Περίληψη
Η Φερεγγυότητα II (Solvency II), η οποία τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 2016 εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, αποτελεί μία καθοριστική εξέλιξη για τον ασφαλιστικό κλάδο κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, προκαλώντας τόσο υψηλές προσδοκίες όσο και σημαντικές ανησυχίες. Η προσέγγιση βάσει κινδύνου συνιστά τη σημαντικότερη καινοτομία του ρυθμιστικού αυτού πλαισίου, καθώς αντιμετωπίζει κρίσιμα ζητήματα που σχετίζονται με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, την εποπτεία τους και τη διαφάνεια της αγοράς. Για τους ασφαλισμένους και τους δικαιούχους, η Φερεγγυότητα II δίνει προτεραιότητα στην προστασία των συμφερόντων τους, ενώ για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις παρέχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τις νέες κεφαλαιακές απαιτήσεις ως στρατηγικό πλεονέκτημα και όχι ως περιορισμό.Η παρούσα διατριβή εξετάζει τρεις πτυχές της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, υπό το πρίσμα του πλαισίου της Φερεγγυότητας II. Συγκεκριμένα, αξιολογεί την επίδραση της εφαρμογής της Φερεγγυότητας II, σ ...
Η Φερεγγυότητα II (Solvency II), η οποία τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 2016 εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, αποτελεί μία καθοριστική εξέλιξη για τον ασφαλιστικό κλάδο κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, προκαλώντας τόσο υψηλές προσδοκίες όσο και σημαντικές ανησυχίες. Η προσέγγιση βάσει κινδύνου συνιστά τη σημαντικότερη καινοτομία του ρυθμιστικού αυτού πλαισίου, καθώς αντιμετωπίζει κρίσιμα ζητήματα που σχετίζονται με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, την εποπτεία τους και τη διαφάνεια της αγοράς. Για τους ασφαλισμένους και τους δικαιούχους, η Φερεγγυότητα II δίνει προτεραιότητα στην προστασία των συμφερόντων τους, ενώ για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις παρέχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τις νέες κεφαλαιακές απαιτήσεις ως στρατηγικό πλεονέκτημα και όχι ως περιορισμό.Η παρούσα διατριβή εξετάζει τρεις πτυχές της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, υπό το πρίσμα του πλαισίου της Φερεγγυότητας II. Συγκεκριμένα, αξιολογεί την επίδραση της εφαρμογής της Φερεγγυότητας II, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, στην κερδοφορία και τη χρηματοοικονομική ευρωστία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων· μελετά τον αντίκτυπο της εφαρμογής των ρυθμιστικών μέτρων και εξετάζει τους προσδιοριστικούς παράγοντες (που επιτρέπουν την πρόβλεψη) του Δείκτη Απαίτησης Κεφαλαίου Φερεγγυότητας (SCR)· και, τέλος, διερευνά την επίδραση των επενδυτικών παραγόντων στη φερεγγυότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.Ειδικότερα, το πρώτο ερευνητικό ερώτημα αποκαλύπτει την επίδραση τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών παραγόντων στην κερδοφορία και τη χρηματοοικονομική ισχύ των ασφαλιστικών ομίλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ιδιαίτερη έμφαση στην Ευρωπαϊκή κρίση δημόσιου χρέους και στην Οδηγία Φερεγγυότητα II — τομείς που δεν έχουν διερευνηθεί εκτενώς στη σχετική βιβλιογραφία. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η αποτελεσματική διαχείριση των απαιτήσεων, καθώς και οι ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες, ενισχύουν την κερδοφορία και τη χρηματοοικονομική ευρωστία, ενώ ο ασφαλιστικός κίνδυνος ανάληψης και το μέγεθος των επιχειρήσεων ασκούν αρνητική επίδραση. Τα μακροπρόθεσμα επιτόκια επηρεάζουν θετικά την κερδοφορία, ενώ η αντασφάλιση, το μέγεθος της εγχώριας αγοράς, η δομή της αγοράς και ο πληθωρισμός την επηρεάζουν αρνητικά. Η Ευρωπαϊκή κρίση δημόσιου χρέους διαπιστώνεται ότι επηρέασε αρνητικά την κερδοφορία και είχε οριακά θετική επίδραση στη χρηματοοικονομική ισχύ. Η Φερεγγυότητα II δεν εμφανίζει στατιστικά σημαντική επίδραση σε κανέναν από τους δύο δείκτες.Το δεύτερο ερευνητικό ερώτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εφάρμοσαν ρυθμιστικά μέτρα ως απάντηση στις κρίσεις των αρχών του 21ου αιώνα. Τα μέτρα αυτά αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της διαφάνειας, στην προστασία των καταναλωτών και των επενδυτών, στην αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, στη σταθεροποίηση των αγορών ασφάλισης και συντάξεων και στη βελτίωση της φερεγγυότητας. Το πλαίσιο της Φερεγγυότητας II στην Ευρωπαϊκή Ένωση εφάρμοσε αυτές τις αρχές στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Η ανάλυση περιλαμβάνει την πρόβλεψη της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών εταιρειών, τον εντοπισμό των βασικών μεταβλητών που επηρεάζουν τον δείκτη SCR και τη δημιουργία σημείων αναφοράς (benchmarks) για την παρακολούθηση και πρόβλεψη των δεικτών SCR, τα οποία είναι κρίσιμα για τη βιωσιμότητα των ευρωπαϊκών ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, η μελέτη καταδεικνύει την αποτελεσματικότητα των τεχνικών μηχανικής μάθησης, και ειδικότερα της κανονικοποιημένης γραμμικής παλινδρόμησης Lasso, στην ανάλυση της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Η μέθοδος Lasso ανέδειξε το ποσοστό επανεπένδυσης, τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα, τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις και τις δαπάνες αποζημιώσεων, παροχών και προσαρμογών ως βασικούς προβλεπτικούς παράγοντες της φερεγγυότητας, συμβάλλοντας στη διατήρηση ισχυρών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας και στη διασφάλιση της επιχειρησιακής συνέχειας.Το τρίτο ζήτημα φερεγγυότητας που εξετάζεται αφορά την επίδραση της δομής του επενδυτικού χαρτοφυλακίου στη φερεγγυότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Για την πρόβλεψη των δεικτών φερεγγυότητας χρησιμοποιήθηκαν γραμμική παλινδρόμηση και εποπτευόμενα μοντέλα μηχανικής μάθησης, και ειδικότερα το μοντέλο Extra Trees Regression, το οποίο παρουσίασε την υψηλότερη προβλεπτική απόδοση. Η ανάλυση υποστηρίχθηκε περαιτέρω από μεθόδους δεδομένων πάνελ. Οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν τους δείκτες φερεγγυότητας περιλαμβάνουν τις υποχρεώσεις unit-linked και index-linked, το μέγεθος της επιχείρησης, τις επενδύσεις σε ακίνητα, οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων, ομόλογα και μετοχές, τον λόγο κρατικών προς εταιρικά ομόλογα, τη συγκέντρωση της αγοράς ζωής και ζημιών, την ανάπτυξη της εγχώριας αγοράς ομολόγων, την ανάπτυξη του ιδιωτικού χρέους, τις καταναλωτικές δαπάνες των νοικοκυριών, τη συγκέντρωση του τραπεζικού τομέα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και τις εκπομπές CO₂. Η ανάλυση διερευνά με μοναδικό τρόπο τη σχέση μεταξύ δεικτών φερεγγυότητας και έως σήμερα ανεξερεύνητων μεταβλητών, όπως η κατανομή περιουσιακών στοιχείων του χαρτοφυλακίου, η συγκέντρωση της ασφαλιστικής αγοράς και τα προϊόντα unit-linked και index-linked, χρησιμοποιώντας τόσο παραδοσιακές όσο και προηγμένες μεθόδους μηχανικής μάθησης. Παράλληλα, εντοπίζει συσχετίσεις με την ανάπτυξη της αγοράς ομολόγων και τις επενδύσεις σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων, αναδεικνύοντας τους σημαντικούς κινδύνους φερεγγυότητας που απορρέουν από την υψηλή συγκέντρωση του τραπεζικού τομέα υπό το καθεστώς της Φερεγγυότητας II.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Solvency II, which was implemented on January 1, 2016, within the European Economic Area, represents a pivotal advancement in the insurance sector over the past two decades, eliciting both substantial expectations and concerns. The risk-based approach is the most significant innovation of this regulatory framework, addressing critical issues related to capital requirements, their supervision, and market disclosure. For insured individuals and beneficiaries, Solvency II prioritizes the protection of their interests. For insurance entities, it offers an opportunity to perceive the new capital requirements as a strategic advantage rather than a constraint. This dissertation addresses three aspects of an insurer's solvency, especially under the prism of the Solvency II framework. Specifically, it assesses the impact of Solvency II implementation, alongside other factors, on the profitability and financial robustness of insurers; it studies the effect of the implementation of regulatory me ...
Solvency II, which was implemented on January 1, 2016, within the European Economic Area, represents a pivotal advancement in the insurance sector over the past two decades, eliciting both substantial expectations and concerns. The risk-based approach is the most significant innovation of this regulatory framework, addressing critical issues related to capital requirements, their supervision, and market disclosure. For insured individuals and beneficiaries, Solvency II prioritizes the protection of their interests. For insurance entities, it offers an opportunity to perceive the new capital requirements as a strategic advantage rather than a constraint. This dissertation addresses three aspects of an insurer's solvency, especially under the prism of the Solvency II framework. Specifically, it assesses the impact of Solvency II implementation, alongside other factors, on the profitability and financial robustness of insurers; it studies the effect of the implementation of regulatory measures and examines the determinants (that allow the forecasting) of the Solvency Capital Requirement Ratio (SCR); and ultimately, it identifies the effect of investment related factors on an insurer's solvency (ratio). More specifically, the first problem tackled unveils the influence of both internal and external factors on the profitability and financial strength of EU insurance groups, with a particular emphasis on the European sovereign debt crisis and the Solvency II Directive—areas that have not been extensively explored in existing literature. The findings suggest that effective accounts receivable, management, and favorable economic conditions enhance profitability and financial strength, whereas underwriting risk, and size exert a negative impact. Long-term interest rates are found to positively affect profitability, while reinsurance purchase, domestic market size, market structure, and inflation negatively influence it. The European sovereign debt crisis is shown to adversely affect profitability and has a negligible positive effect on financial strength. Solvency II is found to have no significant impact on either metric. The second question addressed in this dissertation pertains to the manner in which financial institutions implemented regulatory measures in response to early twenty-first-century crises. These measures aimed to enhance transparency, protect consumers and investors, restructure financial capital, stabilize insurance and pension markets, and improve solvency. The Solvency II framework in the European Union applied these principles to insurance companies. It involves forecasting the solvency of insurers within a cohort of European insurance companies, identifying the key variables influencing the Solvency Capital Requirement (SCR) ratio of European insurers, and establishing benchmarks for monitoring and forecasting SCR ratios, which are essential for the sustainability of European insurance companies. Furthermore, the study demonstrates the efficacy of machine learning techniques, particularly regularized linear regression, specifically Lasso, in the analysis of insurer solvency. Lasso identified the reinvestment rate, cash and equivalents, long-term investment, and losses-benefits-and-adjustments expenses as key predictors of insurer solvency, thereby aiding insurers in maintaining robust solvency capital requirement ratios and ensuring operational continuity with minimal disruption.The third solvency-related issue examined in this study is the impact of investment portfolio structure on insurers' solvency. Linear regression and supervised machine learning models, specifically extra trees regression, were utilized to predict solvency ratios, with extra trees regression exhibiting superior performance. The investigation was further supported by panel data analysis. Key factors influencing solvency ratios included unit-linked and index-linked liabilities, firm size, investments in property, collective undertakings, bonds and equities, the ratio of government to corporate bonds, life and non-life market concentration, domestic bond market development, private debt development, household spending, banking concentration, non-performing loans, and CO2 emissions. The analysis uniquely investigates the relationship between solvency ratios and previously unexplored variables such as portfolio asset allocation, insurance market concentration, and unit-linked and index-linked products, employing both traditional and machine-enhanced methods. It also identifies associations with bond market development and investments in collective undertakings, underscoring the significant solvency risks posed by high banking sector concentration under Solvency II.
περισσότερα