Περίληψη
Η διδακτορική διατριβή διερευνά τη μνημειακότητα στα νησιά της Μεσογείου (και συγκεκριμένα, στο Αρχιπέλαγος της Μάλτας, τη Σαρδηνία, την Κορσική, την Κρήτη και τις Βαλεαρίδες) σε σχέση με τις ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές από το τέλος της Νεολιθικής μέχρι το τέλος της Εποχής του Χαλκού και την προέλευση της κεντρικής οργάνωσης και της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Ξεκινά με μια εξέταση της μνημειακότητας, και των συγκεκριμένων περιβαλλοντικών, πολιτιστικών και οικονομικών χαρακτηριστικών της εκάστοτε νησιωτικής περίπτωσης. Στη συνέχεια, επιχειρείται μια ευρύτερη ανάγνωση του Μεσογειακού πλαισίου, συζητώντας τη μνημειακότητα στο εύρος των κοινωνικών και οικονομικών φαινομένων της 5ης-2ης χιλιετίας π.Χ., εντοπίζοντας έτσι ορισμένα γενικά κοινά μοτίβα ανά περίοδο: (4100/3600 π.Χ.–3000 π.Χ.). Τα πρώτα μεγάλης κλίμακας αρχιτεκτονήματα έργα εμφανίστηκαν στη Μεσόγειο, κυρίως μεταξύ αγροκτηνοτροφικών κοινοτήτων, σε διαφορετικά πλαίσια αλληλεπίδρασης. Στο Αρχιπέλαγος της Μάλτας, οι ...
Η διδακτορική διατριβή διερευνά τη μνημειακότητα στα νησιά της Μεσογείου (και συγκεκριμένα, στο Αρχιπέλαγος της Μάλτας, τη Σαρδηνία, την Κορσική, την Κρήτη και τις Βαλεαρίδες) σε σχέση με τις ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές από το τέλος της Νεολιθικής μέχρι το τέλος της Εποχής του Χαλκού και την προέλευση της κεντρικής οργάνωσης και της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Ξεκινά με μια εξέταση της μνημειακότητας, και των συγκεκριμένων περιβαλλοντικών, πολιτιστικών και οικονομικών χαρακτηριστικών της εκάστοτε νησιωτικής περίπτωσης. Στη συνέχεια, επιχειρείται μια ευρύτερη ανάγνωση του Μεσογειακού πλαισίου, συζητώντας τη μνημειακότητα στο εύρος των κοινωνικών και οικονομικών φαινομένων της 5ης-2ης χιλιετίας π.Χ., εντοπίζοντας έτσι ορισμένα γενικά κοινά μοτίβα ανά περίοδο: (4100/3600 π.Χ.–3000 π.Χ.). Τα πρώτα μεγάλης κλίμακας αρχιτεκτονήματα έργα εμφανίστηκαν στη Μεσόγειο, κυρίως μεταξύ αγροκτηνοτροφικών κοινοτήτων, σε διαφορετικά πλαίσια αλληλεπίδρασης. Στο Αρχιπέλαγος της Μάλτας, οι ναοί και τα ταφικά υπόγεια εμφανίζονται φαινομενικά απομονωμένα από τον έξω κόσμο. Στη Σαρδηνία, το Monte D’Accodi και το domus de janas εγγράφονται σε κοινότητες που συμμετέχουν σε δίκτυα ανταλλαγής, τα οποία σταδιακά επικεντρώνονται περισσότερο στα μέταλλα αντί για τον οψιανό. (3000 –2300 π.Χ.). Περίοδος πληθυσμιακής αύξησης και μεγάλης επεξεργασίας στο πολιτισμικό πλαίσιο της Τελικής Νεολιθικής και της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού. Οι μνημειακές δομές στην Κεντρική Μεσόγειο (Μάλτα και Σαρδηνία) αντικατοπτρίζουν έναν περιφερειακά κεντρικό ρόλο και σημαντική επένδυση πόρων από τις κοινότητες. Στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο αυτή είναι μια περίοδος ακμής, έντονης ανταλλαγής, και αλληλεπίδρασης, που περιλαμβάνει πολλά κέντρα επιρροής. 2300 –2200/100 π.Χ.: Μια ταραχώδης εποχή που συμπίπτει με το κλιματικό γεγονός παρατεταμένης ξηρασίας, γνωστό ως 4,2 k.y event. Σημειώνονται σημαντικές πολιτισμικές μετατοπίσεις, καταστροφές ή/και εγκατάλειψη θέσεων, που αντικατοπτρίζονται και στη μνημειακότητα. Χαρακτηρίζεται από υποχώρηση των ανταλλακτικών δικτύων, αλλά και υψηλή κινητικότητα ωστόσο, σε όλη τη Μεσόγειο. 2200/100–1750 π.Χ.: Εμφάνιση νέων μορφών μνημειακής αρχιτεκτονικής (Ανάκτορα στην Κρήτη, Κυκλώπεια Αρχιτεκτονική στη Σαρδηνία και στην Κορσική, ενδεχομένως και στις Βαλεαρίδες Νήσους) σε μια περίοδο εκ νέου ανάδειξης πολιτιστικών εκφράσεων, και επαναδιαμόρφωσης οικονομικών στρατηγικών και δικτύων ανταλλαγής. Στην Εγγύς Ανατολή, παρατηρείται ανάπτυξη της αστικοποίησης και του συγκεντρωτισμού και αναδιαμόρφωση των εμπορικών δικτύων, σχετιζόμενων με την προμήθευση μετάλλων, και ιδιαίτερα του χαλκού. 1750–1450 π.Χ.: Οι χαρακτηριστικές μνημειώδεις δομές (τα κρητικά ανάκτορα, τα nuraghi της Σαρδηνίας και τα tombe dei giganti, τα torri της Κορσικής, και τα navettes στις Βαλεαρίδες), αν και διαφέρουν σε επεξεργασία, μέγεθος και περιφερειακή επιρροή, αποτελούν σημεία αναφοράς των κοινοτήτων, καθώς και οργάνωσης και διαχείρισης της παραγωγής, σε μια περίοδο πολιτισμικής άνθησης και έντονων, υλικών και πολιτιστικών, διαπεριφερειακών ανταλλαγών. Στην Ανατολική Μεσόγειο, η Κρήτη παρουσιάζει πιο εμφανή σημάδια συγκεντρωτικής οργάνωσης (ηγεμονία της Κνωσού), ενώ στην Κεντρική και Δυτική Μεσόγειο δεν εμφανίζεται κάτι ανάλογο. 1450 π.Χ.–1200 π.Χ.: Οι μνημειακές δομές αποκτούν πιο διαφοροποιημένα και συγκεντρωτικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, στην Κεντρική και Δυτική Μεσόγειο δεν υπάρχουν ακόμη απτά σημάδια κάποιας εγκαθιδρυμένης κοινωνικοοικονομικής διαστρωμάτωσης. Στην Ανατολική Μεσόγειο, στην Κρήτη και στην ηπειρωτική Ελλάδα, οι ενδείξεις για μια οξεία πολιτική ιεραρχία κορυφώνονται, ενώ κοινά σύμβολα, αξίες και τυποποιημένα προϊόντα απαντώνται ευρέως. Εδώ, η οικονομική και πολιτική εντατικοποίηση αποδίδονται εμφανώς και στη μνημειακότητα. 1200 π.Χ.–850 π.Χ.: Μια εποχή αναταραχών κατά την οποία οι μεσογειακές κοινότητες στο σύνολό τους περνούν από σημαντικό μετασχηματισμό. Στην Ανατολική Μεσόγειο, τα εμπορικά δίκτυα καταρρέουν, πολλές κεντρικές θέσεις καταστρέφονται και πολιτισμοί σβήνουν. Στην Κεντρική και Δυτική Μεσόγειο, εμφανίζονται οι πρώτες ενδείξεις για συσσώρευση πλούτου και κοινωνικό-οικονομική διαφοροποίηση, και τα δίκτυα ανταλλαγών αναδιαμορφώνονται συνεχίζουν στην 1η χιλιετία π.Χ., ώσπου που να συναντηθούν ξανά με την Ανατολή, κατά την εξάπλωση των Φοινίκων.Από το παραπάνω περίγραμμα προκύπτει ότι οι υπό μελέτη νησιωτικές κοινότητες και οι αντίστοιχες μνημειακές δομές τους επηρεάστηκαν σημαντικά, έστω και με διαφορετικούς τρόπους, από τις ευρύτερες συνθήκες που επικρατούσαν σε ολόκληρο τον μεσογειακό κόσμο. Προτείνεται ότι, οι τρόποι παραγωγής που αναπτυχθήκαν στο διαπεριφερειακό μεσογειακό πλαίσιο συντέλεσαν σε κοινωνικοοικονομικά φαινομένα που επηρέασαν συνολικά τις κοινότητες μέσω: 1) συγχρόνων μεταβατικών φάσεων, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε κοινωνικοοικονομικές μεταβολές ευρείας κλίμακας, 2) μιας τεχνοοικονομικής διάρθρωσης της παραγωγής που ευνόησε μια σταδιακά αυξανόμενη κοινοτική συνεργασία και κεντρική διαχείριση, 3) και διαμορφώνοντας ένα συνολικό πλαίσιο τοπικής, περιφερειακής και διαπεριφερειακής ενσωμάτωσης.Σε αυτό το πλαίσιο, είναι πολύ δύσκολο να υποστηριχθεί ότι ο κύριος λόγος πίσω από τη μνημειακότητα, ή τη διαδικασία συγκεντρωτισμού, οφείλεται απλώς στον εξαναγκασμό από τις ελίτ. Αντίθετα, τα αρχιτεκτονήματα μεγάλης κλίμακας φαίνεται να εγγράφονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σύνθετων συλλογικών εργασιών και συνεργασίας, υποδηλώνοντας μια συνολική εμπλοκή της/των εμπλεκόμενης/ων κοινότητας/ών. Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι η άνοδος της οικονομικής διαφοροποίησης δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως μια διαδικασία φυσικής εξέλιξης, αλλά μάλλον, ως μια δυνατότητα που καθίσταται δυνατή από συστηματικούς μετασχηματισμούς του κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Κατά συνέπεια, κάποια περεταίρω σχετικά ερωτήματα που εξετάζονται είναι τα παρακάτω: Πώς καθίσταται δυνατή η συνεργασία μεταξύ των ομάδων εργασίας σε κάθε περίπτωση, με ποια μέσα και για ποιο σκοπό; Πώς επηρέασαν αυτά τα συλλογικά επιτεύγματα τη συνολική παραγωγή των αντίστοιχων κοινοτήτων; Περιορίστηκαν στις μνημειώδεις κατασκευές ή ήταν αυτά μόνο μέρη μιας ευρύτερης οικονομικής εμπλοκής των κοινοτήτων; Για να εντοπίσουμε τι πυροδότησε μια τέτοια συστηματική κοινοτική συνεργασία και οικονομική διασύνδεση, προτείνεται μια ανάγνωση των μνημειακών δομών ως αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τη συνολική διαδικασία παραγωγής των κοινοτήτων τους, και την ανάγκη για αλληλεπίδραση, ανταλλαγή και συντονισμό. Έτσι, από αυτή την άποψη, η μνημειακότητα στα νησιά της Μεσογείου έχει νόημα να προέρχεται από κοινοτικές πρωτοβουλίες και κοινωνικούς συμβολισμούς, που λειτουργούν σε ένα πλαίσιο αλλαγών στην παραγωγή και τη διαβίωση, που ενθάρυναν έναν μεγαλύτερο κοινωνικοοικονομικό, και ίσως και πολιτικό, συγκεντρωτισμό κατά την Εποχή του Χαλκού. Αυτές οι αλλαγές χαρακτηρίζονται από την τεχνική εξειδίκευση στην παραγωγή και τη βιοτεχνία, τον εκτεταμένο τεχνικό καταμερισμό εργασίας και από την διευρυμένη ανταλλαγή και συσσώρευση μετατρέψιμης και μεταβιβάσιμης αξίας. Με την διαμόρφωση κοινων τρόπων αποτίμησης και, ενδεχομένως, μιας «εκχρηματισμένης» λειτουργίας των μετάλλων εντός ενός συστήματος οικονομικής αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης, που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο οικονομικών και κοινωνικών τακτικών διαβίωσης και θωράκισης απέναντι σε περιβαλλοντικούς, οικονομικούς και ευρύτερους κοινωνικούς κινδύνους.Υποστηρίζεται εν τέλει, ότι οι μνημειακές δομές είναι ακριβώς η έκφραση αυτής της αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης, που όρισε τις κοινότητες και ώθησε την εγκαθίδρυση συγκεντρωτικής οργάνωσης, ενώ επίσης επέτρεψε, στην μακρά διάρκεια, την διαμόροφωση κοινωνικοοικονομικής διαστρωμάτωσης. Οι επιπτώσεις αυτής της διαδικασίας ήταν ίσως πιο εμφανείς στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία παρουσιάζει πιο ιεραρχικές πολιτικές μορφές, οι οποίες ωστόσο διαταράχθηκαν βίαια τον 12ο αιώνα π.Χ., πιθανώς λόγω της απώλειας τόσο της κοινωνικής συναίνεσης από την πλευρά της κοινότητας όσο και του οικονομικού ελέγχου από την πλευρά της διοίκησης.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The study explores mediterranean island monumentality in the Maltese Archipelagos, Sardinia, Corsica, Crete and The Balearics, in the longue durée of the Neolithic and the Bronze Age, in relation to social and economic changes and the origins of stratification and centralised organisation. It begins with an island-by-island examination of monumentality within the specific environmental, cultural and economic context of each case. Then continues with a contextual Mediterranean-wide reading, discussing monumentality within the overall socio-economic phenomena of the studied eras, drawing some broad common patterns over certain periods: (4100/3600 BC–3000 BC). The first large scale construction projects appeared in the Mediterranean among mostly agropastoral communities, in different contexts of interaction, however. In the Maltese Archipelagos the temple and hypogea occur seemingly in isolation from the outside world. In Sardinia, Monte D’Accodi and the domus de janas involve communiti ...
The study explores mediterranean island monumentality in the Maltese Archipelagos, Sardinia, Corsica, Crete and The Balearics, in the longue durée of the Neolithic and the Bronze Age, in relation to social and economic changes and the origins of stratification and centralised organisation. It begins with an island-by-island examination of monumentality within the specific environmental, cultural and economic context of each case. Then continues with a contextual Mediterranean-wide reading, discussing monumentality within the overall socio-economic phenomena of the studied eras, drawing some broad common patterns over certain periods: (4100/3600 BC–3000 BC). The first large scale construction projects appeared in the Mediterranean among mostly agropastoral communities, in different contexts of interaction, however. In the Maltese Archipelagos the temple and hypogea occur seemingly in isolation from the outside world. In Sardinia, Monte D’Accodi and the domus de janas involve communities participating to exchange networks, gradually focused more on metals instead of obsidian. (3000 –2300 BC). Populations increase and a great elaboration noted in the Final Neolithic and Early Bronze Age cultural contexts. Monumental structures in Central Mediterranean (Malta and Sardinia) reflect a central regional role and strong communal investment. For Eastern Mediterranean and the Aegean this is a flourishing time of vivid exchange and interaction, involving many operating centres. 2300 –2200/100 BC: A turbulent time coinciding with the 4.2k aridification event. Major cultural shifts, site destructions and/or collapse, is noted, reflected also in monumentality. Paucity of exchange networks, but also high mobility, throughout the Mediterranean. 2200/100–1750 BC: New forms of monumental architecture (Cretan Palaces, Cyclopean Architecture in Sardinia, and possibly in Corsica and the Balearics) in a period of re-emerging cultural expressions, economic strategies, and exchange networks. In the Near East, there is a rise in urbanization, centralization and re-shaped exchange networks, driven by the quest for metals, and especially, bronze. 1750–1450 BC: Characteristic monumental structures (Cretan palaces, Sardinia nuraghi and tombe dei giganti, Corsican torri, Balearic navetas), of varied elaboration, size and interregional influence, are focal places of the communities’ socio-cultural structures, and organization and management of production in a period of cultural boom and vivid material and cultural interregional exchange. In Eastern Mediterranean, Crete presents more evident signs of centralization (Knossos hegemony), while in Central and West Mediterranean no such signs are attested. 1450 BC–1200 BC: Monumental structures take more differentiated and centralized features. Yet in the Central-West Mediterranean there are still no tangible signs of established socio-economic stratification. In Eastern Mediterranean, in Crete and Helladic Mainland political hierarchies reach their peak while common symbols, values, and standardized products are attested all over. There, economic and political intensification and centralization have ostentatiously materialized in monumentality. 1200 BC–850 BC: A time of unrest, when many centres burn to the ground and cultures perish in the East, and Mediterranean cultures go through significant transformative shifts. But in the West, accumulation of wealth and rising socio-economic differentiations become more evident and exchange networks continue in the early 1st millennium BC, until they unified again, East and West, under the Phoenician maritime power. This outline suggests that the studied island communities were significantly, even if differently, affected by conditions prevailing in the whole Mediterranean world. Similar modes of production operating within an inter-regional context and affecting, by the same socio-economic phenomena, the related Mediterranean cultures: 1) Through rather concomitant transitional phases, which corresponded to world-scale socio-economic shifts, 2) A techno-economic articulation that favoured a gradually increasing communal cooperation and centralization, 3) An overall context of local, regional and interregional integration. In this context it is argued that it is very hard to sustain that the main reason behind either monumentality, or the process of centralization was simply elite coercion. But rather, large-scale architectures appear to be resulting from complex collective labour and the co-operation of working groups in a common project, suggesting an overall entanglement of the community/ies involved. Moreover, that the rise of economic differentiation should not be perceived as a natural process but rather as a potential enabled by systemic transformations of the socio-economic system. Some relevant questions that study addresses are the following: How was the co-operation of the working groups achieved in each case, by what means and for what purpose? How did these collective achievements affect the overall production of the respective communities? Were they restricted to the monumental constructions, or were these only parts of a wider economic entanglement of the communities? To trace what triggered such systematic communal cooperation and economic interweaving, we suggest reading large-scale structure as integrally related to their communities’ overall productive process and need for interaction, exchange and coordination. So, from this view, monumentality in the Mediterranean islands makes sense as originating from communal initiatives, and social symbolisms, operating within a context of changes in production and subsistence that fuelled greater socio- economic, and maybe also political, centralization during the Bronze Age. This was characterized by craft specialization, extended technical division of labour, and by extensive exchange, and accumulation of transformable and transferable value. Common concepts of valuating were developed and, possibly, expressed by a “monetized” concept of metals structured upon a system of economic interdependence and interaction, formed through subsistence practices and cultural responses to stress caused by environmental, techno-economic, and overall social phenomena. This defined the communities and enabled the potentials of a materialized socio-economic stratification and centralization. The effects of this process were perhaps most evident in Eastern Mediterranean, which presents more hierarchical political forms, violently disrupted, nonetheless, in the 12th century BC, possibly due to the loss of both social consensus from the part of the community, and economic control from the part of the administration.
περισσότερα