Περίληψη
Σκοπός της διδακτορικής διατριβής είναι η διερεύνηση των αιτίων της σύσφιξης των σχέσεων μεταξύ της Κίνας και των χωρών της Υποσαχάριας Αφρικής, με έμφαση στην περίοδο 2000‒2024. Παράλληλα, εξετάζονται οι επιπτώσεις της κινεζικής διείσδυσης στην περιοχή και, ειδικότερα, κατά πόσο πρόκειται για μία αμοιβαία επωφελή εξέλιξη. Ακόμα, επιχειρείται η ανάγνωση και ερμηνεία των αιτίων που έχουν οδηγήσει την κινεζική ηγεσία στη σύναψη στενότερων σχέσεων με τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, την Κένυα και την Αγκόλα, οι οποίες αποτελούν τρεις από τους σημαντικότερους εταίρους της Κίνας στην αφρικανική ήπειρο.Από τις αρχές του 21ου αιώνα, οι επαφές Κίνας‒Αφρικής ενισχύονται σταθερά σε όλα τα επίπεδα, κάτι που φαίνεται όχι μόνο από τη συνεχή άνοδο του διμερούς εμπορίου και των κινεζικών επενδύσεων στην Αφρική, αλλά και από την ίδρυση θεσμών, οι οποίοι σχεδιάστηκαν με στόχο την ανάπτυξη και την εμβάθυνση των σχέσεών τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Φόρουμ για τη Συνεργασία Κίνας‒Αφρικής» ( ...
Σκοπός της διδακτορικής διατριβής είναι η διερεύνηση των αιτίων της σύσφιξης των σχέσεων μεταξύ της Κίνας και των χωρών της Υποσαχάριας Αφρικής, με έμφαση στην περίοδο 2000‒2024. Παράλληλα, εξετάζονται οι επιπτώσεις της κινεζικής διείσδυσης στην περιοχή και, ειδικότερα, κατά πόσο πρόκειται για μία αμοιβαία επωφελή εξέλιξη. Ακόμα, επιχειρείται η ανάγνωση και ερμηνεία των αιτίων που έχουν οδηγήσει την κινεζική ηγεσία στη σύναψη στενότερων σχέσεων με τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, την Κένυα και την Αγκόλα, οι οποίες αποτελούν τρεις από τους σημαντικότερους εταίρους της Κίνας στην αφρικανική ήπειρο.Από τις αρχές του 21ου αιώνα, οι επαφές Κίνας‒Αφρικής ενισχύονται σταθερά σε όλα τα επίπεδα, κάτι που φαίνεται όχι μόνο από τη συνεχή άνοδο του διμερούς εμπορίου και των κινεζικών επενδύσεων στην Αφρική, αλλά και από την ίδρυση θεσμών, οι οποίοι σχεδιάστηκαν με στόχο την ανάπτυξη και την εμβάθυνση των σχέσεών τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Φόρουμ για τη Συνεργασία Κίνας‒Αφρικής» (FOCAC), το οποίο ιδρύθηκε το 2000 και σταδιακά εξελίχθηκε στον σημαντικότερο θεσμό για τις δύο πλευρές. Στην περαιτέρω ενίσχυση των σινοαφρικανικών σχέσεων καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν οι αυξημένες ανάγκες της κινεζικής οικονομίας σε φυσικούς πόρους και πρώτες ύλες. Άλλωστε, η σταδιακή μετατροπή της Κίνας σε ένα τεχνολογικά ανεπτυγμένο κράτος, που στηρίζει την οικονομία του στις εξαγωγές προϊόντων τεχνολογίας, αύξησε σημαντικά τη ζήτηση για φυσικούς πόρους που βρίσκονται σε αφθονία στα εδάφη της Υποσαχάριας Αφρικής. Ταυτόχρονα, η Κίνα παρουσιάζεται ως ένας απαραίτητος εταίρος για τις περισσότερες αφρικανικές χώρες, λόγω των τεράστιων αναγκών τους σε έργα υποδομών, καθώς ήταν σε θέση να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε αυτές τις ανάγκες, προσφέροντας χρηματοδότηση και τεχνογνωσία για την υλοποίηση μεγάλων έργων.Ωστόσο, η αυξημένη παρουσία της Κίνας στην Αφρική συνεπάγεται ορισμένους σημαντικούς κινδύνους, οι οποίοι πρέπει να εξεταστούν διεξοδικά. Για παράδειγμα, η εξάρτηση πολλών αφρικανικών οικονομιών από τις εξαγωγές φυσικών πόρων προς την Κίνα, τις καθιστά ευάλωτες σε διακυμάνσεις των τιμών των πρώτων υλών. Επιπλέον, πολλές αφρικανικές χώρες που βασίζονται στις εξαγωγές πρώτων υλών προς την Κίνα, τείνουν να παραμελούν τους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας τους, όπως τη βιομηχανία, τη γεωργία και τη βιοτεχνία, με αποτέλεσμα να παραμένουν υποβαθμισμένοι. Ταυτόχρονα, η εισροή κινεζικών βιομηχανικών και μεταποιημένων προϊόντων στις αφρικανικές αγορές δυσχεραίνει την ανάπτυξη της τοπικής βιομηχανίας και βιοτεχνίας, καθώς οι εγχώριες επιχειρήσεις αδυνατούν να ανταγωνιστούν τα κινεζικά προϊόντα. Ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα αφορά τη διαχείριση των κρατικών εσόδων που προκύπτουν από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Σε πολλές περιπτώσεις, τα έσοδα αυτά δεν κατανέμονται δίκαια, οδηγώντας σε περαιτέρω διεύρυνση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων. Προκειμένου να ερμηνευθούν τα παραπάνω ζητήματα, στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, επιλέχθηκε να χρησιμοποιηθεί ως ερμηνευτικό εργαλείο η θεωρία της Εξάρτησης («Dependency Theory»). Η συγκεκριμένη θεωρητική προσέγγιση διατυπώθηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1950, με σκοπό να ερμηνεύσει τις οικονομικές σχέσεις των αναπτυσσόμενων κρατών της Λατινικής Αμερικής με τον ανεπτυγμένο κόσμο. Για αυτόν τον λόγο, θεωρήθηκε σκόπιμο να υποστεί ορισμένες τροποποιήσεις, ούτως ώστε να είναι πιο συμβατή με το αντικείμενο της παρούσας εργασίας. Η διατριβή επιδιώκει να καλύψει κενά που εντοπίζονται στην ανασκόπηση της ελληνικής και διεθνούς βιβλιογραφίας, φιλοδοξώντας να συμβάλει σε αυτή τη θεματική περιοχή. Παράλληλα, αποτελεί μια πρωτότυπη συμβολή, καθώς δεν υπάρχουν δημοσιευμένες μελέτες στην ελληνική γλώσσα που να εξετάζουν συστηματικά την εξωτερική και οικονομική πολιτική της Κίνας στην Υποσαχάρια Αφρική υπό το πρίσμα της θεωρίας της Εξάρτησης. Αντίστοιχα, οι σχετικές διεθνείς μελέτες είναι περιορισμένες και, σε μεγάλο βαθμό, προγενέστερες του 2020, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη για μια επικαιροποιημένη ανάλυση. Εκτός από την αναλυτική μελέτη των σινοαφρικανικών σχέσεων, η διατριβή προσφέρει μια συγκριτική εξέταση των περιπτώσεων της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, της Κένυας και της Αγκόλας, αναδεικνύοντας νέες οπτικές στη δυναμική των σχέσεών τους με την Κίνα και στον ρόλο της τελευταίας στην αναπτυξιακή τους πορεία.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The dissertation investigates the factors that have led to the strengthening of relations between China and the countries of Sub-Saharan Africa with a particular focus on the period 2000–2024. It explores China’s growing presence in the region and examines whether this engagement constitutes a genuinely mutually beneficial form of cooperation. In addition, it seeks to analyze the reasons that have driven the Chinese leadership to cultivate closer ties with the Democratic Republic of the Congo, Kenya and Angola—three of its most significant partners on the African continent. China-Africa relations have expanded during the 21st century. This is apparent not only in the rise of bilateral trade and Chinese investments in Africa but also in the establishment of institutions designed to promote and expand political, economic and diplomatic ties. A defining example is the Forum on China–Africa Cooperation (FOCAC), founded in 2000, which has gradually evolved into the most important institutio ...
The dissertation investigates the factors that have led to the strengthening of relations between China and the countries of Sub-Saharan Africa with a particular focus on the period 2000–2024. It explores China’s growing presence in the region and examines whether this engagement constitutes a genuinely mutually beneficial form of cooperation. In addition, it seeks to analyze the reasons that have driven the Chinese leadership to cultivate closer ties with the Democratic Republic of the Congo, Kenya and Angola—three of its most significant partners on the African continent. China-Africa relations have expanded during the 21st century. This is apparent not only in the rise of bilateral trade and Chinese investments in Africa but also in the establishment of institutions designed to promote and expand political, economic and diplomatic ties. A defining example is the Forum on China–Africa Cooperation (FOCAC), founded in 2000, which has gradually evolved into the most important institutional platform for both sides. Furthermore, China’s expanding engagement has been strongly influenced by its growing demand for natural resources and raw materials. As China transformed into a technologically advanced economy that relies heavily on the export of technology-intensive goods, its demand for natural resources—abundant in Sub-Saharan Africa—grew significantly. At the same time, China has emerged as an important partner for many African states due to their substantial infrastructure needs, as it was able to respond effectively to these needs, offering funding and expertise for the implementation of major projects. However, China’s increased presence in Africa also entails significant risks. Many African economies depend heavily on the export of natural resources to China making them vulnerable to fluctuations in global commodity prices. Moreover, countries that rely predominantly on exporting raw materials often neglect other crucial sectors such as industry, agriculture and manufacturing which remain underdeveloped. The influx of Chinese manufactured goods into African markets further hampers the growth of local industries which struggle to compete. An additional challenge concerns the management of state revenues generated from natural resource exploitation. In many cases, these revenues are unevenly distributed, contributing to widening social and economic inequalities. To explore these issues, the dissertation employs Dependency Theory as its main interpretive framework. Originally formulated in the 1950s to explain the economic relationships between resource-rich developing states in Latin America and the industrialized world, the theory is adapted here to better align with the contemporary context of Sino-African relations. The dissertation addresses significant gaps in both Greek and international scholarship and offers an original contribution as no published studies in Greek systematically examine China’s foreign and economic policy in Sub-Saharan Africa through the lens of Dependency Theory, while relevant international studies are limited and largely pre-2020. Beyond providing a detailed analysis of China–Africa relations, the dissertation conducts a comparative examination of the Democratic Republic of the Congo, Kenya and Angola, offering new insights into the dynamics of their engagement with China and the role China plays in their development trajectories.
περισσότερα