Περίληψη
Εισαγωγή: Η παιδική κακοποίηση και παραμέληση (ΚαΠα-Π) αποτελεί ένα σύνθετο και πολυδιάστατο πρόβλημα δημόσιας υγείας με σοβαρές βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες στη σωματική, ψυχολογική και γνωστική ανάπτυξη των παιδιών. Η εμβρυϊκή και βρεφική ηλικία παρέχουν ένα μοναδικό «παράθυρο ευκαιρίας» για τους επαγγελματίες υγείας, και ειδικότερα για τις/τους μαίες/τές, να εντοπίσουν έγκαιρα ευάλωτες οικογένειες και να παρέμβουν προληπτικά. Σκοπός: H διερεύνηση των γνώσεων των μαιών/τών στην Ελλάδα αναφορικά με τους παράγοντες κινδύνου, την αναγνώριση και τη διαχείριση περιστατικών κακοποίησης και η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας εκπαιδευτικής παρέμβασης στο επίπεδο γνώσεων, στάσεων και πρόθεσης αναφοράς. Μεθοδολογία: Προοπτική μελέτη με πειραματικό μικτό σχεδιασμό, με ομάδα ελέγχου και επαναλαμβανόμενες μετρήσεις, η οποία διήρκεσε από τον Φεβρουάριο 2023 έως τον Μάιο 2025. Αρχικά, πραγματοποιήθηκε η στάθμιση των ερωτηματολογίων CARIS (Child Abuse Report Intention Scale) και SIS ...
Εισαγωγή: Η παιδική κακοποίηση και παραμέληση (ΚαΠα-Π) αποτελεί ένα σύνθετο και πολυδιάστατο πρόβλημα δημόσιας υγείας με σοβαρές βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες στη σωματική, ψυχολογική και γνωστική ανάπτυξη των παιδιών. Η εμβρυϊκή και βρεφική ηλικία παρέχουν ένα μοναδικό «παράθυρο ευκαιρίας» για τους επαγγελματίες υγείας, και ειδικότερα για τις/τους μαίες/τές, να εντοπίσουν έγκαιρα ευάλωτες οικογένειες και να παρέμβουν προληπτικά. Σκοπός: H διερεύνηση των γνώσεων των μαιών/τών στην Ελλάδα αναφορικά με τους παράγοντες κινδύνου, την αναγνώριση και τη διαχείριση περιστατικών κακοποίησης και η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας εκπαιδευτικής παρέμβασης στο επίπεδο γνώσεων, στάσεων και πρόθεσης αναφοράς. Μεθοδολογία: Προοπτική μελέτη με πειραματικό μικτό σχεδιασμό, με ομάδα ελέγχου και επαναλαμβανόμενες μετρήσεις, η οποία διήρκεσε από τον Φεβρουάριο 2023 έως τον Μάιο 2025. Αρχικά, πραγματοποιήθηκε η στάθμιση των ερωτηματολογίων CARIS (Child Abuse Report Intention Scale) και SISRCAN (Screening Instrument for Suspected Risk for Child Abuse and Neglect) σε δείγμα 70 Ελληνίδων μαιών/τών. Στη συνέχεια, εξετάστηκαν σε βάθος οι γνώσεις και οι προσδιοριστικοί παράγοντες που δύνανται να επηρεάσουν τη συμπεριφορά αναφοράς ύποπτων περιστατικών παιδικής κακοποίησης, σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 493 μαιών/των. Ακολούθως, πραγματοποιήθηκαν 7 εκπαιδευτικές παρεμβάσεις σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και αξιολογήθηκαν οι γνώσεις, οι στάσεις, ο έλεγχος αντιληπτής συμπεριφοράς και η πρόθεση αναφοράς πριν, αμέσως μετά, και 6 μήνες μετά την παρέμβαση για να αξιολογηθεί η διακράτηση των γνώσεων. Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας το λογισμικό IBM SPSS Statistics, έκδοση 29.0 (IBM Corp., Armonk, NY) για Windows, ενώ το επίπεδο σημαντικότητας για όλες τις αναλύσεις ορίστηκε στο 5%. Αποτελέσματα: Αναφορικά με τη στάθμιση των ερωτηματολογίων CARIS και SISRCAN προέκυψαν συνεπή, σταθερά και ιδιαίτερα επαναληπτικά αποτελέσματα. Για το CARIS, ο συντελεστής Cronbach’s alpha κυμάνθηκε από 0,549 - 0,810 ανάλογα με την υποκλίμακα, ο συντελεστής ρ του Pearson κυμάνθηκε από 0,649 έως 0,797, ενώ όλα τα t-tests σε ζευγάρια δειγμάτων, εκτός από ένα, δεν ήταν στατιστικώς σημαντικά. Όσον αφορά την υποκλίμακα «Προβλεπόμενες Στάσεις Συμπεριφοράς: Ερωτήσεις Σκιαγράφησης και Επιλογές Αντίδρασης», ο συντελεστής Cronbach’s alpha κυμάνθηκε από 0,527 έως 0,890 ανάλογα με την υποκλίμακα, και ο συντελεστής ρ του Pearson κυμάνθηκε από 0,803 έως 0,850, ενώ όλα τα t-tests σε ζευγάρια δειγμάτων, εκτός από δύο, δεν ήταν στατιστικώς σημαντικά. Για το SISRCAN καταγράφηκε υψηλή εσωτερική συνοχή (α=0,889-0,929) και ισχυρή αξιοπιστία επανελέγχου (ICC=0,947, p<0,001). Στο κυρίως μέρος της μελέτης έλαβαν μέρος 493 μαίες και μαιευτές (97,2% γυναίκες), με μέση ηλικία 44,59 (±10.33) έτη και 18,46 (±10.46) έτη επαγγελματικής εμπειρίας. Το 93,7% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι δεν έλαβε καμία εκπαίδευση για την ΚαΠα-Π προπτυχιακά ενώ το 69,0% ένιωθε ανεπαρκώς προετοιμασμένο από την υπηρεσιακή εκπαίδευση. Το μέσο σκορ γνώσεων για την ΚαΠα-Π και το νομικό πλαίσιο ήταν μέτριο (6,52/13), δηλαδή οι συμμετέχουσες απάντησαν σωστά μόνο στο 51% των ερωτήσεων. Το 37,9% δεν γνώριζε αν έχουν νομική υποχρέωση αναφοράς περιστατικών. Μόνο το 8,9%, δήλωσε ότι έχει κάνει αναφορά πιθανού περιστατικού στην εργασία του ενώ το 17,1% είχε υποψιαστεί περιστατικό αλλά δεν το ανέφερε. Οι κυριότεροι λόγοι μη αναφοράς ήταν το αίσθημα ανασφάλειας για τα αποδεικτικά στοιχεία, ο φόβος εξέλιξης της υπόθεσης στα δικαστήρια και η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τη νόμιμη αρχή. Η μελέτη ανέδειξε τις έντονα αρνητικές στάσεις των μαιών/τών απέναντι στη σωματική τιμωρία, τη θετική στάση απέναντι στην επαγγελματική τους ευθύνη και την ισχυρή πρόθεση τους να αναφέρουν περιστατικά σοβαρής κακοποίησης (33,55/40). Οι στάσεις (Spearman’s ρ = 0,418, p < 0,001), ο έλεγχος αντιληπτής συμπεριφοράς (Spearman’s ρ = 0,368, p < 0,001), τα υποκειμενικά κριτήρια (Spearman’s ρ = 0,217, p < 0,001) και οι γνώσεις (Spearman’s ρ = 0,165, p < 0,001) συσχετίστηκαν μέτρια ή ελαφρά θετικά με την πρόθεση αναφοράς της παιδικής κακοποίησης από τις μαίες/τές. Τέλος, οι γνώσεις των μαιών αναφορικά με την αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου και των συμπτωμάτων της ΚαΠα-Π φάνηκαν μέτριες με μέσο σκορ ίσο με 239,23/335 (± 23,60) μονάδες. Η εκπαιδευτική παρέμβαση ήταν αποτελεσματική, οδηγώντας σε στατιστικά σημαντική αύξηση σε όλες τις γνώσεις, στάσεις και συμπεριφορές καθώς και σε όλες τις υποδιαστάσεις της κλίμακας SISRCAN (p ≤ 0,034) αμέσως μετά την ολοκλήρωση της. Το ίδιο αποτέλεσμα προέκυψε και 6 μήνες μετά από την παρέμβαση, με εξαίρεση τα Υποκειμενικά Κριτήρια που οριακά δεν προέκυψε σημαντική αύξηση (p = 0,057). Τα αποτελέσματα έξι μήνες μετά την παρέμβαση έδειξαν, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, με την πάροδο του χρόνου χάνεται μέρος της αποτελεσματικότητάς της. Συμπέρασμα: Για πρώτη φορά σταθμίστηκαν στην Ελλάδα τα εργαλεία CARIS και SISRCAN. Τα ευρήματα της διατριβής επιβεβαίωσαν ότι οι Ελληνίδες/ες μαίες/τές έχουν σοβαρές ελλείψεις στην εκπαίδευση σχετικά με την ΚαΠα-Π, γεγονός που συνάδει με τα διεθνή δεδομένα. Παρά τις θετικές στάσεις απέναντι στην επαγγελματική τους ευθύνη, η μέτρια αρχική γνώση και η έλλειψη εμπιστοσύνης στο νομικό σύστημα οδήγησαν σε χαμηλά ποσοστά πραγματικής αναφοράς. Η εκπαιδευτική παρέμβαση αποδείχθηκε αποτελεσματική για την αύξηση των γνώσεων και της αυτοπεποίθησης των μαιών/μαιευτών. Ωστόσο, η στατιστικά σημαντική απώλεια γνώσης σε ορισμένες υποκλίμακες εντός 6 μηνών υπογραμμίζει την επιτακτική ανάγκη για συστηματική και επαναλαμβανόμενη εκπαίδευση των μαιών/τών. Η διατριβή αναδεικνύει την ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις στην προπτυχιακή και συνεχιζόμενη υποχρεωτική εκπαίδευση των μαιών/τών σε θέματα ΚαΠα-Π, με έμφαση στην οικογενειοκεντρική προσέγγιση, την ψυχική υγεία της μητέρας και τη διεπιστημονική συνεργασία, ώστε να διατηρηθεί η κλινική επάρκεια. Είναι επιτακτική η θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής αναφοράς υποψίας παιδικής κακομεταχείρισης και από τις μαίες/τές και η παροχή νομικής προστασίας (ασυλία) σε περίπτωση καλόπιστης αναφοράς, όπως ισχύει πλέον για ιατρούς, φυσικοθεραπευτές και φαρμακοποιούς. Η μελλοντική έρευνα πρέπει να επικεντρωθεί στη μέτρηση της επίδρασης της εκπαίδευσης στην πραγματική αναφορά περιστατικών, καθώς και στη χαρτογράφηση του πλήρους πεδίου εφαρμογής των μαιευτικών πρακτικών στην πρόληψη της ΚαΠα-Π.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Introduction: Child abuse and neglect (CAN) is a complex and multifaceted public health problem with serious short- and long-term consequences for children’s physical, psychological, and cognitive development. The prenatal and infancy periods provide a unique “window of opportunity” for health professionals—and particularly for midwives—to identify vulnerable families early and intervene preventively. Aim: To explore the knowledge of midwives in Greece regarding risk factors, recognition, and management of child abuse cases, and to evaluate the effectiveness of an educational intervention on their knowledge, attitudes, and intention to report. Methodology: A prospective mixed experimental study with a control group and repeated measures was conducted from February 2023 to May 2025. Initially, the CARIS (Child Abuse Report Intention Scale) and SISRCAN (Screening Instrument for Suspected Risk for Child Abuse and Neglect) questionnaires were validated in a sample of 70 Greek midwives. In ...
Introduction: Child abuse and neglect (CAN) is a complex and multifaceted public health problem with serious short- and long-term consequences for children’s physical, psychological, and cognitive development. The prenatal and infancy periods provide a unique “window of opportunity” for health professionals—and particularly for midwives—to identify vulnerable families early and intervene preventively. Aim: To explore the knowledge of midwives in Greece regarding risk factors, recognition, and management of child abuse cases, and to evaluate the effectiveness of an educational intervention on their knowledge, attitudes, and intention to report. Methodology: A prospective mixed experimental study with a control group and repeated measures was conducted from February 2023 to May 2025. Initially, the CARIS (Child Abuse Report Intention Scale) and SISRCAN (Screening Instrument for Suspected Risk for Child Abuse and Neglect) questionnaires were validated in a sample of 70 Greek midwives. In the following stage, a comprehensive analysis was undertaken to explore the knowledge and determinants that may shape the reporting behavior concerning suspected incidents of child abuse among a representative cohort of 493 midwives. Subsequently, seven educational interventions were implemented across various regions of Greece. Knowledge, attitudes, perceived behavioral control, and reporting intention were evaluated before, immediately after, and six months post-intervention to assess knowledge retention. Statistical analysis was performed using IBM SPSS Statistics version 29.0 (IBM Corp., Armonk, NY) for Windows, with a significance level set at 5%. Results: Regarding the validation of the CARIS and SISRCAN questionnaires, the results were consistent, stable, and highly reproducible. For the CARIS instrument, Cronbach’s alpha coefficients ranged from 0.549 to 0.810 across the various subscales, while Pearson’s r values ranged from 0.649 to 0.797. All paired sample t-tests, except for one, were not statistically significant. Concerning the subscale “Predicted Behavioral Attitudes: Scenario Questions and Response Options,” Cronbach’s alpha values ranged from 0.527 to 0.890 depending on the subscale, and Pearson’s r coefficients ranged from 0.803 to 0.850. All paired sample t-tests, except for two, were not statistically significant. For the SISRCAN instrument, internal consistency was high (α = 0.889–0.929) and test-retest reliability was strong (ICC = 0.947, p < 0.001). In the main study, 493 midwives (97.2% female) participated, with a mean age of 44.59 (±10.33) years and an average of 18.46 (±10.46) years of professional experience. A total of 93.7% reported receiving no undergraduate education on CAN, and 69.0% felt inadequately prepared through in-service training. The mean knowledge score on CAN and the legal framework was moderate (6.52/13), with participants answering correctly only 51% of the questions. Moreover, 37.9% did not know whether they had a legal obligation to report cases. Only 8.9% reported that they had made a report of suspected abuse, while 17.1% had suspected abuse but did not report it. The main reasons for non-reporting were lack of confidence in the evidence, fear of legal proceedings, and lack of trust in the competent authorities. The study revealed strongly negative attitudes toward corporal punishment, positive attitudes toward professional responsibility, and a strong intention to report serious cases of abuse (33.55/40). Attitudes (Spearman’s ρ = 0.418, p < 0.001), perceived behavioral control (ρ = 0.368, p < 0.001), subjective norms (ρ = 0.217, p < 0.001), and knowledge (ρ = 0.165, p < 0.001) were moderately or slightly positively correlated with reporting intention. Midwives’ knowledge regarding recognition of risk factors and indications of CAN was moderate, with a mean score of 239.23/335 (±23.60). The educational intervention was effective, resulting in statistically significant improvements in all domains (knowledge, attitude, and behavior) as well as in all SISRCAN subscales (p ≤ 0.034) immediately after completion. The same effect was observed six months later, except for the Subjective Norms subscale, where the increase was marginally non-significant (p = 0.057). However, results six months post-intervention indicated some decline in effectiveness over time. Conclusion: For the first time in Greece, the CARIS and SISRCAN tools were validated. The findings confirmed that Greek midwives have significant educational gaps regarding CAN, consistent with international evidence. Despite positive attitudes toward professional responsibility, moderate initial knowledge and lack of confidence in the legal system resulted in low reporting rates. The educational intervention effectively improved midwives’ knowledge and confidence; however, the statistically significant decline in certain subscales within six months underscores the need for systematic and repeated training. This study highlights the urgent need for immediate interventions in undergraduate and continuing mandatory education of midwives on CAN, emphasizing family-centered care, maternal mental health, and interdisciplinary collaboration to maintain clinical competence. It is essential to institutionalize the mandatory reporting of suspected child maltreatment by midwives and provide legal protection (immunity) for good-faith reports, similarly to physicians, physiotherapists, and pharmacists. Future research should focus on measuring the impact of education on actual reporting behavior and mapping the full scope of midwifery practice in the prevention of child abuse and neglect.
περισσότερα