Περίληψη
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει τις σχέσεις Ελλάδας–Γερμανίας κατά την περίοδο 1933–1941 υπό το πρίσμα της θεωρίας των μικρών κρατών και ειδικότερα μέσω του αναλυτικού εργαλείου του Χάσματος Ικανοτήτων–Προσδοκιών (Capabilities–Expectations Gap / CEG) του Christopher Hill. Βασικός σκοπός της έρευνας είναι να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα, ως μικρό κράτος, διαχειρίστηκε τις εξωτερικές προκλήσεις, τις περιορισμένες δυνατότητές της και τις αυξημένες απαιτήσεις του διεθνούς περιβάλλοντος σε μια εποχή έντονου αναθεωρητισμού, αστάθειας και μεταβολής των ευρωπαϊκών ισορροπιών. Στο θεωρητικό επίπεδο, η διατριβή εστιάζει στη θέση των μικρών κρατών στο διεθνές σύστημα, στις θεωρητικές προσεγγίσεις της εξωτερικής πολιτικής τους, καθώς και στις στρατηγικές επιβίωσης που αυτά αναπτύσσουν έναντι απειλών και πιέσεων από μεγάλες δυνάμεις. Παράλληλα, αξιοποιείται το σχήμα του CEG ως εργαλείο κατανόησης της απόστασης ανάμεσα στις εθνικές επιδιώξεις και στις πραγματικές δυνατότητες άσκ ...
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει τις σχέσεις Ελλάδας–Γερμανίας κατά την περίοδο 1933–1941 υπό το πρίσμα της θεωρίας των μικρών κρατών και ειδικότερα μέσω του αναλυτικού εργαλείου του Χάσματος Ικανοτήτων–Προσδοκιών (Capabilities–Expectations Gap / CEG) του Christopher Hill. Βασικός σκοπός της έρευνας είναι να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα, ως μικρό κράτος, διαχειρίστηκε τις εξωτερικές προκλήσεις, τις περιορισμένες δυνατότητές της και τις αυξημένες απαιτήσεις του διεθνούς περιβάλλοντος σε μια εποχή έντονου αναθεωρητισμού, αστάθειας και μεταβολής των ευρωπαϊκών ισορροπιών. Στο θεωρητικό επίπεδο, η διατριβή εστιάζει στη θέση των μικρών κρατών στο διεθνές σύστημα, στις θεωρητικές προσεγγίσεις της εξωτερικής πολιτικής τους, καθώς και στις στρατηγικές επιβίωσης που αυτά αναπτύσσουν έναντι απειλών και πιέσεων από μεγάλες δυνάμεις. Παράλληλα, αξιοποιείται το σχήμα του CEG ως εργαλείο κατανόησης της απόστασης ανάμεσα στις εθνικές επιδιώξεις και στις πραγματικές δυνατότητες άσκησης πολιτικής, επιτρέποντας την ερμηνεία της ελληνικής συμπεριφοράς όχι ως παθητικής ή αντιφατικής, αλλά ως προσαρμοστικής στρατηγικής μικρού κράτους. Στο ιστορικό επίπεδο, η έρευνα τοποθετεί την ελληνική περίπτωση μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο του Μεσοπολέμου, εξετάζοντας αφενός τη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού συστήματος μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και αφετέρου τη στρατηγική των μεγάλων δυνάμεων, ιδίως της Γερμανίας, της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται στη σταδιακή ανάδυση της ναζιστικής Γερμανίας ως αναθεωρητικής δύναμης και στις συνέπειες που αυτή είχε για την Ελλάδα και τη βαλκανική ισορροπία. Ο κύριος κορμός της διατριβής αναλύει τις ελληνογερμανικές σχέσεις σε τρεις αλληλένδετες διαστάσεις: πολιτική–διπλωματική, οικονομική και πολιτιστική. Στην πολιτική διάσταση διερευνάται η ελληνική στάση απέναντι στις γερμανικές αναθεωρητικές κινήσεις, η διαχείριση της ουδετερότητας, οι προσπάθειες διατήρησης του status quo και οι διπλωματικοί ελιγμοί της Αθήνας έως την κατάρρευση της ουδετερότητας. Στην οικονομική διάσταση αναδεικνύεται η σημασία των ελληνογερμανικών εμπορικών σχέσεων, η ενίσχυση της γερμανικής επιρροής λόγω της περιορισμένης βρετανικής οικονομικής παρουσίας, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο η Ελλάδα επιχείρησε να χρησιμοποιήσει την οικονομική συνεργασία ως μέσο ενίσχυσης της θέσης της. Στην πολιτιστική διάσταση εξετάζονται οι μηχανισμοί πολιτιστικής διπλωματίας, η επίδραση της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς στη γερμανική πνευματική και ιδεολογική πρόσληψη, καθώς και η προσπάθεια της Ελλάδας να αξιοποιήσει το πολιτιστικό της κεφάλαιο ως στοιχείο διεθνούς ισχύος. Η έρευνα βασίζεται σε εκτενή αξιοποίηση πρωτογενών και δευτερογενών πηγών, όπως διπλωματικά αρχεία, κρατικά έγγραφα, διεθνείς συμφωνίες, οικονομικά στοιχεία, απομνημονεύματα και εξειδικευμένη ελληνική και ξενόγλωσση βιβλιογραφία. Μέσω της σύνθεσης θεωρίας και εμπειρικής ανάλυσης, η διατριβή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα επιχείρησε να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ προσδοκιών και δυνατοτήτων με ευέλικτες στρατηγικές προσαρμογής, ισορροπίας και επιλεκτικής συνεργασίας. Παρά τους περιορισμούς της, δεν υπήρξε απλός αποδέκτης των διεθνών εξελίξεων, αλλά δρων με συγκεκριμένους στόχους, ο οποίος αξιοποίησε το διπλωματικό, οικονομικό και πολιτιστικό του απόθεμα για να ενισχύσει την επιβίωσή του σε ένα αναθεωρητικό περιβάλλον. Η διατριβή συμβάλλει τόσο στη μελέτη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής του Μεσοπολέμου όσο και στη θεωρητική συζήτηση για τη συμπεριφορά των μικρών κρατών, προτείνοντας μια ερμηνεία που συνδέει τη δομή του διεθνούς συστήματος με τη στρατηγική δράση, τις αντιλήψεις και τις επιλογές της ελληνικής ηγεσίας.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This doctoral dissertation examines Greek–German relations during the period 1933–1941 through the theoretical lens of small-state studies and, more specifically, through Christopher Hill’s analytical concept of the Capabilities–Expectations Gap (CEG). Its principal aim is to investigate how Greece, as a small state, managed external pressures, structural constraints, and rising international demands in an era marked by revisionism, instability, and the gradual collapse of the interwar European order. At the theoretical level, the dissertation focuses on the place of small states in the international system, the main approaches to the analysis of their foreign policy, and the strategies they develop in order to preserve security and political autonomy in relation to great powers. Particular emphasis is placed on the CEG framework as a tool for interpreting the distance between national ambitions and actual state capacities. In this respect, Greek foreign policy is approached not as inc ...
This doctoral dissertation examines Greek–German relations during the period 1933–1941 through the theoretical lens of small-state studies and, more specifically, through Christopher Hill’s analytical concept of the Capabilities–Expectations Gap (CEG). Its principal aim is to investigate how Greece, as a small state, managed external pressures, structural constraints, and rising international demands in an era marked by revisionism, instability, and the gradual collapse of the interwar European order. At the theoretical level, the dissertation focuses on the place of small states in the international system, the main approaches to the analysis of their foreign policy, and the strategies they develop in order to preserve security and political autonomy in relation to great powers. Particular emphasis is placed on the CEG framework as a tool for interpreting the distance between national ambitions and actual state capacities. In this respect, Greek foreign policy is approached not as inconsistent or passive, but as a form of adaptive statecraft shaped by the dilemmas of small-state survival. At the historical level, the study situates the Greek case within the wider context of interwar Europe, examining both the post-First World War international environment and the strategies of the major powers, especially Germany, Great Britain, France, Italy, and the Soviet Union. Special attention is given to the rise of Nazi Germany as a revisionist power and to the consequences of this transformation for Greece and the Balkan balance of power. The core of the dissertation analyzes Greek–German relations across three interconnected dimensions: political-diplomatic, economic, and cultural. The political dimension explores Greece’s responses to German revisionism, its management of neutrality, its efforts to preserve the regional and European status quo, and its diplomatic maneuvering up to the breakdown of neutrality. The economic dimension highlights the growing importance of Greek–German trade relations, the expansion of German economic influence in the context of limited British commercial engagement, and the ways in which Greece attempted to use economic cooperation as a means of strengthening its own position. The cultural dimension investigates the mechanisms of cultural diplomacy, the enduring impact of ancient Greek heritage on German intellectual and ideological perceptions, and Greece’s effort to mobilize its cultural capital as an element of international influence. The dissertation is based on extensive use of primary and secondary sources, including diplomatic archives, official state documents, international agreements, economic data, memoirs, and specialized Greek and foreign-language scholarship. By combining theoretical inquiry with empirical historical analysis, the study concludes that Greece sought to bridge the gap between expectations and capabilities through flexible strategies of adaptation, balancing, and selective cooperation. Despite its material limitations, Greece did not function merely as a passive recipient of international developments, but as a state actor pursuing specific objectives and making use of its diplomatic, economic, and cultural resources in order to enhance its survival in a revisionist environment. The dissertation contributes both to the study of Greek foreign policy during the interwar period and to the broader theoretical discussion on the behavior of small states, offering an interpretation that connects international structure with strategic agency, perception, and political choice.
περισσότερα