,2005) και το Global Rating Scale (Murray & Karpf, 2000). Για τη χρήση και εφαρμογή και των τριών προαναφερθέντων μεθοδολογικών εργαλείων (δλδ.,Noldus Observer XT 16.0, Infant CARE-Index, Global Rating Scale) η εκπαίδευση ήταν προαπαιτούμενη. Η διδακτορική διατριβή απαρτίζεται από τέσσερις μελέτες, οι οποίες διεξήχθησαν ώστε να επιτευχθεί ο κύριος στόχος της έρευνας, που ήταν η διερεύνηση του αντίκτυπου της επιλόχειας κατάθλιψης τόσο στη σχέση μητέρας-βρέφους όσο και στις λεκτικές και μη-λεκτικές ικανότητες του βρέφους, συμπεριλαμβάνοντας συναισθηματικές δεξιότητες. Πιο αναλυτικά, η πρώτη μελέτη παρείχε μια γενική εικόνα της ποιότητας της αλληλεπίδρασης μεταξύ μητέρων με και χωρίς επιλόχειο κατάθλιψη και των βρεφών τους, ενώ διερεύνησε, επίσης, σε βάθος τι προκύπτει από αυτού του είδους την αλληλεπίδραση. Στη συνέχεια, η δεύτερη μελέτη εξέτασε τον αντίκτυπο της επιλόχειου κατάθλιψης στις γλωσσικές δεξιότητες των βρεφών. Για να γίνει αυτό, μελετήθηκε παράλληλα και η φωνητική συμπεριφορά της μητέρας προς το βρέφος, εστιάζοντας τόσο στην ποιότητα όσο και στην ποσότητα του λόγου καθώς επίσης και στη χρήση αυθόρμητου τραγουδιού και φωνητικών ήχων (π.χ.,μίμηση βαβίσματος του βρέφους, μίμηση ήχων ζώων ή/και παιχνιδιών). Η τρίτη μελέτη αξιολόγησε τη διαφορετικότητα στα μοτίβα της μη-λεκτικής επικοινωνίας μεταξύ των μητέρων και των βρεφών στις δύο όμαδες. Αξιολογήθηκε λεπτομερώς η επίδραση της επιλόχειου κατάθλιψης σε τρεις διαφορετικές διαστάσεις της μη-λεκτικής επικοινωνίας - συγκεκριμένα στην έκφραση του προσώπου, στο άγγιγμα και στο βλέμμα- κατά τη διάρκεια της αλληλεπίδρασης τους. Τέλος, η τελευταία μελέτη εξέτασε τα μοτίβα συμπεριφοράς που σχετίζονται με το παιχνίδι των βρεφών και των μητέρων με και χωρίς επιλόχειο κατάθλιψη, όπως παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της αλληλεπίδρασής τους. Αθροιστικά, τα ευρήματα αυτών των τεσσάρων μελετών αλληλοσυνδέονται και δημιουργούν μια ολοκληρωμένη εικόνα των ανταλλαγών μεταξύ μητέρων και βρεφών στην επικοινωνία τους. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων ως προς την ποιότητα της αλληλεπίδρασης μητέρας-βρέφους, με την παρουσία της επιλόχειου κατάθλιψης να διαδραματίζει καίριο ρόλο. Στους τομείς της επικοινωνίας, δηλαδή την έκφραση προσώπου, τη φωνητική συμπεριφορά, την αφή και το βλέμμα, η συμπεριφορά των ζευγών από την κλινική ομάδα διέφερε με έναν ελλειμματικό τρόπο από τη συμπεριφορά των αντίστοιχων ζευγών της ομάδας σύγκρισης. Επίσης, οι μητέρες με επιλόχεια κατάθλιψη συμμετείχαν σε δραστηριότητες παιχνιδιού με διαφορετικό αλλά και λιγότερο αποτελεσματικό τρόπο από ό,τι οι μητέρες χωρίς επιλόχεια κατάθλιψη. Τα βρέφη των μητέρων με επιλόχεια κατάθλιψη παρουσίαζαν έναν πιο ανώριμο και παθητικό τρόπο παιχνιδιού καθώς και ελλείματα στις δεξιότητες αυτορρύθμισης σε σύγκριση με τα βρέφη μητέρων χωρίς κατάθλιψη. Εν συνεχεία, διαπιστώθηκε ότι οι μητέρες με επιλόχειο κατάθλιψη μιλούσαν λιγότερο στα βρέφη τους και υστερούσαν στην ποιότητα ομιλίας σε σχέση με τις μητέρες χωρίς επιλόχειο κατάθλιψη, ενώ τα βρέφη τους παρουσίαζαν σημαντικά υψηλότερο επίπεδο φωνητικών εκφράσεων – χαρακτηριστικό που έρευνες το συνδέουν με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ψυχοπαθολογίας στο μέλλον. Η επίδραση της επιλόχειου κατάθλιψης στο αυθόρμητο τραγούδι της μητέρας δεν ήταν στατιστικά σημαντική, αλλά η μικροανάλυση έδειξε ενδιαφέρουσες διαφορές μεταξύ των ομάδων. Συνολικά, τα βρέφη των μητέρων με επιλόχειο κατάθλιψη έδειξαν ελλείψεις στις λεκτικές και μη λεκτικές δεξιότητες σε σύγκριση με τα βρέφη των μητέρων χωρίς επιλόχειο κατάθλιψη. Αν και τα ευρήματα αποκάλυψαν ελλείμματα στα διαδραστικά πρότυπα της μητέρας στην περίπτωση της επιλόχειου κατάθλιψης, τα οποία θα μπορούσαν να συσχετιστούν με μειώσεις στις λεκτικές και μη λεκτικές δεξιότητες των βρεφών στην κλινική ομάδα, αυτό το ερευνητικό έργο παίρνει θέση ενάντιαστην αιτιοκρατική άποψη ότι η μητρική επιλόχειος κατάθλιψη θέτει αναγκαστικά σε κίνδυνο την αναπτυξιακή πορεία των βρεφών, μια αντίληψη που στιγματίζει τις μητέρες. Έτσι, ρίχνοντας φως τόσο στα δυνατά όσο και στα αδύναμα σημεία των μητέρων στην περίπτωση της επιλόχειου κατάθλιψης, η διδακτορική διατριβή ανοίγει το δρόμο για μελλοντικές έρευνες που θα μπορούσαν να διερευνήσουν περαιτέρω τους τρόπους ενίσχυσης αυτών των μητρικών δυνατών σημείων καθώς και τους τρόπους βελτίωσης των αντίστοιχων μητρικώνα δυναμιών. Η παρούσα έρευνα προτείνει, μεταξύ άλλων, ότι ο θεραπευτικός στόχος θα πρέπει να είναι η προώθηση της διαισθητικής εμπιστοσύνης των μητέρων ότι οι γονεϊκές τους δεξιότητες μπορούν να εξασφαλίσουν τη βέλτιστη ανάπτυξη των λεκτικών και μη λεκτικών ικανοτήτων των βρεφών τους. Ως εκ τούτου, τα ευρήματα της παρούσας διδακτορικής διατριβής θα μπορούσαν να πληροφορήσουν υπάρχουσες ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις προτείνοντας ένα αποτελεσματικό τρόπο για την ενίσχυση των θετικών ποιοτήτων αλλά και για την υποστήριξη αδυναμιών που εντοπίστηκαν σε μητέρες με επιλόχεια κατάθλιψη κατά τη διάρκεια παιχνιδιού με τα βρέφη τους, προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα της αλληλεπίδρασης μητέρας-βρέφους και να προαχθεί η κοινωνικο-συναισθηματική και γνωστική ανάπτυξη του βρέφους, με απώτερο σκοπό τη βελτίωση ποιότητας ζωής σε αυτόν τον πληθυσμό.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Background: Postnatal depression (PND) affects approximately 20% of women following childbirth. Research shows that mothers with PND are less involved in educational interactions with their babies, such as play, singing songs, face-to-face contacts and smiling. These deficits in mother-child interactions have been found to negatively affect the child’s development. Children of mothers with PND are at increased risk of poor developmental outcomes (i.e., emotional difficulties and poorer cognitive capacities, language outcomes and academic attainment). However, to our knowledge, there is no research focused on infants’ verbal and non-verbal communication skills during interactive activities with severely depressed mothers, and especially in the context of an inpatient Mother- Baby Unit (MBU). Aim: The main aim of this study is to explore the consequences of maternal PND on young children’s development, with a specific focus on language development. This research will examine the verbal a ...
Background: Postnatal depression (PND) affects approximately 20% of women following childbirth. Research shows that mothers with PND are less involved in educational interactions with their babies, such as play, singing songs, face-to-face contacts and smiling. These deficits in mother-child interactions have been found to negatively affect the child’s development. Children of mothers with PND are at increased risk of poor developmental outcomes (i.e., emotional difficulties and poorer cognitive capacities, language outcomes and academic attainment). However, to our knowledge, there is no research focused on infants’ verbal and non-verbal communication skills during interactive activities with severely depressed mothers, and especially in the context of an inpatient Mother- Baby Unit (MBU). Aim: The main aim of this study is to explore the consequences of maternal PND on young children’s development, with a specific focus on language development. This research will examine the verbal and non-verbal communication skills in infants of mothers with PND who reside in Mother Baby Units (MBU) during three common yet crucial early interaction activities: face-to-face contact, maternal singing and/or play. This will be the first study to provide a detailed examination of the development of verbal and non-verbal communication skills in infants during these multiple activities with their mothers (with and without PND). Research Questions: (1) Do babies with PND mothers differ in their verbal and non-verbal communication skills compared to babies of mothers without PND? (2) In which interaction activities (i.e. play, song and face-to-face interaction) do the infants display better outcomes in terms of verbal and non-verbal communication skills? (3) What are the differences between the two groups (mothers with and without PND and their babies) in the quality of mother-infant interaction during these activities?Methods: Pre-existing videos from Channi Kumar Mother and Baby Unit, Bethlem Royal Hospital in London that contain footages of 40 mothers with PND depression interacting with their babies during any of the three activities (i.e., play, mother singing and face-to-face interaction) will be used. A comparison group of 40 mothers without PND with their babies will be recruited from Maternity Services and Children’s Centres in London. These mothers will be screened for eligibility with a screening tool, the Edinburgh Postnatal Depression scale (EPDS: Cox et al., 1987), to ensure that they are not suffering from undiagnosed or unreported PND. Mothers without PND and their infants will be video-recorded interacting in order to illustrate the real differences- strengths and difficulties- in the interaction between mothers with PND and their infants. Analysis: The analysis of the video tapes of both case group (i.e., mothers with PND and their babies) and control group (i.e., mothers without PND and their babies) will be conducted in two main strands: The first strand of analysis is qualitative; looking at the interaction between mothers with and without PND and their infants, thematic analysis will be used to explore in depth what emerges from these interactions. Thematic analysis has been a distinctive approach to conducting qualitative research in psychology; “through its theoretical freedom, thematic analysis provides a highly flexible approach that can be modified for the needs of manystudies, providing a rich and detailed, yet complex account of data” (Nowell et al., 2017, p.2). The second strand of analysis is quantitative and aims to assess the mother-infant interaction and infants’ communication skills. Infant CARE-index will be used for evaluating mother-infant interaction. CARE-index is a valid and reliable screening tool that assesses mother-infant interaction in a videotaped play interaction. This coding system includes three descriptors for the adult: sensitivity, control and unresponsiveness and four for the infant: cooperativeness, difficultness, compulsiveness and passivity. In addition, maternal sensitivity through mothers’ tone of voice will be assessed. In particular, the baby, through maternal voice, receives emotional information, such as mother’s love, care and sensitivity. Evidence shows that mothers with PND speak with a significantly higher voice when addressing their babies in comparison with mothers without PND. In this case, the quality of the interaction between mother-baby might not be positive due to the mothers’ irritated tone of voice. To further explore this aspect that is linked to mother-infant interaction, in the scope of this research, maternal soundwave will be used to represent graphically the mothers’ voice volume from both groups, using the audacity audio software. Regarding infants’ verbal and non-verbal communication skills, frequencies and qualities of infants’ verbal and non-verbal abilities will be recorded during the three activities using the Early Social Communication Scales; a coding system developed by Mundy et al (2003) that records frequencies of babies’ communicative acts falling into one of the three mutually exclusive and functionally defined categories of communication skills: social interaction, jointattention, and requesting. Also, onsets and offsets of the following behaviours will be recorded: gaze to mother’s face, smile, social vocalisation; frequencies and duration of all babies’ behaviours will be converted, respectively, to rates per minute and per cent durations; this is a coding system employed in the study conducted by Rozga et al (2011). Finally, each videotaped will be coded using a gesture coding checklist. This screening tool is called Checklist for Identifying Communicative Acts (Adapted from Wetherby&Prizant, 1993). Overall, the researcher will be the first coder and 15% of the videotapes will be double-coded by a second coder, who will be completely unaware of the hypotheses of the study, to ensure reliability of the process.
περισσότερα