Περίληψη
Εξετάζω τις χρηματοοικονομικές και μη χρηματοοικονομικές πτυχές της εταιρικής αναφοράς με τη χρήση βιβλιομετρική ανάλυσης και δύο εμπειρικών μελετών. Πρώτον, παρουσιάζω μια βιβλιομετρική ανάλυση της σχέσης μεταξύ των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) και της Διαχείρισης Κερδών (ΔΚ) (Κεφάλαιο 2). Δεύτερον, διεξάγω μια εμπειρική μελέτη της επίδρασης των παραμέτρων Περιβάλλοντος, Κοινωνίας και Διακυβέρνησης (ΠΚΔ) στην ποιότητα των κερδών (ΠΚ) και στη διαχείριση πραγματικών κερδών (ΔΠΚ) (Κεφάλαιο 3). Τρίτον, εξετάζω την επίδραση της εφαρμογής του ΔΠΧΑ 16 (Μισθώσεις) στον εταιρικό κίνδυνο χρησιμοποιώντας εμπειρικά στοιχεία (Κεφάλαιο 4). Ειδικότερα, στο 2ο κεφάλαιο, παρέχω μια ανασκόπηση της βιβλιογραφίας σχετικά με τη σχέση μεταξύ ΔΠΧΑ και ΔΚ. Για το σκοπό αυτό, διεξάγω βιβλιομετρική ανάλυση 249 δημοσιεύσεων από τη βάση δεδομένων Web of Science (WoS), εφαρμόζοντας τόσο τεχνικές ανάλυσης απόδοσης όσο και χαρτογράφησης της επιστήμης, όπως ανάλυση συν-συγγραφής, βιβλιογραφική ...
Εξετάζω τις χρηματοοικονομικές και μη χρηματοοικονομικές πτυχές της εταιρικής αναφοράς με τη χρήση βιβλιομετρική ανάλυσης και δύο εμπειρικών μελετών. Πρώτον, παρουσιάζω μια βιβλιομετρική ανάλυση της σχέσης μεταξύ των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) και της Διαχείρισης Κερδών (ΔΚ) (Κεφάλαιο 2). Δεύτερον, διεξάγω μια εμπειρική μελέτη της επίδρασης των παραμέτρων Περιβάλλοντος, Κοινωνίας και Διακυβέρνησης (ΠΚΔ) στην ποιότητα των κερδών (ΠΚ) και στη διαχείριση πραγματικών κερδών (ΔΠΚ) (Κεφάλαιο 3). Τρίτον, εξετάζω την επίδραση της εφαρμογής του ΔΠΧΑ 16 (Μισθώσεις) στον εταιρικό κίνδυνο χρησιμοποιώντας εμπειρικά στοιχεία (Κεφάλαιο 4). Ειδικότερα, στο 2ο κεφάλαιο, παρέχω μια ανασκόπηση της βιβλιογραφίας σχετικά με τη σχέση μεταξύ ΔΠΧΑ και ΔΚ. Για το σκοπό αυτό, διεξάγω βιβλιομετρική ανάλυση 249 δημοσιεύσεων από τη βάση δεδομένων Web of Science (WoS), εφαρμόζοντας τόσο τεχνικές ανάλυσης απόδοσης όσο και χαρτογράφησης της επιστήμης, όπως ανάλυση συν-συγγραφής, βιβλιογραφική σύζευξη και ανάλυση συν-λέξεων. Η βιβλιομετρική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με τη χρήση των λογισμικών Bibliometrix R και VOSviewer. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης απόδοσης υποδεικνύουν ότι οι τάσεις παραγωγής και επιρροής των δημοσιεύσεων σχετικά με τη σχέση μεταξύ ΔΠΧΑ και ΔΚ παρουσιάζουν σταδιακή αύξηση με την πάροδο του χρόνου. Όσον αφορά τους κύριους φορείς έρευνας στο συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο, τα πανεπιστημιακά ερευνητικά ιδρύματα (με βάση την ακαδημαϊκή έδρα των συγγραφέων) με τον υψηλότερο αριθμό παραπομπών (citations) προέρχονται κυρίως από τις Η.Π.Α. Αναφορικά με την παραγωγή των δημοσιεύσεων, οι Η.Π.Α., το Ηνωμένο Βασίλειο, η Αυστραλία, η Γερμανία και η Κίνα κατέχουν ηγετική θέση στη βιβλιογραφία ΔΠΧΑ&ΔΚ. Σημαντικό ποσοστό των άρθρων που δημοσιεύονται σε αυτό τον τομέα προέρχεται από υψηλής ποιότητας επιστημονικά περιοδικά (4*, 4, 3 – AJG 2021). Επιπλέον, η ποσοτική έρευνα αποτελεί την πιο συχνά χρησιμοποιούμενη μεθοδολογία στο συγκεκριμένο θέμα, ακολουθούμενη από ποιοτικές προσεγγίσεις, ενώ η μικτή μεθοδολογία εμφανίζεται σε περιορισμένη συχνότητα. Οι θεωρίες που χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο ανήκουν στις κατηγορίες των «economic theories» (π.χ. agency, resource dependence) και των «systems-oriented theories» (π.χ. institutional, legitimacy, stakeholder). Η χαρτογράφηση της επιστήμης μέσω της ανάλυσης συν-συγγραφής υποδηλώνει ότι η έρευνα των μελετητών στον συγκεκριμένο τομέα πραγματοποιήθηκε είτε ανεξάρτητα είτε με περιορισμένο βαθμό συνεργασίας με συγγραφείς από άλλες χώρες, υποδεικνύοντας την ανάγκη για μεγαλύτερη διασυνοριακή συνεργασία στο μέλλον. Η ανάλυση της βιβλιογραφικής σύζευξης διαχωρίζει τις μελέτες σε έξι ομάδες και αποκαλύπτει τα κύρια θέματα (“ Υιοθέτηση ΔΠΧΑ και ΔΚ”; “ΔΠΧΑ 3/ΔΛΠ 36 και λογιστική διακριτική ευχέρεια”; “ΔΠΧΑ και πραγματικά και βάσει δεδουλευμένων μοντέλα”; “ΔΠΧΑ 9/ΔΛΠ 39 and εξομάλυνση κερδών”; “ΔΠΧΑ and τοπικές Γενικά Αποδεκτές Λογιστικές Αρχές – ΔΚ συγκριτικές μελέτες”; “Έξοδα Έρευνας και Ανάπτυξης και ΔΚ”) και την εξέλιξη τους. Η ανάλυση των συν-λέξεων αποκαλύπτει αναδυόμενες τάσεις που μπορούν να διερευνηθούν περαιτέρω, ανοίγοντας πιθανά μονοπάτια για μελλοντική έρευνα. Η παρούσα ανασκόπηση συνεισφέρει στη βιβλιογραφία σε πολλαπλά επίπεδα. Πρώτον, καμία άλλη μελέτη δεν έχει επιχειρήσει βιβλιομετρική ανάλυση της έρευνας σχετικά με τη σχέση ΔΠΧΑ&ΔΚ. Η μελέτη αυτή καλύπτει αυτό το ερευνητικό κενό και συνεισφέρει στην επιστημονική κοινότητα παρουσιάζοντας τις πρόσφατες εξελίξεις στο συγκεκριμένο σώμα γνώσης. Δεύτερον, επεκτείνει την τρέχουσα βιβλιογραφία παρέχοντας μια βιβλιομετρική επισκόπηση στη σύνδεση ΔΠΧΑ&ΔΚ, ώστε να καταδειχθεί πως έχει αναπτυχθεί αυτό το θέμα. Τρίτον, προσφέρει μια ολιστική αξιολόγηση με πολύτιμες πληροφορίες (π.χ. κυρίαρχοι φορείς έρευνας), οι οποίες είναι αναμφίβολα σημαντικές και χρήσιμες για ακαδημαϊκούς, επαγγελματίες και φορείς χάραξης πολιτικής, προκειμένου να αποκτήσουν μια πιο πλήρη κατανόηση της δομής γνώσης του αντικειμένου. Τέταρτον, εντοπίζει τα ανεξερεύνητα θέματα και προτείνει μελλοντικές ερευνητικές κατευθύνσεις όσον αφορά αυτό το σώμα βιβλιογραφίας. Τα ευρήματα μου έχουν σημαντικές επιπτώσεις για ακαδημαϊκούς, επαγγελματίες και φορείς χάραξης πολιτικής. Πρώτον, είναι ιδιαίτερα σημαντικά για ακαδημαϊκούς και ειδικά για υποψήφιους διδάκτορες, καθώς προσφέρουν μια ολοκληρωμένη και σε βάθος κατανόηση του υπάρχοντος σώματος γνώσης, μέσα από την οποία μπορούν να αναδυθούν νέες ερευνητικές κατευθύνσεις. Δεύτερον, βοηθούν τους επαγγελματίες να κατανοήσουν τις προκλήσεις που μπορεί να προκύψουν στο μέλλον στον τομέα ΔΠΧΑ&ΔΚ, προετοιμάζοντας καλύτερα τις δράσεις τους. Τρίτον, τα αποτελέσματα μου παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες στους φορείς χάραξης πολιτικής σχετικά με νέες κατευθύνσεις έρευνας, διευκολύνοντας την καλύτερη διαμόρφωση της ατζέντας κανονιστικής ρύθμισης. Στο τρίτο κεφάλαιο, εξετάζω την επίδραση των ΠΚΔ στην ΠΚ και στη ΔΠΚ. Η εξέλιξη της λογιστικής έρευνας δίνει ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στην αλληλεπίδραση μεταξύ χρηματοοικονομικής και μη χρηματοοικονομικής αναφοράς, ιδίως στο πλαίσιο ρυθμιστικών αλλαγών και ενίσχυσης της εταιρικής διαφάνειας. Όπως φαίνεται από τη βιβλιομετρική ανάλυση, τα ΔΠΧΑ και η ΔΚ αποτελούν εδώ και καιρό κεντρικό σημείο της βιβλιογραφίας. Ωστόσο, πρόσφατες εξελίξεις, όπως καταγράφονται σε κορυφαία περιοδικά, όπως το Accounting in Europe (ένα από τα δύο επίσημα περιοδικά της European Accounting Association), αναδεικνύουν μια αυξανόμενη στροφή προς τη μη χρηματοοικονομική αναφορά και ζητήματα που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα (Cho et al., 2022; Nerantzidis & Vatis, 2024). Αυτή η στροφή καθοδηγείται από ρυθμιστικές εξελίξεις, όπως η οδηγία Μη Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 2014/95/ΕΕ και αυτή που τη διαδέχτηκε, δηλαδή η Οδηγία για την Αναφορά Εταιρικής Βιωσιμότητας 2022/2464/ΕΕ, οι οποίες στοχεύουν στην ενσωμάτωση των παραμέτρων βιωσιμότητας στα πλαίσια της εταιρικής αναφοράς. Οι κατευθύνσεις αυτές συνάδουν με ευρύτερες πολιτικές προσπάθειες, όπως η Ατζέντα 2030 των Ηνωμένων Εθνών (United Nations, 2015), που τονίζει την ανάγκη συνεργασίας για την επίτευξη στόχων βιωσιμότητας (Cosma et al., 2022). Σε αυτή τη βάση, ενώ τα ΔΠΧΑ έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ποιότητας της χρηματοοικονομικής αναφοράς και των πρακτικών ΔΚ, η αυξανόμενη ρυθμιστική έμφαση στην υποχρεωτική αναφορά βιωσιμότητας εισάγει νέες δυναμικές που απαιτούν εμπειρική διερεύνηση. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το εξελισσόμενο πεδίο, η σχέση μεταξύ ΠΚΔ και ΔΚ αναδύεται ως κρίσιμος τομέας για περαιτέρω μελέτη. Στο 3ο κεφάλαιο, η συζήτηση αυτή επεκτείνεται με την εμπειρική διερεύνηση της επίδρασης των ΠΚΔ στην ΠΚ και στη ΔΠΚ. Επιπλέον, εξετάζεται ο ενδεχόμενος ρόλος του μεγέθους της επιχείρησης σε αυτή τη σχέση. Χρησιμοποιώντας πολυμεταβλητή ανάλυση παλινδρόμησης με σταθερές επιδράσεις σε διεθνές δείγμα 32.050 παρατηρήσεων ανά εταιρία και έτος για την περίοδο 2003-2022, διαπιστώνεται ότι το ESG ενισχύει την ΠΚ και περιορίζει τη ΔΠΚ. Επιπλέον, η ανάλυση δείχνει ότι η θετική σχέση μεταξύ ΠΚΔ και ΠΚ είναι εντονότερη σε μικρές επιχειρήσεις, ενώ η αρνητική συσχέτιση μεταξύ ΠΚΔ και ΔΠΚ είναι ισχυρότερη σε μεγάλες επιχειρήσεις. Τα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν με σειρά ελέγχων αξιοπιστίας (robustness checks), συμπεριλαμβανόμενων εναλλακτικών μεθοδολογικών προσεγγίσεων, διαφορετικών μέτρων της εξαρτημένης μεταβλητής ΠΚ, εναλλακτικής δειγματοληψίας και αντιμετώπισης πιθανών θεμάτων ενδογένειας. Σε όλες τις περιπτώσεις, η μεταβλητή ΠΚΔ παραμένει στατιστικά σημαντική και διατηρεί την αναμενόμενη κατεύθυνση της επίδραση της. Η παρούσα μελέτη συνεισφέρει στη βιβλιογραφία σε πολλαπλά επίπεδα. Πρώτον, αποτελεί την πρώτη έρευνα που εξετάζει την επίδραση των ΠΚΔ τόσο στην ΠΚ όσο και στη ΔΚ, μετρώντας την μέσω της ΠΔΚ, χρησιμοποιώντας διεθνή δεδομένα σε εκτεταμένη χρονική περίοδο που φτάνει έως τα πρόσφατα έτη. Συνιστά μια αρχική προσπάθεια διερεύνησης της ποιότητας της χρηματοοικονομικής αναφοράς μέσα από δύο διακριτές αλλά σχετιζόμενες όψεις, την ΠΚ και τη ΔΚ, στο πλαίσιο των ΠΚΔ. Δεύτερον, εξετάζει τον ρόλο του μεγέθους της επιχείρησης, καλύπτοντας το κενό που έχει εντοπιστεί στη βιβλιογραφία σχετικά με την ενσωμάτωση πιθανών παραγόντων σε αυτή τη σχέση (Velte, 2021). Τρίτον, συμπληρώνει τη μελέτη των Rahman et al. (2024b), η οποία λαμβάνει υπόψη το μέγεθος της επιχείρησης στη σχέση μεταξύ πρακτικών εταιρικής βιωσιμότητας και ΔΚ σε επίπεδο μίας μόνο χώρας. Η παρούσα μελέτη προσφέρει μια ευρύτερη προοπτική, χρησιμοποιώντας διεθνές δείγμα και επεκτείνοντας την ανάλυση ώστε να περιλαμβάνει τη σχέση μεταξύ ΠΚΔ και ΠΚ, καθώς και τον ρόλο του μεγέθους της επιχείρησης στη διαμόρφωση αυτής της σχέσης. Επιπλέον, επεκτείνει την έρευνα τους αποκαλύπτοντας μια σημαντική αρνητική σχέση μεταξύ ΠΚΔ και ΔΠΚ και δείχνοντας ότι το μέγεθος της επιχείρησης παίζει καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη σχέση. Τέταρτον, παρέχει χρήσιμες πληροφορίες για ακαδημαϊκούς, επαγγελματίες και ρυθμιστικές αρχές. Για τους ακαδημαϊκούς, η έρευνα προσφέρει τη βάση για περαιτέρω διερεύνηση αυτής της σύνθετης σχέσης. Για τους επαγγελματίες, και ειδικότερα όσους ασχολούνται με χρηματοοικονομική και μη χρηματοοικονομική αναφορά, τα ευρήματα παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με το πώς οι ΠΚΔ σχετίζονται με υψηλότερη ΠΚ και μειωμένη ΔΠΚ. Τα αποτελέσματα αυτά μπορούν να ενθαρρύνουν την ενσωμάτωση των ΠΚΔ στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, με στόχο την ενίσχυση της ποιότητας της αναφοράς και την προώθηση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας. Για τις ρυθμιστικές αρχές, παρέχει κρίσιμες πληροφορίες, αναδεικνύοντας τον ρόλο των ΠΚΔ στην ενίσχυση της ΠΚ και στη μείωση της ΔΠΚ, ενώ ταυτόχρονα δείχνει ότι η επίδραση των ΠΚΔ στην ΠΚ και στη ΔΠΚ διαφοροποιείται ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης. Η κατανόηση αυτής της γνώσης μπορεί να υποστηρίξει περαιτέρω τις προσπάθειες των ρυθμιστικών αρχών για τη διαμόρφωση νέων κατευθυντηρίων γραμμών που να ανταποκρίνονται στο αναδυόμενο και ταχύτατα μεταβαλλόμενο τοπίο. Αυτά τα ευρήματα έχουν σημαντικές ερευνητικές, θεωρητικές και πρακτικές επιπτώσεις. Από ερευνητικής άποψης, τα ευρήματα αυτά αντιμετωπίζουν το κενό που υποδεικνύει ο Velte (2021), διερευνώντας καθοριστικούς παράγοντες, όπως το μέγεθος της επιχείρησης σε αυτή τη σχέση σε ένα διεθνές πλαίσιο. Από θεωρητικής άποψης, η μελέτη παρέχει νέα εμπειρική τεκμηρίωση για την εφαρμογή της θεωρίας των ενδιαφερόμενων μερών (stakeholder theory) και της θεωρίας της αντιπροσώπευσης (agency theory) σε διεθνές πλαίσιο. Μελετώντας την επίδραση των ΠΚΔ στην ΠΚ και ΔΚ, διαπιστώνεται ότι η θεωρία των ενδιαφερόμενων μερών αποτελεί την κυρίαρχη θεωρητική βάση για την κατανόηση αυτής της σχέσης. Παράλληλα, όταν λαμβάνεται υπόψη ο ρόλος του μεγέθους της επιχείρησης, γίνεται εμφανής και η σημασία της θεωρίας της αντιπροσώπευσης. Ειδικότερα, τα ευρήματα δείχνουν ότι, ενώ οι δύο θεωρίες εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, συγκλίνουν στην περίπτωση των μεγάλων επιχειρήσεων, πιθανώς λόγω της μεγαλύτερης ποικιλομορφίας και εμπειρίας των διοικητικών συμβουλίων των μεγάλων εταιρειών στον μετριασμό της ευκαιριακής συμπεριφοράς της διοίκησης. Από πρακτικής άποψης, τα ευρήματα της μελέτης έχουν σημαντικές επιπτώσεις τόσο για τις ρυθμιστικές αρχές όσο και για τα στελέχη. Οι ρυθμιστικές αρχές ενθαρρύνονται να ενισχύσουν τους κανονισμούς και την επιβολή που σχετίζονται με τις ΠΚΔ, καθώς η εμπλοκή στις ΠΚΔ αντικατοπτρίζει όχι μόνο μια πιο ηθική προσέγγιση στην ΔΠΚ και ισχυρότερη ανταπόκριση στις ποικίλες προσδοκίες των ενδιαφερόμενων μερών, αλλά και ενισχύει την προστασία των επενδυτών, καθώς οδηγεί σε καλύτερη οικονομική αναφορά. Επιπλέον, οι ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αναπτύξουν ισχυρότερους, προσαρμοσμένους στο μέγεθος της επιχείρησης κανονισμούς για να ενισχύσουν περαιτέρω τον αντίκτυπο των ΠΚΔ στην ΠΚ και να περιορίσουν τη ΔΠΚ. Σε αυτό το πλαίσιο, για τις μεγάλες επιχειρήσεις, οι ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να απαιτούν η βαθμολογία των ΠΚΔ να συνδέεται ρητά με βασικούς χρηματοοικονομικούς δείκτες, επιτρέποντας την ανίχνευση πιθανών ευκαιριακών συμπεριφορών, όπως η ΔΠΚ που αποκρύπτεται μέσω δραστηριοτήτων ΠΚΔ. Θα πρέπει επίσης να διεξάγονται ανεξάρτητοι έλεγχοι για την αποκάλυψη πιθανών πρακτικών ΔΠΚ. Για τις μικρές επιχειρήσεις, όπου οι ΠΚΔ ενισχύουν περισσότερο την ΠΚ, οι ρυθμιστικές αρχές θα μπορούσαν να ενθαρρύνουν περαιτέρω τη συμμετοχή μικρότερων επιχειρήσεων στην υιοθέτηση των ΠΚΔ. Ωστόσο, οι μικρές επιχειρήσεις συχνά αποφεύγουν τις πρακτικές ΠΚΔ λόγω περιορισμένων διαθέσιμων πόρων. Επομένως, μια πρακτική συνέπεια θα ήταν η διευκόλυνση της εμπλοκής τους με την εισαγωγή απλουστευμένων απαιτήσεων ΠΚΔ - όπως τυποποιημένα πρότυπα αναφοράς με λιγότερα στοιχεία γνωστοποίησης, επιλογές αυτοματοποιημένης ψηφιακής υποβολής ή ακόμη και προσφορά φορολογικών κινήτρων για εταιρείες που συμμορφώνονται με τις ΠΚΔ. Αυτά τα μέτρα θα μπορούσαν να προωθήσουν την ευρύτερη υιοθέτηση ΠΚΔ χωρίς να δημιουργήσουν δυσανάλογα διοικητικά βάρη. Τα στελέχη θα πρέπει να αξιοποιήσουν αυτές τις γνώσεις προσαρμόζοντας τη στρατηγική ΠΚΔ τους στα χρηματοοικονομικά και υιοθετώντας αυστηρότερες εσωτερικές διαδικασίες για την περαιτέρω βελτίωση της εταιρικής διαφάνειας, την ενίσχυση της ΠΚ και τον περιορισμό των πρακτικών ΔΠΚ. Στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο, εξετάζω τον αντίκτυπο της εφαρμογής του ΔΠΧΑ 16 στον εταιρικό κίνδυνο. Όπως αποκαλύφθηκε στη βιβλιομετρική ανάλυση, το ΔΠΧΑ 16 έχει προσελκύσει αυξανόμενο ενδιαφέρον. Από την 1η Ιανουαρίου 2019, το λογιστικό πρότυπο απαιτεί την κεφαλαιοποίηση των λειτουργικών μισθώσεων, φέρνοντας τις εκτός ισολογισμού μισθώσεις στους εταιρικούς ισολογισμούς. Αυτή η αλλαγή αυξάνει την αναφερόμενη μόχλευση για εταιρείες με σημαντικές λειτουργικές μισθώσεις, επηρεάζοντας ενδεχομένως τον εταιρικό τους κίνδυνο. Συγκεκριμένα, επηρεάζονται δείκτες όπως οι λόγοι χρέους προς ίδια κεφάλαια και χρέους προς περιουσιακά στοιχεία, οι οποίοι με τη σειρά τους επηρεάζουν την αξιολόγηση του εταιρικού κινδύνου και την πιθανότητα αθέτησης, υπονομεύοντας ενδεχομένως τη φερεγγυότητα των εταιρειών. Η περίπτωση του ΔΠΧΑ 16 καθιστά αυτό το γεγονός ιδιαίτερα εμφανές, καθώς το IASB επανεξετάζει επί του παρόντος το ΔΠΧΑ 16 μετά την εφαρμογή, επισημαίνοντας την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα σχετικά με τις επιπτώσεις του (Hsu και Liu, 2024), τοποθετώντας το κατ’ αυτό τον τρόπο ως μια οδό για μελλοντική έρευνα. Συνεπώς, το παρόν κεφάλαιο επεκτείνει αυτήν τη συζήτηση διερευνώντας εμπειρικά τη σχέση μεταξύ της εφαρμογής του ΔΠΧΑ 16 και του εταιρικού κινδύνου, μέσω του πρίσματος της θεωρία της αντιπροσώπευσης. Χρησιμοποιώντας μια ανάλυση παλινδρόμησης σταθερών επιδράσεων (fixed-effects regression) σε ένα σύνολο δεδομένων 1.877 ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, η οποία περιλαμβάνει 5.867 παρατηρήσεις από το 2014 έως το 2024, διαπιστώνω μια θετική συσχέτιση μεταξύ του ΔΠΧΑ 16 και του κινδύνου της επιχείρησης. Η σχέση παραμένει ισχυρή σε πολλούς ελέγχους αξιοπιστίας, συμπεριλαμβανομένων εναλλακτικών μεθόδων εκτίμησης των βασικών μεταβλητών και εκτιμήσεων με δύο βήματα της μεθόδου two-step system GMM για την αντιμετώπιση πιθανής ενδογένειας. Συνεισφέρω στη υπάρχουσα βιβλιογραφία σε διάφορα επίπεδα. Πρώτον, επεκτείνω την προηγούμενη βιβλιογραφία χρηματοοικονομικής αναφοράς δείχνοντας ότι το ενιαίο μοντέλο υπό το ΔΠΧΑ 16 συνδέεται με αυξημένο επιχειρηματικό κίνδυνο για τους μισθωτές στο λιγότερο μελετημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Με αυτόν τον τρόπο, παρέχω πραγματικά εμπειρικά στοιχεία μετά την εφαρμογή του προτύπου σε πολλαπλές χώρες, αντί για προσομοιώσεις ή μελέτες μίας μόνο χώρας. Δεύτερον, συμβάλλω στη βιβλιογραφία σχετικά με την εφαρμοσιμότητα της θεωρίας αντιπροσώπευσης (agency theory) σε αυτή τη σχέση. Η μεγαλύτερη ορατότητα των λειτουργικών μισθώσεων μέσω του ΔΠΧΑ 16 αυξάνει τους αναφερόμενους δείκτες μόχλευσης, γεγονός που μπορεί να εντείνει τον επιχειρηματικό κίνδυνο και να συμβάλει σε μεγαλύτερη χρηματοοικονομική αστάθεια. Τέλος, και πιο συνολικά, παρέχω εμπειρικά στοιχεία που είναι συναφή με τις τρέχουσες συζητήσεις στο πλαίσιο της εκ των υστέρων αξιολόγησης (post-implementation review) του ΔΠΧΑ 16 από το IASB. Τα ευρήματά έχουν σημαντικές επιπτώσεις για την ακαδημαϊκή κοινότητα, τους φορείς καθορισμού προτύπων και τους επαγγελματίες. Για τους ακαδημαϊκούς, η θετική σχέση μεταξύ ΔΠΧΑ 16 και επιχειρηματικού ρίσκου υπογραμμίζει τις πραγματικές συνέπειες του προτύπου και μπορεί να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς για μελλοντική διερεύνηση σε διασυνοριακό επίπεδο, εμπλουτίζοντας τη συγκριτική λογιστική βιβλιογραφία. Για τους φορείς καθορισμού προτύπων (π.χ. IASB), η συγκεκριμένη σχέση υποδεικνύει ότι το πρότυπο έχει επηρεάσει το προφίλ κινδύνου των εταιρειών, παρέχοντας χρήσιμη αναφορά για τη συνεχιζόμενη εκ των υστέρων αξιολόγηση. Για τους επαγγελματίες, η σχέση αυτή επισημαίνει την ανάγκη επανεξέτασης των αποφάσεων μίσθωσης έναντι αγοράς. Σε περιπτώσεις όπου η κεφαλοποίηση αυξάνει τη μόχλευση και την έκθεση σε κίνδυνο, οι διευθυντές ενδέχεται να χρειαστεί να επαναδιαπραγματευτούν τις δανειακές συμβάσεις, να προσαρμόσουν τις χρηματοδοτικές πολιτικές ή να αναθεωρήσουν τη δομή κεφαλαίου για να μετριάσουν ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις στο επιχειρηματικό ρίσκο.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
In this thesis I examine the financial and non-financial aspects of corporate reporting through a bibliometric analysis and two empirical studies. First, I present a bibliometric analysis on the relationship between the International Financial Reporting Standards (IFRS) and Earnings Management (EM) (Chapter 2). Second, I conduct an empirical investigation into the impact of Environmental, Social, Governance (ESG) on earnings quality (EQ) and real earnings management (REM) (Chapter 3). Third, I examine the post-implementation of IFRS 16 on firm risk using empirical evidence (Chapter 4). More specifically, in the second chapter, I provide a review of the literature on the association between IFRS and ΕΜ. For this purpose, I conduct bibliometric analysis of 249 publications from the Web of Science (WoS) database, employing both the techniques of performance analysis and science mapping (co-authorship analysis, bibliographic coupling, co-word analysis). The bibliometric analysis was condu ...
In this thesis I examine the financial and non-financial aspects of corporate reporting through a bibliometric analysis and two empirical studies. First, I present a bibliometric analysis on the relationship between the International Financial Reporting Standards (IFRS) and Earnings Management (EM) (Chapter 2). Second, I conduct an empirical investigation into the impact of Environmental, Social, Governance (ESG) on earnings quality (EQ) and real earnings management (REM) (Chapter 3). Third, I examine the post-implementation of IFRS 16 on firm risk using empirical evidence (Chapter 4). More specifically, in the second chapter, I provide a review of the literature on the association between IFRS and ΕΜ. For this purpose, I conduct bibliometric analysis of 249 publications from the Web of Science (WoS) database, employing both the techniques of performance analysis and science mapping (co-authorship analysis, bibliographic coupling, co-word analysis). The bibliometric analysis was conducted using Bibliometrix R and VOSviewer software. The results of the performance analysis suggest that the publication and citation trends of the interplay between IFRS and EM show an upward trend over time. Regarding the research constituents, most of the influential institutions emanate from the US. In terms of publications, the US, the UK, Australia, Germany, and China lead in the IFRS and EM literature. A significant percentage of articles published in this field emanate from high-quality journals. Quantitative approaches dominate the methodology in this field, followed by qualitative ones, while mixed-methods studies are infrequent. The theories that have been mostly used fall within the “economic theories” category (e.g., agency, resource dependence), and the “systems-oriented theories” category (e.g., institutional, legitimacy, stakeholder). Science mapping via co-authorship analysis indicates that the research was predominantly conducted independently, or with limited scholarly collaboration. Bibliographic coupling analysis classifies the studies into six clusters and reveals the major themes and their evolution. Co-word analysis unfolds emerging trends that could be further explored, thus becoming possible future research avenues. My findings carry important implications for academics, practitioners, and policymakers. In the third chapter, I examine the impact of ESG on Εarnings Quality (EQ) and Real Earnings Management (REM). The evolution of accounting research increasingly emphasizes the interplay between financial and non-financial reporting, particularly in the context of regulatory changes and corporate transparency. As shown in the bibliometric analysis of this thesis, IFRS and EM have long been a focal point in the literature. However, recent developments, as reflected in leading journals such as Accounting in Europe (one of the two official journals of the European Accounting Association), highlight a growing shift toward non-financial reporting and sustainability-related issues (Cho et al., 2022; Nerantzidis and Vatis, 2024). This shift is driven by regulatory developments such as Non-Financial Reporting Directive 2014/95/EU (NFRD) and its successor, the Corporate Sustainability Reporting Directive 2022/2464/EU (CSRD), which aim to integrate sustainability considerations into corporate reporting frameworks. This aligns with broader policy efforts, including Agenda 2030 (United Nations, 2015) which stresses the need for collaboration in achieving sustainability goals (Cosma et al., 2022). On that basis, while IFRS has played an important role in shaping financial reporting quality and EM practices, the increasing regulatory emphasis on mandatory sustainability reporting introduces new dynamics that warrant empirical examination. Given this evolving landscape, the nexus between ESG and EM emerges as a critical area for further investigation. Therefore, the third chapter extends this discussion by empirically exploring the impact of ESG on EQ and EM. Additionally, it investigates the potential role of firm size (FS) in this relationship. Using a fixed-effects multivariate regression analysis on an international sample of 32,050 firm-year observations over the period 2003–2022, I show that ESG enhances EQ and restricts REM. Further analysis confirms my main findings, indicating that the intensity of the positive relationship between ESG and EQ is more pronounced in small firms, while the negative association between ESG and REM is more intense in large firms. I subject my results to a range of robustness checks, including alternative methodological approaches. I use alternative measures of the dependent variable (EQ), and alternative sampling, and address potential endogeneity concerns. Across all specifications, ESG remains statistically significant and maintains the expected direction of its effects. These findings carry important research, theoretical, and practical implications. Finally, in the fourth chapter, I examine the post-implementation impact of IFRS 16 on firm risk. As revealed in the bibliometric analysis, IFRS 16 has drawn increasing attention. Effective January 1, 2019, the accounting standard requires the capitalization of operating leases, bringing off-balance-sheet commitments back to corporate balance sheets. This change in accounting standard increases reported leverage for firms with significant operating leases, potentially affecting their firm risk. Specifically, ratios such as debt-to-equity and debt-to-assets ratios are affected, which in turn influence the assessment of firm risk and the likelihood of default, potentially undermining firms’ solvency. The case of IFRS 16 makes this particularly evident, as the IASB is currently reviewing IFRS 16 post-implementation, highlighting the need for further research on its implications (Hsu and Liu, 2024), thereby positioning it as an avenue for future research. Therefore, this chapter extends this discussion by empirically exploring the post-implementation impact of IFRS 16 on firm risk. This study draws on agency theory to investigate the link between IFRS 16 implementation and firm risk. Using a fixed-effects regression analysis on a cross-country dataset of 1,877 European firms, yielding 5,867 firm-year observations from 2014 to 2024, I find a positive association between IFRS 16 and firm risk. IFRS 16 remains positively and significantly associated with firm risk across a range of robustness checks, including alternative methodological approaches for estimating the main variables, and two-step system generalized method of moments (GMM) estimations addressing potential endogeneity. My study adds to the leasing accounting literature on the real impact of IFRS 16 and provides empirical evidence that is relevant to ongoing discussions in the IASB’s post-implementation review of IFRS 16. My findings also have important implications for academics, standard setters, and practitioners. Collectively, these three distinct but interrelated chapters provide a comprehensive perspective on how financial and non-financial reporting interact with EM, EQ, and firm risk, offering important insights for academics, regulators, and practitioners.
περισσότερα