Περίληψη
Η αυξανόμενη πίεση από την κλιματική αλλαγή, την περιβαλλοντική υποβάθμιση και τη σπανιότητα των πόρων έχει αναδείξει την σημασία για την τήρηση των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης και της κυκλικής οικονομίας (ΚΟ) σε κεντρικό σημείο των παγκόσμιων και περιφερειακών πολιτικών ατζεντών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) έχει δεσμευθεί σε φιλόδοξους στόχους βιωσιμότητας μέσω της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, της Ατζέντας 2030 και της Ατζέντας 2050, με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και παράλληλα τη διασφάλιση της οικονομικής ευημερίας. Παρά τις σημαντικές εξελίξεις, επίμονα εμπόδια εξακολουθούν να υφίστανται στους τομείς της διαχείρισης αποβλήτων, της ενεργειακής μετάβασης και της παραγωγικότητας, ιδιαίτερα υπό την πολυπλοκότητα μίας εποχής πολύ-κρίσης, η οποία χαρακτηρίζεται από πληθώρα περιβαλλοντικών, κοινωνικών και γεωπολιτικών κινδύνων. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η παρούσα διατριβή συμβάλλει στη συζήτηση αυτή διερευνώντας τις διασυνδέσεις ανάμεσα στη βιώσιμη διαχείριση αποβλήτων, ...
Η αυξανόμενη πίεση από την κλιματική αλλαγή, την περιβαλλοντική υποβάθμιση και τη σπανιότητα των πόρων έχει αναδείξει την σημασία για την τήρηση των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης και της κυκλικής οικονομίας (ΚΟ) σε κεντρικό σημείο των παγκόσμιων και περιφερειακών πολιτικών ατζεντών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) έχει δεσμευθεί σε φιλόδοξους στόχους βιωσιμότητας μέσω της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, της Ατζέντας 2030 και της Ατζέντας 2050, με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και παράλληλα τη διασφάλιση της οικονομικής ευημερίας. Παρά τις σημαντικές εξελίξεις, επίμονα εμπόδια εξακολουθούν να υφίστανται στους τομείς της διαχείρισης αποβλήτων, της ενεργειακής μετάβασης και της παραγωγικότητας, ιδιαίτερα υπό την πολυπλοκότητα μίας εποχής πολύ-κρίσης, η οποία χαρακτηρίζεται από πληθώρα περιβαλλοντικών, κοινωνικών και γεωπολιτικών κινδύνων. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η παρούσα διατριβή συμβάλλει στη συζήτηση αυτή διερευνώντας τις διασυνδέσεις ανάμεσα στη βιώσιμη διαχείριση αποβλήτων, την μέτρηση οικονομικών δεικτών αποδοτικότητας και παραγωγικότητας, με έμφαση τόσο σε διακρατικό όσο και σε κλαδικό επίπεδο. Ουσιαστικά, μέσω προηγμένων εμπειρικών μεθόδων, όπως η Περιβάλλουσα Ανάλυσης Δεδομένων (DEA), οι δείκτες παραγωγικότητας Malmquist και Luenberger (MPI, MLPI), η hybrid Window DEA (WDEA), οι τεχνικές bootstrap και τα υποδείγματα σύγκλισης (convergence), η διατριβή αναπτύσσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την εκτίμηση του τρόπου με τον οποίο οι ροές αποβλήτων, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και η χρήση ενέργειας επηρεάζουν την μέτρηση της οικονομικής κατάστασης προς την κυκλική οικονομία. Η έρευνα δομείται σε έξι βασικές ενότητες και δέκα κεφάλαια. Η Ενότητα Α αποτελεί την εισαγωγή, η οποία περιλαμβάνει την παρουσίαση του «προβλήματος», τους στόχους και τη συμβολή της παρούσας διατριβής. Η Ενότητα Β αναπτύσσει το θεωρητικό πλαίσιο, εξετάζοντας τη μετάβαση από τη γραμμική προς την κυκλική οικονομία, καθώς και το θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ για τη βιώσιμη διαχείριση αποβλήτων. Η Ενότητα Γ περιγράφει τις μεθοδολογικές προσεγγίσεις. Η Ενότητα Δ εφαρμόζει δείκτες οικο-παραγωγικότητας DEA σε μεσογειακές και ευρωπαϊκές χώρες, όπως και χώρες που ανήκουν σε διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΟΣΑ και οι G20 χώρες, ενσωματώνοντας ανεπιθύμητες εκροές όπως οι ροές αποβλήτων και οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Η Ενότητα Ε μεταφέρει την ανάλυση σε κλαδικό επίπεδο, εξετάζοντας την οικο-αποδοτικότητα στις ευρωπαϊκές βιομηχανίες μόδας, μετάλλων και πλαστικών. Τέλος, η Ενότητα ΣΤ παρουσιάζει τα κύρια συμπεράσματα και προτείνει στοχευμένες πολιτικές, οι οποίες είναι απαραίτητες για την υποστήριξη των μεταβάσεων προς την ΚΟ. Πιο αναλυτικά, στην Ενότητα Β΄, τα Κεφάλαια 1 και 2 θεμελιώνουν το θεωρητικό και θεσμικό πλαίσιο για την κυκλική οικονομία και βιώσιμη ανάπτυξη. Το Κεφάλαιο 1 εξετάζει τις επιπτώσεις της «κρίσης αποβλήτων» στην ΕΕ και αναλύει πώς οι αρχές της ασθενούς και ισχυρής βιωσιμότητας διαμορφώνουν τη συζήτηση για τη βιώσιμη διαχείριση αποβλήτων. Επιπλέον, το Κεφάλαιο 2 μελετά το θεσμικό πλαίσιο της ΚΟ στην ΕΕ, τονίζοντας το ρόλο οδηγιών και κανονισμών στη διαμόρφωση στρατηγικών βιώσιμης διαχείρισης αποβλήτων και αναδεικνύοντας τη σημασία κρίσιμων πρώτων υλών και της διατήρησης ενέργειας στην πορεία προς μία οικονομία μηδενικών ρύπων (Net-Zero economy). Στις συγκεκριμένες θεματικές αναπτύχθηκε λεπτομερώς το Ευρωπαϊκό πλαίσιο για την κυκλική οικονομία, στοχεύοντας σε καίριες Ευρωπαϊκές Οδηγίες (European Directives) και λοιπές κανονιστικές διατάξεις που αφορούν τόσο τις επιβλαβείς ουσίες και επικίνδυνα απόβλητα, όπως ακόμη και τις τέσσερις ειδικές κατηγορίες αποβλήτων: μπαταρίες και συσσωρευτές, οχήματα στο τέλος ζωής, απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, και απόβλητα από κατασκευές και κατεδαφίσεις. Αναμφίβολα, θα ήταν ελλιπής η διδακτορική διατριβή εάν δεν αναφερόταν σε διεθνείς συμβάσεις που επιδρούν στην αποτελεσματική διαχείριση αποβλήτων. Επομένως, έχουν αναφερθεί με συνέπεια οι τρεις κύριες διεθνείς συμβάσεις, αφενός η «Σύμβαση της Βασιλείας», η οποία έχει επικυρωθεί μάλιστα και από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε στόχο την προστασία των ανθρώπων και του περιβάλλοντος από τις αρνητικές συνέπειες των διασυνοριακών μεταφορών αποβλήτων, είτε επικίνδυνων είτε μη. Βάσει του διεθνούς δικαίου η Σύμβαση της Βασιλείας απαγόρευσε την παράνομη διακίνηση επικίνδυνων ή άλλων αποβλήτων από την χώρα εξαγωγής χωρίς την έγκριση της τελευταίας, με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες η χώρα εξαγωγής επανεισάγει το παράνομο φορτίων αποβλήτων. Επιπρόσθετα, με στόχο τη ρύθμιση και την απαγόρευση ορισμένων επικίνδυνων χημικών ουσιών (π.χ., φυτοφαρμάκων), η Σύμβαση του Ρότερνταμ πρότεινε την ενίσχυση της «κοινής ευθύνης» των εμπλεκόμενων μερών. Τέλος, η Σύμβαση της Στοκχόλμης αποτέλεσε σταθμό στην προστασία το περιβάλλοντος, την διασφάλιση της ευημερίας του πληθυσμούς και της αποφυγής της κακής χρήσης των φυσικών πόρων. Παράλληλα, η Σύμβαση της Στοκχόλμης συνέβαλε σημαντικά στην ανακήρυξη σχετικά με την ανάγκη μείωσης και εξάλειψης του κινδύνου από “παραμένοντες οργανικούς ρύπους’’. Επιπλέον, στην Ενότητα Δ΄ και συγκεκριμένα τα Κεφάλαια 3 έως 7 εφαρμόζουν δείκτες παραγωγικότητας DEA σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Επί της ουσίας, το Κεφάλαιο 3 αναλύει τη βιώσιμη διαχείριση αποβλήτων και την παραγωγικότητα σε οκτώ μεσογειακές χώρες, ενσωματώνοντας τα αστικά στερεά απόβλητα ως ανεπιθύμητη εκροή. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στον δείχνει Malmquist-Luenberger, η συνολική απόδοση των χωρών επηρεαζόταν κυρίως από την τεχνολογική αλλαγή, δείχνοντας ότι η καινοτομία των χωρών συνέβαλε περισσότερο από την αλλαγή της αποδοτικότητας των χωρών μεταξύ τους. Το Κεφάλαιο 4 εξετάζει τις χώρες της G20 και συσχετίζει την ποιότητα των θεσμών, τις γεωπολιτικές πιέσεις, καθώς και την ανάπτυξη βιώσιμης ενέργειας. Τα εμπειρικά αποτελέσματα έδειξαν πως οι G7 χώρες είχαν μικρότερη μέση παραγωγικότητα σε σχέση με τις χώρες των BRICS, δείχνοντας σημεία αδυναμίας των πρώτων προς τις δεύτερες. Αξίζει να σημειωθεί, η μέση παραγωγικότητα των G7 εξαρτάται κυρίως από την καινοτομία, ενώ στις χώρες BRICS από δράσεις κάλυψης της διαφοράς μεταξύ τους. Επιπλέον, το Κεφάλαιο 5 συγκρίνει τις χώρες-μέλη της ΕΕ, αναδεικνύοντας ότι περίοδοι έντονης περιβαλλοντικής πολιτικής συνδέονται με αυξημένη παραγωγικότητα. Επιπρόσθετα, χωρικά η Ευρώπη μελετήθηκε και σε περιφερειακό επίπεδο, όπου τα εμπειρικά στοιχεία έδειξαν ότι οι χώρες της Νότιας Ευρώπης παραδόξως εμφανίζουν εμφανώς πιο βελτιωμένη μέση παραγωγικότητα με ιδιαίτερα τα παραδείγματα της Ελλάδας και Ιταλίας. Ενώ, το Κεφάλαιο 6 αξιολογεί την απόδοση ανανεώσιμων έναντι μη-ανανεώσιμων ενεργειακών συστημάτων, δείχνοντας την υπεροχή του πρώτου υποδείγματος. Οι χώρες με την υψηλότερη μέση παραγωγικότητα ήταν η Κύπρος, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ολλανδία, η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Μάλτα και το Βέλγιο. Μάλιστα, η κύρια επίδραση στην παραγωγικότητα ήταν η καινοτομία και όχι οι δράσεις κάλυψης της διαφοράς μεταξύ των χωρών. Τελικώς, το Κεφάλαιο 7 εστιάζει σε χώρες του ΟΟΣΑ, καταδεικνύοντας ότι η τεχνολογική πρόοδος αποτελεί βασικό παράγοντα επιρροής της οικο-παραγωγικότητας, ενώ οι εκπομπές και τα απόβλητα μειώνουν την απόδοση των συστημάτων καθιστώντας σημαντική την μελέτη των υποδειγμάτων τα οποία συμπεριλαμβάνουν την επίδραση των ανεπιθύμητων εκροών. Ο δείκτης MPI ήταν σχεδόν πάντα πάνω από τον δείκτη MLPI λόγω της συμπερίληψης των μη επιθυμητών εισροών στο δεύτερο υπόδειγμα. Η υψηλότερη μέση τιμή παραγωγικότητας στον δείκτη MPI ήταν στην Λιθουανία, την Λετονία και την Τουρκία. Ενώ, η χαμηλότερες τιμές στον δείκτη MPI ήταν στην Ιαπωνία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Αξίζει να τονιστεί, ότι ο δείκτης MPI έδειχνε ανάπτυξη στην μέση παραγωγικότητα ίση με 4.42%. ενώ στον δείκτη MLPI ήταν μόλις στο 1.74%. Η συνολική παραγωγικότητα επηρεάζεται κυρίως από την καινοτομία, παρόλες τις μεταβολές που συνέβησαν τις περιόδους 2000-2001, 2011-2012 και κυρίως 2014-2015.Παράλληλα, στην Ενότητα Ε΄, Τα Κεφάλαια 8 έως 10 μεταφέρουν την ανάλυση σε τρεις κρίσιμους βιομηχανικούς κλάδους της Ευρώπης. Τα συγκεκριμένα κεφάλαια συμβάλουν επαρκώς την πρόσφατη βιβλιογραφία, αναδεικνύοντας πτυχές οι οποίες δεν συνηθίζονταν να αναφέρονται σχετικά με την εφαρμογή της ανάλυσης αποδοτικότητας στο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας. Αρχικά, το Κεφάλαιο 8 εξετάζει τον κλάδο της μόδας, καταδεικνύοντας ότι οι μεσοπρόθεσμες πολιτικές στρατηγικές ενισχύουν περισσότερο την οικο-αποδοτικότητα σε σύγκριση με τις βραχυπρόθεσμες πολιτικές. Οι χαμηλότερες αποδόσεις εμφανίστηκαν κυρίως στην Τσεχική Δημοκρατία, την Εσθονία και την Λετονία, ενώ οι υψηλότερες στην Νορβηγία, την Γαλλία και την Ιταλία. Εμφανίστηκαν επίσης διαφορές στην αποδοτικότητα με δύο πτυχές, αφενός στην Δυτική Ευρώπη η αποδοτικότητα εμφανίζεται ως ο λόγος καινοτομίας και ανάπτυξης στον τομέα της μόδας, αφετέρου στην Ανατολική Ευρώπη, όπου οι επιχειρησιακές δραστηριότητες εμφάνισαν ισχνή αποδοτικότητα. Συνολικά, από τις 22 Ευρωπαϊκές βιομηχανίες μόδας που ελέγχθηκαν, οι βιομηχανίες επηρεάστηκαν ιδιαίτερα από μεσοπρόθεσμες πενταετείς πολιτικές με μέση οικο-αποδοτικότητα ίση με 74% και όχι από μικρο-πρόθεσμες τριετείς πολιτικές με οικο-αποδοτικότητα ίση με 69%. Επιπροσθέτως, το Κεφάλαιο 9 αναλύει τον κλάδο των μετάλλων, δείχνοντας ότι οι βραχυπρόθεσμες πολιτικές είναι πιο αποτελεσματικές στην ενίσχυση της αποδοτικότητας, ειδικά στη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη. Οι χώρες με υψηλότερη οικο-αποδοτικότητα είναι η Νορβηγία, η Σουηδία, η Λιθουανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ οι χώρες με ισχνότερη οικο-αποδοτικότητα ήταν η Σλοβενία, η Σλοβακία, η Πορτογαλία, η Ιταλία και η Λετονία. Εκ νέου εμφανίστηκε δύο διαφορετικές πτυχές στην οικο-αποδοτικότητα στην Ευρώπη. Η Βορειο-δυτική Ευρώπη ήταν η αιχμή του δόρατος στην οικο-αποδοτικότητα στην Ευρώπη στο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας, ενώ η Νοτιο-ανατολική Ευρώπη εμφάνιζε ισχνή αποδοτικότητα. Ωστόσο, στην βιομηχανία των μετάλλων ισχύει κάτι διαφορετικό, εφόσον μία μικρο-πρόθεσμη τριετής πολιτική εμφανίζει μέση οικο-αποδοτικότητα ίση με 55%, ενώ η μεσο-πρόθεσμη πενταετής πολιτική είναι ίση μόνο με 47%.Τελικώς, το Κεφάλαιο 10 εστιάζει στον κλάδο πλαστικών, συνδυάζοντας την hybrid WDEA με την ανάλυση σύγκλισης προκειμένου να αναδείξει σημαντικές περιφερειακές ανισότητες. Στον συγκεκριμένο κλάδο, οι χώρες με την υψηλότερη οικο-αποδοτικότητα ήταν η Ιρλανδία, η Ελβετία, η Φινλανδία και η Δανία, ενώ οι χώρες με την χαμηλότερη απόδοση ήταν η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Σλοβακία, η Λιθουανία, η Ελλάδα και η Κύπρος. Είναι εμφανές λοιπόν, ότι στον τομέα των πλαστικών, η Νοτιο-ανατολική Ευρώπη εμφανίζει ισχνή οικο-αποδοτικότητα, μάλιστα αξίζει να αναφερθεί ότι μεταξύ των χωρών εμφανίζεται διαφορετικό δυναμική ανάπτυξης με αρκετό περιθώριο βελτίωσης σε κάθεμία από αυτές τις χώρες που μελετήθηκαν. Στο στάδιο της ανάλυσης όπου παρατηρήθηκε η ανάλυση σύγκλησης, ακολούθησαν ενδιαφέροντα παραδείγματα. Αναφορικά, αρχικά ο αλγόριθμος της ανάλυσης απέδωσε 5 ομάδες χωρών, όπου καμία από αυτές δεν εμφάνισε απόλυτη σύγκλιση προς μία σταθερή κατάσταση. Αντίθετα, όλες οι πέντε αρχικές ομάδες χωρών εμφάνισαν υπό-συνθήκη σύγκλιση προς αντίστοιχες σταθερές καταστάσεις. Ακολούθως, ο αλγόριθμος επανελέγχθηκε και απέδωσε τρεις τελικές ομάδες σύγκλισης που εμφάνιζαν επίσης υπό-συνθήκη σύγκλιση. Η πρώτη ομάδα, με υψηλότερη μέση οικο-αποδοτικότητα, αφορούσε τον άξονα Σουηδία-Ιταλία. Έπειτα, η δεύτερη ομάδα, με μέτρια μέση οικο-αποδοτικότητα, αφορούσε κυρίως χώρες της Δυτικής και ορισμένες της Νότιας Ευρώπης. Τελικώς, η τρίτη ομάδα σύγκλισης, με ισχνή μέση οικο-αποδοτικότητα, οριοθετούνταν σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης μαζί με την Κύπρο στην Νότια Ευρώπη. Η πρωτοτυπία και καινοτομία της διατριβής έγκειται σε τρία επίπεδα: (α) στη μεθοδολογική καινοτομία, μέσω της εφαρμογής και προσαρμογής προηγμένων υποδειγμάτων DEA που ενσωματώνουν ανεπιθύμητες εκροές, (β) στην ολοκληρωμένη προσέγγιση που συνδέει την αντιμετώπιση της κρίσης αποβλήτων, την μέτρηση παραγωγικότητας και την επιρροή των θεσμών, και (γ) στη σύνδεση εμπειρικών ευρημάτων με στοχευμένες πολιτικές για τη βιώσιμη διαχείριση αποβλήτων και την μετάβαση προς την κυκλική οικονομία. Ουσιωδώς, τα εμπειρικά αποτελέσματα προσβλέπουν σε σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις. Αφενός, δείχνουν ότι η οικο-αποδοτικότητα και η οικο-παραγωγικότητα εξαρτώνται όχι μόνο από την τεχνολογική καινοτομία αλλά και από την ποιότητα θεσμών, τον σχεδιασμό πολιτικών και τα χαρακτηριστικά κάθε κλάδου. Αφετέρου, τονίζεται η ανάγκη για ενίσχυση συστημάτων συλλογής δεδομένων, ειδικά σε περιφερειακό και κλαδικό επίπεδο, καθώς και για διαφοροποιημένες πολιτικές που λαμβάνουν υπόψη τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Εν κατακλείδι, η παρούσα διατριβή συμβάλλει στη διεθνή βιβλιογραφία και στη διαμόρφωση πολιτικής, προσφέροντας μια πολυ-επίπεδη ανάλυση των διασυνδέσεων μεταξύ αποβλήτων, οικο-αποδοτικότητας και παραγωγικότητας. Μέσα από καινοτόμες μεθοδολογίες και εφαρμογές σε διάφορα γεωγραφικά και κλαδικά πλαίσια, αναδεικνύει πώς η κυκλική οικονομία μπορεί να αποτελέσει τόσο θεωρητικό πλαίσιο όσο και πρακτική στρατηγική για την επίτευξη της βιώσιμης ευημερίας.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The growing urgency of climate change, environmental degradation, and resource scarcity has placed the principles of sustainable development and the circular economy (CE) at the forefront of global and regional policy agendas. The European Union (EU) has committed to ambitious sustainability targets through the European Green Deal (EGD), Agenda 2030, and Agenda 2050, with the goal of safeguarding economic prosperity while achieving climate neutrality at the same time. Despite these advances, persistent challenges remain in the domains of waste management, energy transition, and productivity performance, particularly under the complex pressures of a multi-crisis era characterized by overlapping environmental, social, and geopolitical risks. This Thesis contributes to this evolving debate by investigating the interlinkages between sustainable waste management (SWM), eco-efficiency, and productivity performance, with a focus on both cross-country and sectoral perspectives. The present The ...
The growing urgency of climate change, environmental degradation, and resource scarcity has placed the principles of sustainable development and the circular economy (CE) at the forefront of global and regional policy agendas. The European Union (EU) has committed to ambitious sustainability targets through the European Green Deal (EGD), Agenda 2030, and Agenda 2050, with the goal of safeguarding economic prosperity while achieving climate neutrality at the same time. Despite these advances, persistent challenges remain in the domains of waste management, energy transition, and productivity performance, particularly under the complex pressures of a multi-crisis era characterized by overlapping environmental, social, and geopolitical risks. This Thesis contributes to this evolving debate by investigating the interlinkages between sustainable waste management (SWM), eco-efficiency, and productivity performance, with a focus on both cross-country and sectoral perspectives. The present Thesis employs advanced empirical methodologies, including Data Envelopment Analysis (DEA), Malmquist (MPI) and Malmquist-Luenberger productivity indices (MLPI), hybrid Window DEA (WDEA), bootstrap techniques, and convergence models; overall, the Thesis develops an integrated framework to assess how waste flows, GHG emissions, and energy use influence eco-performance and the transition towards CE. The research is structured into six main sections and ten chapters. Initially, Section A introduces issues such as problem statement, research aim, objectives, highlights, and the novelty of the study. Section B develops the theoretical foundations, addressing the transition from a linear to a CE and the institutional frameworks that underpin SWM in the EU. Furthermore, Section C outlines the methodological approaches, while Section D applies DEA-based productivity indices across Mediterranean, EU, the Organization of Economic Cooperation and Development (OECD), and G20 contexts, treating undesirable outputs such as waste flows and GHG emissions. Additionally, Section E extends the analysis to the sectoral level, examining eco-efficiency in the European fashion, metal, and rubber and plastics industries. Finally, Section F concludes with policy implications and recommendations to support CE pathways and carbon neutrality. More specifically, in Section B, Chapters 1 and 2 establish the theoretical and policy context. Chapter 1 critically reviews the repercussions of the waste crisis in the EU, discussing how the principles of weak and strong sustainability frame the debate on SWM. It emphasizes that while waste is often treated as an externality, it can also generate positive value through energy recovery and resource substitution. Chapter 2 analyzes the institutional framework of CE in the EU, highlighting the role of directives and regulations in shaping SWM strategies, and assessing how critical raw materials (CRMs) and energy preservation are embedded in the Net-Zero agenda. Together, these chapters provide the foundation for understanding how CE principles are operationalized in policy and theory. In Section D, Chapters 3 to 7 employ DEA-based productivity indices to examine eco-productivity at national and regional levels. Chapter 3 investigates SWM and productivity in eight Mediterranean countries, assessing the impact of municipal solid waste (MSW) on total factor productivity (TFP) and identifying best management practices aligned with SDG 12. Results show that the inclusion of MSW as an undesirable output negatively affects productivity, though regional variations exist. Chapter 4 extends the analysis to the G20, applying Malmquist indices with bootstrap techniques to explore the relationship between institutional quality, geopolitical pressures, and sustainable energy development. Findings suggest that BRICS countries outperform G7 counterparts in productivity growth, driven largely by catch-up effects, despite weaker institutional frameworks. Chapter 5 compares TFP performance across EU member states, revealing that pro-environmental policy periods correlate with higher productivity gains, while the inclusion of MSW as an undesirable output significantly reduces measured efficiency. Chapter 6 examines the EU’s progress toward carbon neutrality by comparing renewable and non-renewable energy systems using MLPI indices, demonstrating that renewable energy adoption leads to superior productivity performance. Chapter 7 analyzes OECD countries’ SWM practices, revealing that eco-productivity is predominantly driven by technological change, while the inclusion of GHG emissions and MSW as undesirable outputs significantly lowers performance levels. Collectively, these chapters highlight the importance of integrating waste and emissions into productivity analysis, and they underscore the role of innovation, institutions, and energy choices in driving sustainable development. In Section E, Chapters 8 to 10 shift the focus to sectoral applications, assessing eco-efficiency in European industries through hybrid WDEA and convergence approaches. Chapter 8 examines the fashion industry, comparing short- and meso-term policy horizons. Results show that meso-term strategies yield higher eco-efficiency, with Western Europe outperforming Eastern Europe due to differences in labour intensity. Chapter 9 evaluates the metal industry, contrasting short- and meso-term strategies, and finds that short-term policies are more effective in boosting eco-efficiency, particularly in Western and Northern Europe. Finally, Chapter 10 investigates the rubber and plastics industry, combining hybrid WDEA with club convergence analysis. The results reveal significant disparities in eco-efficiency across regions, with conditional convergence forming three distinct performance clusters, underscoring the importance of targeted CE solutions. To summarize, these sectoral studies demonstrate that CE implementation is highly context-dependent, and that policy design must consider industry-specific dynamics and temporal horizons. The novelty of this Thesis is threefold. First, it advances methodological frontiers by applying and adapting DEA-based models, including MPI, MLPI, hybrid WDEA, and convergence techniques, to capture the interplay between desirable and undesirable outputs across multiple contexts. Second, it integrates waste, productivity, and institutional analysis into a coherent framework, addressing a gap in existing research that often treats these dimensions in isolation. Third, it generates actionable insights for policymakers and stakeholders by linking empirical findings to CE strategies, waste management practices, and carbon neutrality pathways.The findings carry significant policy implications. They demonstrate that eco-productivity and eco-efficiency are not solely dependent on technological innovation, but are also shaped by institutional quality, policy design, and sector-specific characteristics. The Thesis recommends strengthening data collection systems, especially at regional and sectoral levels, to better monitor waste flows and eco-efficiency performance. It also emphasizes the need for differentiated policy approaches that align with sectoral realities and regional disparities, avoiding uniform strategies that may overlook local challenges. Finally, it argues that sustainable development in a multi-crisis era requires a holistic integration of CE principles, waste management, and institutional frameworks, supported by robust empirical tools for policy evaluation. In conclusion, the present Thesis contributes to the scientific literature and policy debate by providing a comprehensive, multi-level analysis of the interconnections between waste, eco-efficiency, and eco-productivity. The application of innovative methodologies across diverse geographical and sectoral contexts, offers new perspectives on how the CE can serve as both a theoretical framework and a tool of practical strategies for achieving sustainable prosperity. The insights generated by the present Thesis are intended to support the EU and the global community in navigating the complex challenges of the sustainability transition, reinforcing the path towards decarbonization, resilience, and long-term economic and environmental well-being.
περισσότερα