Περίληψη
Η παρούσα διδακτορική διατριβή (Δ.Δ) παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη εξέταση της Περιβαλλοντικής, Κοινωνικής και Εταιρικής Διακυβέρνησης - Environmental, Social, and Governance (ESG) πληροφόρησης, εστιάζοντας στην ποιότητα των χρηματοοικονομικών και μη χρηματοοικονομικών, την υιοθέτηση των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) και το διογκωμένο ζήτημα της Περιβαλλοντικής Λογιστικής, των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και λογιστικοποιημένης πληροφόρησης. Χρησιμοποιώντας έναν ερευνητικό σχεδιασμό που διαρθρώνεται γύρω από τρεις ερευνητικές κατευθύνσεις, οι οποίες επιδιώκουν να χαρτογραφήσουν, να συγκρίνουν και να εμβαθύνουν στις πολύπλευρες διαστάσεις της ESG πληροφόρησης και τη σχέση με την περιβαλλοντική και λογιστική πραγματικότητα. Η πρώτη ερευνητική κατεύθυνση εστιάζει στην δημοσιευμένη ερευνητική αποτύπωση/χαρτογράφηση (μέσω της βιβλιομετρικής ανάλυσης) της επιστημονικής πρακτικής που σχετίζεται με την περιβαλλοντική λογιστική, τις αναφορές ESG και τη βιώσιμη εταιρική ...
Η παρούσα διδακτορική διατριβή (Δ.Δ) παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη εξέταση της Περιβαλλοντικής, Κοινωνικής και Εταιρικής Διακυβέρνησης - Environmental, Social, and Governance (ESG) πληροφόρησης, εστιάζοντας στην ποιότητα των χρηματοοικονομικών και μη χρηματοοικονομικών, την υιοθέτηση των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) και το διογκωμένο ζήτημα της Περιβαλλοντικής Λογιστικής, των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και λογιστικοποιημένης πληροφόρησης. Χρησιμοποιώντας έναν ερευνητικό σχεδιασμό που διαρθρώνεται γύρω από τρεις ερευνητικές κατευθύνσεις, οι οποίες επιδιώκουν να χαρτογραφήσουν, να συγκρίνουν και να εμβαθύνουν στις πολύπλευρες διαστάσεις της ESG πληροφόρησης και τη σχέση με την περιβαλλοντική και λογιστική πραγματικότητα. Η πρώτη ερευνητική κατεύθυνση εστιάζει στην δημοσιευμένη ερευνητική αποτύπωση/χαρτογράφηση (μέσω της βιβλιομετρικής ανάλυσης) της επιστημονικής πρακτικής που σχετίζεται με την περιβαλλοντική λογιστική, τις αναφορές ESG και τη βιώσιμη εταιρική διακυβέρνηση. Μέσα από εργαλεία όπως το Bibliometrix και το VOSviewer, επιχειρείται η ανάδειξη θεματικών τάσεων, η καταγραφή νέων εννοιών και η ανίχνευση του γεωγραφικού αναπροσανατολισμού της έρευνας κατά τις περιόδους 2005–2023 και 2024–2025, αποτυπώνοντας τον τρόπο με τον οποίο η ακαδημαϊκή γνώση συμβαδίζει με τις κανονιστικές και επενδυτικές εξελίξεις. Η δεύτερη ερευνητική κατεύθυνση στρέφεται στην ανάλυση των διαχρονικών τάσεων και της ανθεκτικότητας των αγορών για την περίοδο 2005–2023, μέσω συγκριτικής αξιολόγησης των χρηματιστηριακών δεικτών STOXX Europe 600 και S&P 500. Στόχος είναι να αναδειχθούν διαρθρωτικές διαφοροποιήσεις σε συγκεκριμένους κλάδους, να εντοπιστούν πιθανές συσχετίσεις με δείκτες ESG και να αποκαλυφθούν πρότυπα προσαρμοστικότητας ή υστέρησης σε συνθήκες κρίσεων και θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Η τρίτη ερευνητική κατεύθυνση επικεντρώνεται στη σχέση μεταξύ ESG και πιστοληπτικών αξιολογήσεων, αναλύοντας ένα εκτεταμένο δείγμα επιχειρήσεων σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες για την περίοδο 2013–2023. Μέσα από οικονομετρικές μεθόδους, όπως το μοντέλο ordered probit regression, εξετάζεται η διαφοροποιημένη επίδραση των επιμέρους πυλώνων ESG ανά γεωγραφική περιοχή και κλάδο, καθώς και η προβλεπτική ισχύς των ESG scores στις μελλοντικές μεταβολές των πιστοληπτικών αξιολογήσεων. Η ανάλυση αυτή φιλοδοξεί να γεφυρώσει τον χώρο μεταξύ σημαντικής μη χρηματοοικονομικής και χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, παρέχοντας χρήσιμα συμπεράσματα σε επενδυτές, ρυθμιστές και επιχειρήσεις. Συνολικά, η Δ.Δ φιλοδοξεί να προσφέρει μια πολυεπίπεδη θεώρηση της σχέσης ESG, εταιρικής διακυβέρνησης και χρηματοοικονομικής σταθερότητας, συμβάλλοντας στον επιστημονικό διάλογο και προσφέροντας πρακτικές κατευθύνσεις για την πολιτική και τη στρατηγική των οργανισμών. Αναλύοντας ταυτόχρονα τις νέες ερευνητικές και εταιρικές τάσεις, την αντίδραση των αγορών και των πιστοληπτικών αξιολογήσεων. Πιο αναλυτικά, η διδακτορική διατριβή εξετάζει την πολυσύνθετη αλληλεπίδραση ανάμεσα στην περιβαλλοντική λογιστική, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) και τις λογιστικοοικονομικές επιπτώσεις που αυτές επιφέρουν στις επιχειρήσεις. Η κλιματική αλλαγή και η περιβαλλοντική κρίση, ως δύο από τις σημαντικότερες προκλήσεις του 21ου αιώνα, καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για την ανάπτυξη νέων εργαλείων μέτρησης, καταγραφής και αναφοράς. Τα εργαλεία αυτά οφείλουν να υπερβαίνουν την παραδοσιακή χρηματοοικονομική απεικόνιση, η οποία περιορίζεται σε δείκτες απόδοσης και κερδοφορίας και να ενσωματώνουν τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές διαστάσεις της εταιρικής δραστηριότητας. Περιβαλλοντική Λογιστική ως Εργαλείο Προστασίας του Περιβάλλοντος Η περιβαλλοντική λογιστική (environmental accounting) συνιστά ένα εξειδικευμένο πεδίο της λογιστικής επιστήμης, το οποίο στοχεύει στην ενσωμάτωση περιβαλλοντικών παραμέτρων στη χρηματοοικονομική πληροφόρηση των επιχειρήσεων. Ουσιαστικά, επιδιώκει να αποτυπώσει με ποσοτικούς και ποιοτικούς όρους τις επιπτώσεις της επιχειρηματικής δραστηριότητας στο φυσικό περιβάλλον, καθώς και τις δαπάνες και επενδύσεις που σχετίζονται με την περιβαλλοντική διαχείριση (Gray et al., 2014). Στο πλαίσιο αυτό, περιλαμβάνει την αποτίμηση του κόστους των περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων, την καταγραφή των δαπανών για μέτρα προστασίας, καθώς και την αποτύπωση των ωφελειών που προκύπτουν από την εφαρμογή «πράσινων» επενδύσεων και στρατηγικών.Ο βασικός σκοπός της περιβαλλοντικής λογιστικής είναι η ενίσχυση της διαφάνειας και η υποστήριξη της βιώσιμης ανάπτυξης. Μέσω της παροχής ακριβούς πληροφόρησης, δίνεται στις επιχειρήσεις η δυνατότητα να μετρούν, να παρακολουθούν και να περιορίζουν τις περιβαλλοντικές τους επιπτώσεις, ενώ παράλληλα επιτρέπεται στους ενδιαφερόμενους φορείς (επενδυτές, κράτος, κοινωνία) να αξιολογούν την περιβαλλοντική υπευθυνότητα των οργανισμών. Η λογιστική αυτή διάσταση, λοιπόν, δεν περιορίζεται στην απλή καταγραφή δαπανών, αλλά επεκτείνεται στη χάραξη στρατηγικής, στη λήψη αποφάσεων και στη διαμόρφωση εταιρικής ταυτότητας σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κανονιστικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο. Η Σπουδαιότητα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ)Από κλιματική σκοπιά, οι ΑΠΕ συνεισφέρουν καθοριστικά στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και στη σταδιακή απανθρακοποίηση της οικονομίας (IEA, 2023). Η μετάβαση σε ενεργειακά συστήματα που βασίζονται σε καθαρές μορφές ενέργειας, όπως η ηλιακή, η αιολική, η υδροηλεκτρική, η γεωθερμική και η βιομάζα, συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας των Παρισίων και της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας. Σε οικονομικό επίπεδο, οι ΑΠΕ δημιουργούν νέες αγορές, προωθούν την καινοτομία και μειώνουν την εξάρτηση των χωρών από τα ορυκτά καύσιμα, με αποτέλεσμα τη σταθεροποίηση του ενεργειακού κόστους σε βάθος χρόνου. Επιπλέον, ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια, περιορίζοντας την ευπάθεια σε γεωπολιτικούς κινδύνους και διακυμάνσεις τιμών. Από κοινωνική άποψη, οι ΑΠΕ συμβάλλουν στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, στην ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας και στην ενίσχυση της κοινωνικής αποδοχής προς την πράσινη μετάβαση. Η σύνδεση των ΑΠΕ με την περιβαλλοντική λογιστική είναι προφανής: οι επιχειρήσεις που επενδύουν σε τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών μπορούν να αποτυπώνουν στις χρηματοοικονομικές τους αναφορές τόσο το περιβαλλοντικό όφελος (π.χ. μείωση εκπομπών), όσο και το κοινωνικό όφελος (π.χ. αύξηση απασχόλησης). Κατά συνέπεια, οι ΑΠΕ δεν αποτελούν μόνο τεχνολογική λύση, αλλά και λογιστικό και οικονομικό εργαλείο ενίσχυσης της εταιρικής υπευθυνότητας (Bebbington & Larrinaga, 2014). Παράλληλα, οι επιχειρήσεις καλούνται να αναγνωρίζουν και να αποτυπώνουν το περιβαλλοντικό κόστος, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει δαπάνες απορρύπανσης, αποκατάστασης εδαφών και υδάτων, συμμόρφωσης με κανονιστικά πλαίσια, αλλά και πιθανές προβλέψεις για μελλοντικές περιβαλλοντικές υποχρεώσεις. Η αναγνώριση αυτή ενισχύει τη λογοδοσία και επιτρέπει την ακριβέστερη εκτίμηση της πραγματικής οικονομικής θέσης της επιχείρησης. Λογιστικοοικονομικές Επιπτώσεις για τις Επιχειρήσεις Επιπλέον, η ενσωμάτωση περιβαλλοντικών δεικτών και στοιχείων στη λογιστική πληροφόρηση επηρεάζει άμεσα την εταιρική αξία. Μέσω των δεικτών ESG και της βαθμολόγησης της περιβαλλοντικής επίδοσης, οι επιχειρήσεις αποκτούν ή χάνουν πρόσβαση σε πηγές χρηματοδότησης, ενώ καθορίζεται η ελκυστικότητά τους για επενδυτές και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Επομένως, η περιβαλλοντική λογιστική δεν είναι απλώς εργαλείο συμμόρφωσης, αλλά στρατηγικό μέσο διαφοροποίησης στην αγορά. Τέλος, το ρυθμιστικό πλαίσιο ενισχύει σταδιακά τη σημασία της περιβαλλοντικής λογιστικής. Τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (ΔΠΧΑ/IFRS), η Ευρωπαϊκή Οδηγία CSRD και η Ταξινομία της ΕΕ (EU Taxonomy) δημιουργούν ένα αυστηρό πλαίσιο υποχρεωτικής αναφοράς, με στόχο τη συγκρισιμότητα, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία σε θέματα περιβαλλοντικής και κοινωνικής ευθύνης. Η σπουδαιότητα των ΑΠΕ και οι λογιστικοοικονομικές επιπτώσεις που αυτές συνεπάγονται επιβεβαιώνουν την ανάγκη αναπροσαρμογής της επιχειρηματικής στρατηγικής σε ένα περιβάλλον όπου η υπευθυνότητα, η διαφάνεια και η ανθεκτικότητα συνιστούν πλέον βασικούς παράγοντες εταιρικής επιβίωσης και ανάπτυξης. Πληροφόρηση ESG και Διεθνή Χρηματιστήρια Η έννοια της πληροφόρησης ESG έχει καταστεί κεντρική για τις κεφαλαιαγορές, καθώς οι επενδυτές δεν εστιάζουν πλέον μόνο σε χρηματοοικονομικούς δείκτες, αλλά και σε μη χρηματοοικονομικά στοιχεία που αντανακλούν τη βιωσιμότητα και την υπευθυνότητα των επιχειρήσεων. Η συστηματική αναφορά αυτών των δεδομένων ενισχύει τη διαφάνεια, μειώνει την ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ επιχειρήσεων και επενδυτών και επιτρέπει καλύτερη εκτίμηση του ρίσκου και της απόδοσης (Eccles & Klimenko, 2019).Τα χρηματιστήρια διεθνώς έχουν αναγνωρίσει τη σημασία της ESG πληροφόρησης για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών. Ήδη από το 2012, με την πρωτοβουλία του Sustainable Stock Exchanges Initiative (SSE) υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, πολλά χρηματιστήρια υιοθέτησαν κατευθυντήριες γραμμές για τη δημοσιοποίηση στοιχείων βιωσιμότητας. Σήμερα, τα μεγαλύτερα χρηματιστήρια έχουν ενσωματώσει υποχρεωτικές ή εθελοντικές απαιτήσεις ESG disclosure για τις εισηγμένες εταιρείες. Στόχος είναι η ενίσχυση της συγκρισιμότητας, της διαφάνειας και της αξιοπιστίας των δεδομένων. Η εξέλιξη των δημοσιευμένων προτύπων ESG έχει οδηγήσει σε ένα πολυσύνθετο κανονιστικό πλαίσιο. Η ενσωμάτωση αυτών των προτύπων στις χρηματιστηριακές απαιτήσεις επιδιώκει να μειώσει την αποσπασματικότητα των δεδομένων και να προσφέρει στους επενδυτές αξιόπιστα στοιχεία για τη λήψη αποφάσεων. Η υποχρέωση δημοσιοποίησης ESG στοιχείων έχει σημαντικές λογιστικοοικονομικές επιπτώσεις: •Για τις επιχειρήσεις: αυξάνεται το κόστος συμμόρφωσης, αλλά βελτιώνεται η πρόσβαση σε κεφάλαια, η φήμη και η αξιοπιστία τους. •Για τους επενδυτές: μειώνεται ο κίνδυνος πληροφόρησης, ενισχύεται η δυνατότητα διαφοροποίησης χαρτοφυλακίου και ευθυγράμμισης με βιώσιμες στρατηγικές. •Για τα χρηματιστήρια: ενδυναμώνεται η ανθεκτικότητα των αγορών και η αποφυγή συστημικών κινδύνων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή. Μεταβλητές και Νομοθετικά πλαίσια Οι περιβαλλοντικές μεταβλητές αναφέρονται στην αλληλεπίδραση των επιχειρήσεων με το φυσικό περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, η ενεργειακή κατανάλωση, το ποσοστό χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η διαχείριση των υδάτινων πόρων, η ανακύκλωση και οι επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες. Οι κοινωνικές μεταβλητές σχετίζονται με την πολιτική της επιχείρησης απέναντι στους εργαζομένους, τους πελάτες και την κοινωνία γενικότερα. Εδώ εντάσσονται τα εργασιακά δικαιώματα, η ισότητα των φύλων, οι πολιτικές διαφορετικότητας και συμπερίληψης, η ασφάλεια και υγεία στον χώρο εργασίας, οι δράσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης και η προστασία των προσωπικών δεδομένων των πελατών. Οι μεταβλητές διακυβέρνησης εστιάζουν στη διαφάνεια, στη λογοδοσία και στον τρόπο λήψης στρατηγικών αποφάσεων. Σε αυτές περιλαμβάνονται η σύνθεση και η ανεξαρτησία του διοικητικού συμβουλίου, η ύπαρξη πολιτικών κατά της διαφθοράς, η διαφάνεια στις αμοιβές στελεχών, η προστασία των δικαιωμάτων των μετόχων και οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου. Η ανάγκη τυποποίησης αυτών των μεταβλητών οδήγησε στην ανάπτυξη πολυάριθμων νομοθετικών και κανονιστικών πλαισίων. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Οδηγία CSRD (Corporate Sustainability Reporting Directive) καθιστά υποχρεωτική τη δημοσιοποίηση ESG δεδομένων για μεγάλες επιχειρήσεις και εισηγμένες εταιρείες, με βάση τα πρότυπα ESRS (European Sustainability Reporting Standards). Ο Κανονισμός EU Taxonomy (2020/852) θεσπίζει αντικειμενικά κριτήρια για τον χαρακτηρισμό μιας δραστηριότητας ως «βιώσιμης», ενώ ο Κανονισμός SFDR (Sustainable Finance Disclosure Regulation) υποχρεώνει τους διαχειριστές κεφαλαίων να γνωστοποιούν πώς ενσωματώνουν κινδύνους και επιπτώσεις ESG στα επενδυτικά τους προϊόντα. Σε διεθνές επίπεδο, τα πρότυπα GRI (Global Reporting Initiative) παραμένουν τα πλέον διαδεδομένα για τη δημοσιοποίηση στοιχείων βιωσιμότητας, ενώ τα SASB Standards (Sustainability Accounting Standards Board) εστιάζουν στην κλαδική ιδιαιτερότητα των ESG δεικτών. Το TCFD (Task Force on Climate-related Financial Disclosures) έχει επικεντρωθεί στην αναφορά των κλιματικών κινδύνων, ενώ ο νεοσύστατος ISSB (International Sustainability Standards Board) των IFRS επιδιώκει την παγκόσμια εναρμόνιση των προτύπων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC) έχει καταθέσει προτάσεις για την υποχρεωτική δημοσιοποίηση στοιχείων που σχετίζονται με το κλίμα, γεγονός που σηματοδοτεί την αυξημένη βαρύτητα του ESG στην αμερικανική αγορά. Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις επηρεάζονται σημαντικά από την ενσωμάτωση ESG κριτηρίων. Οι οίκοι αξιολόγησης Moody’s, S&P και Fitch εξετάζουν πλέον κατά πόσο οι περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και διακυβερνητικοί κίνδυνοι μπορούν να επηρεάσουν την πιστοληπτική ικανότητα μιας εταιρείας ή ενός κράτους. Για παράδειγμα, οι αυστηρότεροι κανονισμοί για τις εκπομπές CO₂ μπορούν να αυξήσουν το κόστος συμμόρφωσης μιας βιομηχανίας, γεγονός που μειώνει την αποδοτικότητα και επηρεάζει αρνητικά την αξιολόγηση. Αντίστοιχα, κοινωνικές συγκρούσεις, απεργίες ή καταγγελίες για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων επηρεάζουν την εταιρική φήμη, ενώ η αδύναμη εταιρική διακυβέρνηση ενέχει κινδύνους κακοδιαχείρισης και απάτης. Συνεπώς, η ποιότητα των ESG επιδόσεων μιας εταιρείας μπορεί να καθορίσει το κόστος δανεισμού της, την πρόσβαση σε κεφάλαια και τη θέση της στις αγορές. Η σχέση μεταξύ ESG και χρηματοοικονομικών μεταβλητών είναι πλέον επιβεβλημένη. Αρκετές έρευνες υποστηρίζουν ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις με υψηλή ESG επίδοση παρουσιάζουν χαμηλή μόχλευση και αυξημένες πωλήσεις, κερδοφορία και βελτιωμένη απόδοση μερίσματος (Opferkuch et al., 2022). Παράλληλα, εμφανίζουν μειωμένη μεταβλητότητα στη χρηματιστηριακή τους αξία, λόγω της αυξημένης εμπιστοσύνης που εμπνέουν στους επενδυτές. Με άλλα λόγια, οι μεταβλητές ESG λειτουργούν ως μηχανισμός μείωσης του ρίσκου, γεγονός που εξηγεί τη ραγδαία ανάπτυξη των ESG funds και των στρατηγικών κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων (SRI) .Καθοριστικός είναι και ο ρόλος των διοικητικών συμβουλίων στη διαμόρφωση της ESG στρατηγικής. Οι στρατηγικές αποφάσεις που λαμβάνονται στο επίπεδο του ΔΣ, διαμορφώνουν την εταιρική ταυτότητα και επηρεάζουν την πρόσβαση σε κεφάλαια και αγορές. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές εταιρείες δημιουργούν πλέον εξειδικευμένες επιτροπές βιωσιμότητας εντός του ΔΣ, αναγνωρίζοντας τη στρατηγική σημασία του ESG. Οι σύγχρονες οδηγίες και πλαίσια ESG οδηγούν σε μια διαδικασία παγκόσμιας σύγκλισης. Τα νέα πρότυπα του ISSB στο πλαίσιο των IFRS επιχειρούν να ενοποιήσουν τις διαφορετικές προσεγγίσεις, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση με την CSRD και την Ταξινομία της υιοθετεί ένα από τα πιο αυστηρά κανονιστικά συστήματα παγκοσμίως. Παράλληλα, η SEC στις Ηνωμένες Πολιτείες πιέζει για μεγαλύτερη διαφάνεια στα θέματα κλιματικού ρίσκου, ενώ η πρωτοβουλία Sustainable Stock Exchanges (SSE) του ΟΗΕ προωθεί την υιοθέτηση ESG reporting στα διεθνή χρηματιστήρια. Οι εξελίξεις αυτές περιορίζουν τον κίνδυνο greenwashing, ενισχύουν τη συγκρισιμότητα των δεδομένων και δημιουργούν ένα νέο πλαίσιο αξιολόγησης των εταιρειών, όπου η βιωσιμότητα και η διαφάνεια έχουν ισοδύναμη βαρύτητα με τους παραδοσιακούς χρηματοοικονομικούς δείκτες. Συνοψίζοντας, η ενσωμάτωση των μεταβλητών ESG στο κανονιστικό πλαίσιο και στη χρηματοοικονομική ανάλυση μεταβάλλει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται οι επιχειρήσεις. Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις και οι χρηματοοικονομικές μεταβλητές πλέον αλληλεπιδρούν με τα ESG δεδομένα, ενώ τα διοικητικά συμβούλια καλούνται να εντάξουν τη βιωσιμότητα στον πυρήνα της στρατηγικής τους. Τα σύγχρονα πλαίσια, αποτελούν θεμέλιο διαφάνειας και συγκρισιμότητας, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη επενδυτών, θεσμών και κοινωνίας. Η εποχή όπου η οικονομική αποδοτικότητα μπορούσε να εξεταστεί ανεξάρτητα από την περιβαλλοντική και κοινωνική διάσταση φαίνεται να έχει παρέλθει οριστικά.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This dissertation (Ph.D.) presents a comprehensive examination of Environmental, Social, and Governance (ESG) information, focusing on the quality of financial and non-financial disclosures, the adoption of International Financial Reporting Standards (IFRS), and the growing issue of Environmental Accounting, Renewable Energy Sources (RES), and accounting information. Using a research design structured around three research directions, it aims to map, compare, and deepen the multifaceted dimensions of ESG information and its relationship with environmental and accounting reality. The first research direction focuses on the published research mapping (through bibliometric analysis) of the scientific output related to environmental accounting, ESG reporting, and sustainable corporate governance. Through tools such as Bibliometrix and VOSviewer, the aim is to highlight thematic trends, record new concepts, and detect the geographical reorientation of research during the periods 2005–2023 a ...
This dissertation (Ph.D.) presents a comprehensive examination of Environmental, Social, and Governance (ESG) information, focusing on the quality of financial and non-financial disclosures, the adoption of International Financial Reporting Standards (IFRS), and the growing issue of Environmental Accounting, Renewable Energy Sources (RES), and accounting information. Using a research design structured around three research directions, it aims to map, compare, and deepen the multifaceted dimensions of ESG information and its relationship with environmental and accounting reality. The first research direction focuses on the published research mapping (through bibliometric analysis) of the scientific output related to environmental accounting, ESG reporting, and sustainable corporate governance. Through tools such as Bibliometrix and VOSviewer, the aim is to highlight thematic trends, record new concepts, and detect the geographical reorientation of research during the periods 2005–2023 and 2024–2025, depicting the way in which academic knowledge follows regulatory and investment developments. The second research direction turns to the analysis of long-term market trends and resilience for the period 2003–2023, through a comparative evaluation of the STOXX Europe 600 and S&P 500 stock indices. The aim is to highlight structural differentiations in specific sectors, identify possible correlations with ESG indicators, and reveal patterns of adaptability or lagging in conditions of crises and institutional reforms. The third research direction focuses on the relationship between ESG and credit ratings, analyzing an extensive sample of firms in Europe and the United States for the period 2013–2023. Through econometric methods, such as the ordered probit regression model, the differentiated effect of ESG pillars by geographical region and sector is examined, as well as the predictive power of ESG scores on future changes in credit ratings. This analysis aspires to bridge the gap between significant non-financial and financial information, providing useful conclusions to investors, regulators, and businesses. Overall, this dissertation seeks to offer a multi-level perspective of the relationship between ESG, corporate governance, and financial stability, contributing to the scientific dialogue and providing practical directions for organizational policy and strategy. At the same time, it analyzes new research and corporate trends, as well as the reaction of markets and credit ratings.In more detail, the dissertation examines the complex interaction between environmental accounting, renewable energy sources (RES), and the financial-accounting impacts these bring to businesses. Climate change and the environmental crisis, as two of the most important challenges of the 21st century, make it imperative to develop new tools of measurement, recording, and reporting. These tools must go beyond traditional financial representation, which is limited to performance and profitability indicators, and incorporate the environmental and social dimensions of corporate activity. Environmental Accounting as a Tool for Environmental ProtectionEnvironmental accounting is a specialized field of accounting science, aiming to integrate environmental parameters into the financial reporting of companies. Essentially, it seeks to represent, in quantitative and qualitative terms, the impacts of business activity on the natural environment, as well as the expenses and investments related to environmental management (Gray et al., 2014). Within this framework, it includes the valuation of the cost of environmental burdens, the recording of expenses for protection measures, as well as the depiction of the benefits arising from the implementation of “green” investments and strategies. The main purpose of environmental accounting is to enhance transparency and support sustainable development. Through the provision of accurate information, companies are able to measure, monitor, and limit their environmental impacts, while stakeholders (investors, state, society) can assess the environmental responsibility of organizations. Therefore, this dimension of accounting is not limited to the simple recording of expenses, but extends to strategy formulation, decision-making, and the shaping of corporate identity in a constantly changing regulatory and environmental framework. The Importance of Renewable Energy Sources (RES)From a climate perspective, RES contribute decisively to reducing greenhouse gas emissions and gradually decarbonizing the economy (IEA, 2023). The transition to energy systems based on clean forms of energy, such as solar, wind, hydroelectric, geothermal, and biomass, is a necessary condition for achieving the goals of the Paris Agreement and the European Green Deal. At the economic level, RES create new markets, promote innovation, and reduce the dependence of countries on fossil fuels, resulting in the stabilization of energy costs over time. In addition, they strengthen energy security by reducing vulnerability to geopolitical risks and price fluctuations. From a social point of view, RES contribute to the creation of new jobs, the development of the local economy, and the strengthening of social acceptance of the green transition. The connection between RES and environmental accounting is obvious: companies that invest in renewable energy technologies can reflect in their financial reports both the environmental benefit (e.g., reduction of emissions) and the social benefit (e.g., increased employment). Consequently, RES are not only a technological solution but also an accounting and economic tool for strengthening corporate responsibility (Bebbington & Larrinaga, 2014). At the same time, companies are called upon to recognize and record environmental costs, which may include expenses for decontamination, land and water restoration, compliance with regulatory frameworks, as well as potential provisions for future environmental liabilities. This recognition strengthens accountability and allows for a more accurate assessment of the real financial position of the enterprise. Financial and Accounting Implications for BusinessesIn addition, the integration of environmental indicators and data into accounting information directly affects corporate value. Through ESG indicators and environmental performance ratings, companies gain or lose access to sources of financing, while their attractiveness to investors and financial institutions is determined. Therefore, environmental accounting is not merely a tool of compliance but also a strategic means of differentiation in the market. Finally, the regulatory framework gradually enhances the importance of environmental accounting. IFRS, the European CSRD Directive, and the EU Taxonomy create a strict framework of mandatory reporting, with the aim of comparability, transparency, and accountability in issues of environmental and social responsibility. The importance of RES and their financial-accounting implications confirm the need to adjust business strategy in an environment where responsibility, transparency, and resilience constitute key factors for corporate survival and growth. ESG Information and International Stock Exchanges The concept of ESG information has become central to capital markets, as investors no longer focus only on financial indicators but also on non-financial data reflecting sustainability and corporate responsibility. The systematic reporting of this data enhances transparency, reduces information asymmetry between firms and investors, and allows for better assessment of risk and return (Eccles & Klimenko, 2019). Stock exchanges worldwide have recognized the importance of ESG information for the proper functioning of markets. Since 2012, with the Sustainable Stock Exchanges Initiative (SSE) under the auspices of the UN, many stock exchanges have adopted guidelines for the disclosure of sustainability data. Today, major exchanges have integrated mandatory or voluntary ESG disclosure requirements for listed companies. The goal is to enhance comparability, transparency, and reliability of data.Variables and Regulatory Frameworks •Environmental variables: greenhouse gas emissions, energy consumption, percentage of renewable energy use, water resource management, recycling, and investment in clean technologies. •Social variables: labor rights, gender equality, diversity and inclusion policies, workplace health and safety, corporate social responsibility actions, and protection of customers’ personal data. •Governance variables: transparency, accountability, decision-making processes, board composition and independence, anti-corruption policies, executive remuneration transparency, shareholder rights, and internal audit mechanisms. The need to standardize these variables has led to the development of numerous legislative and regulatory frameworks. In the European Union, the Corporate Sustainability Reporting Directive (CSRD) makes ESG disclosure mandatory for large enterprises and listed companies, based on the ESRS standards. The EU Taxonomy Regulation (2020/852) sets objective criteria for classifying an activity as “sustainable,” while the Sustainable Finance Disclosure Regulation (SFDR) obliges fund managers to disclose how ESG risks and impacts are integrated into their investment products. Internationally, GRI Standards are the most widely used for sustainability reporting, while SASB Standards focus on industry-specific ESG indicators. The Task Force on Climate-related Financial Disclosures (TCFD) emphasizes climate risk reporting, and the newly established ISSB under IFRS seeks global harmonization of standards. In the United States, the SEC has submitted proposals for mandatory Climate-related disclosures, highlighting the increased importance of ESG in the American market. Credit ratings are significantly influenced by the integration of ESG criteria. Rating agencies such as Moody’s, S&P, and Fitch assess how environmental, social, and governance risks may affect the creditworthiness of a company or a state. For example, stricter CO₂ regulations may increase compliance costs for an industry, reducing profitability and negatively affecting ratings. Similarly, social conflicts, strikes, or human rights violations affect corporate reputation, while weak governance entails risks of mismanagement and fraud. Thus, the quality of a company’s ESG performance may determine its borrowing cost, access to capital, and market position. The relationship between ESG and financial variables is now established. Several studies argue that large companies with strong ESG performance demonstrate lower leverage, higher sales, greater profitability, and improved dividend returns (Opferkuch et al., 2022). At the same time, they exhibit reduced volatility in their stock market value due to the greater trust they inspire in investors. In other words, ESG variables function as a risk-reducing mechanism, which explains the rapid growth of ESG funds and socially responsible investment (SRI) strategies. The role of boards of directors is also decisive in shaping ESG strategy. Strategic decisions at the board level define corporate identity and influence access to capital and markets. It is no coincidence that many firms now establish dedicated sustainability committees within their boards, recognizing the strategic importance of ESG. Modern ESG frameworks and guidelines are leading to global convergence. The new ISSB standards within the IFRS framework seek to unify diverse approaches, while the EU, through the CSRD and Taxonomy, has adopted one of the world’s strictest regulatory systems. At the same time, the U.S. SEC is pressing for greater transparency on climate risks, while the UN’s SSE initiative promotes ESG reporting adoption in international stock exchanges. These developments reduce the risk of greenwashing, strengthen data comparability, and create a new evaluation framework where sustainability and transparency carry equal weight with traditional financial metrics. In summary, the integration of ESG variables into the regulatory framework and financial analysis radically transforms the way companies are evaluated. Credit ratings and financial variables now interact with ESG data, while boards of directors are called to embed sustainability into the core of their strategy. Modern frameworks form the foundation of transparency and comparability, reinforcing trust among investors, institutions, and society. The era when economic performance could be considered independently of environmental and social dimensions seems to have definitively passed.
περισσότερα