Περίληψη
Η εντατικοποίηση της υδατοκαλλιέργειας τις τελευταίες δεκαετίες έχει ενισχύσει την ανάγκη για παραγωγή προϊόντων υψηλής διατροφικής αξίας, σταθερότητας και εμπορικής αποδοχής. Ειδικότερα, η ποιότητα της σάρκας των εκτρεφόμενων ψαριών αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των καταναλωτών, επηρεάζοντας άμεσα τη γευστική αποδοχή, τη θρεπτική αξία και τη σταθερότητα κατά την αποθήκευση. Παρά την πρόοδο στον τομέα, οι μηχανισμοί που συνδέουν τον ρυθμό ανάπτυξης των ψαριών με τη φυσιολογική τους κατάσταση και την ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς, ιδίως σε νέα ή λιγότερο μελετημένα είδη. Η παρούσα μελέτη σχεδιάστηκε με σκοπό να διερευνήσει και να επικεντρωθεί στην εις βάθος μελέτη του κρανιού (Argyrosomus regius, Asso 1801), ενός είδους με αυξανόμενο ενδιαφέρον στον τομέα της ιχθυοκαλλιέργειας τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Μεσόγειο. Στόχος ήταν η αξιολόγηση της επίδρασης του ρυθμού ανάπτυξης στην ποιότητα σάρκας, μέσω ολοκληρωμένων ...
Η εντατικοποίηση της υδατοκαλλιέργειας τις τελευταίες δεκαετίες έχει ενισχύσει την ανάγκη για παραγωγή προϊόντων υψηλής διατροφικής αξίας, σταθερότητας και εμπορικής αποδοχής. Ειδικότερα, η ποιότητα της σάρκας των εκτρεφόμενων ψαριών αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των καταναλωτών, επηρεάζοντας άμεσα τη γευστική αποδοχή, τη θρεπτική αξία και τη σταθερότητα κατά την αποθήκευση. Παρά την πρόοδο στον τομέα, οι μηχανισμοί που συνδέουν τον ρυθμό ανάπτυξης των ψαριών με τη φυσιολογική τους κατάσταση και την ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς, ιδίως σε νέα ή λιγότερο μελετημένα είδη. Η παρούσα μελέτη σχεδιάστηκε με σκοπό να διερευνήσει και να επικεντρωθεί στην εις βάθος μελέτη του κρανιού (Argyrosomus regius, Asso 1801), ενός είδους με αυξανόμενο ενδιαφέρον στον τομέα της ιχθυοκαλλιέργειας τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Μεσόγειο. Στόχος ήταν η αξιολόγηση της επίδρασης του ρυθμού ανάπτυξης στην ποιότητα σάρκας, μέσω ολοκληρωμένων φυσιολογικών, ιστολογικών και βιοχημικών αναλύσεων. Τα δείγματα της μελέτης κατανεμήθηκαν σε δύο διακριτές ομάδες με βάση την ταχύτητα ανάπτυξής τους (αργής και ταχείας ανάπτυξης), προκειμένου να μελετηθούν συγκριτικά ως προς τη σύσταση, τη σταθερότητα και την καταλληλότητα του τελικού προϊόντος. Η αξιολόγηση περιλάμβανε σωματομετρικούς δείκτες όπως ο Δείκτης ευρωστίας (CF) και ο γοναδοσωματικός δείκτης (GSI), ενώ πραγματοποιήθηκαν αναλύσεις χημικής σύστασης του μυϊκού ιστού, με έμφαση στην κατανομή των λιπιδίων και την περιεκτικότητα σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (EPA, DHA). Η αντιοξειδωτική ικανότητα εκτιμήθηκε μέσω της συνολικής αντιοξειδωτικής ικανότητας (TAOC) και την δραστηριότητα της δισμουτάσης του σουυπεροξειδίου (SOD), ενώ η οξειδωτική ευπάθεια προσδιορίστηκε τόσο χημικά όσο και μέσω πτητικών ενώσεων κατά τη διάρκεια της ψυχρής αποθήκευσης. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν ιστολογικές παρατηρήσεις για την εκτίμηση της μυϊκής δομής, με προσδιορισμό της πυκνότητας μυϊκών ινών (MFD), καθώς και ανάλυση των δεικτών πρωτεϊνικής οξείδωσης (καρβονυλικές και θειολικές ομάδες). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα άτομα βραδείας ανάπτυξης παρουσίασαν υψηλότερη πυκνότητα μυϊκών ινών, αυξημένη αντιοξειδωτική ικανότητα, μειωμένα επίπεδα λιπιδικής και πρωτεϊνικής οξείδωσης και συνολικά βελτιωμένη ποιότητα σάρκας, συγκριτικά με τα άτομα ταχείας ανάπτυξης, τα οποία εμφάνισαν μεγαλύτερη λιπιδική εναπόθεση αλλά και αυξημένη ευπάθεια κατά την αποθήκευση. Η παρούσα μελέτη αναδεικνύει τη σημασία της βιολογικής διαφοροποίησης εντός του εκτρεφόμενου πληθυσμού και φανερώνει ότι η ταχύτητα ανάπτυξης σχετίζεται όχι μόνο με την εμπορική απόδοση αλλά και με την ποιότητα και τη σταθερότητα του τελικού προϊόντος. Ουσιαστικά, η παρούσα μελέτη παρέχει νέα δεδομένα σχετικά με τη φυσιολογία και τον μεταβολισμό του A. regius σε συνθήκες εκτροφής, προσφέροντας νέες γνώσεις για την ανάπτυξη των στρατηγικών εκτροφής που συνδυάζουν την αποδοτικότητα και την ποιοτική υπεροχή. Τα ευρήματα μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμο εργαλείο για την υποστήριξη βιώσιμων πρακτικών στην ιχθυοκαλλιέργεια και τη διαφοροποίηση των προϊόντων υψηλής αξίας.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The intensification of aquaculture over the past decades has underscored the growing need for the production of high nutritional quality, stable, and commercially attractive fish products. Among the key factors that influence consumer acceptance is flesh quality, which directly affects taste, nutritional value, and post-harvest shelf life. Despite technological advancements in fish farming, the relationship between individual growth performance and the physiological and quality characteristics of farmed fish remains insufficiently explored, particularly in emerging or under-researched species. This study was designed to investigate, in depth, the meagre (Argyrosomus regius, Asso 1801), a species of increasing importance in Greek and Mediterranean aquaculture. The aim was to assess how growth rate influences flesh quality by integrating physiological, histological, and biochemical analyses. Fish were divided into two distinct groups based on growth rate (slow-growing and fast-growing in ...
The intensification of aquaculture over the past decades has underscored the growing need for the production of high nutritional quality, stable, and commercially attractive fish products. Among the key factors that influence consumer acceptance is flesh quality, which directly affects taste, nutritional value, and post-harvest shelf life. Despite technological advancements in fish farming, the relationship between individual growth performance and the physiological and quality characteristics of farmed fish remains insufficiently explored, particularly in emerging or under-researched species. This study was designed to investigate, in depth, the meagre (Argyrosomus regius, Asso 1801), a species of increasing importance in Greek and Mediterranean aquaculture. The aim was to assess how growth rate influences flesh quality by integrating physiological, histological, and biochemical analyses. Fish were divided into two distinct groups based on growth rate (slow-growing and fast-growing individuals), to allow for comparative evaluation of compositional traits, stability, and overall product suitability. Evaluation included morphometric indices such as Condition Factor (CF) and Gonadosomatic Index (GSI), as well as proximate analysis of muscle tissue composition, with particular focus on lipid distribution and the content of polyunsaturated fatty acids (EPA and DHA). Antioxidant status was assessed through Total Antioxidant Capacity (TAOC) and Superoxide Dismutase (SOD) activity, while oxidative susceptibility was determined via chemical parameters and the detection of volatile compounds during cold storage. Additionally, histological analysis of the white muscle was performed to estimate muscle fibre density (MFD) and to evaluate protein oxidation through carbonyl and thiol group quantification. The results revealed that slow-growing individuals exhibited higher muscle fibre density, enhanced antioxidant capacity, reduced lipid and protein oxidation, and overall superior flesh quality compared to fast-growing counterparts, which showed greater lipid deposition but higher susceptibility to deterioration during storage. This study highlights the biological variability within farmed populations and demonstrates that growth rate is linked not only to commercial yield but also to the compositional and functional quality of the final product. Overall, it provides novel insights into the physiology and metabolic responses of A. regius under farming conditions, contributing valuable knowledge toward the development of farming strategies that optimize both productivity and product quality. These findings can serve as a useful tool in supporting sustainable aquaculture practices and in promoting the production of high-value differentiated fish products.
περισσότερα