Περίληψη
Ο κατάγραφος ναός του Αγίου Αχιλλείου Πενταλόφου Κοζάνης διακοσμήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του, από τους Χιοναδίτες αδελφούς Κωνσταντίνο και Μιχαήλ σε μία περίοδο που η περιοχή γνώρισε μεγάλη δημογραφική και οικονομική ανάπτυξη. Ο ναός αυτός αποτελεί ένα σημαντικό μνημείο για την περιοχή καθώς αποτελεί το παλαιότερο χρονολογημένο κτίσμα του οικισμού (1742). Το εικονογραφικό πρόγραμμα που ακολούθησαν τα δύο αδέλφια στο ναό του Αγίου Αχιλλείου χαρακτηρίζεται από σαφήνεια εστιάζοντας στην κατήχηση των πιστών. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στο ιστορικό πλαίσιο ενώ το επόμενο στην αρχιτεκτονική του ναού. Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στο εικονογραφικό πρόγραμμα και στο επόμενο κεφάλαιο ακολουθεί η ανάλυσή του. Το εικονογραφικό πρόγραμμα περιλαμβάνει πλήθος εκτενών εικονογραφικών κύκλων όπως τον Χριστολογικό, τον Θεομητορικό, τον κύκλο του Ακαθίστου Ύμνου, σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη και μαρτύρια αγίων ενώ σημαντικός είναι και ο αριθμός των μεμονωμένων μορφών. Στο πέμπτο κεφάλαιο γίνε ...
Ο κατάγραφος ναός του Αγίου Αχιλλείου Πενταλόφου Κοζάνης διακοσμήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του, από τους Χιοναδίτες αδελφούς Κωνσταντίνο και Μιχαήλ σε μία περίοδο που η περιοχή γνώρισε μεγάλη δημογραφική και οικονομική ανάπτυξη. Ο ναός αυτός αποτελεί ένα σημαντικό μνημείο για την περιοχή καθώς αποτελεί το παλαιότερο χρονολογημένο κτίσμα του οικισμού (1742). Το εικονογραφικό πρόγραμμα που ακολούθησαν τα δύο αδέλφια στο ναό του Αγίου Αχιλλείου χαρακτηρίζεται από σαφήνεια εστιάζοντας στην κατήχηση των πιστών. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στο ιστορικό πλαίσιο ενώ το επόμενο στην αρχιτεκτονική του ναού. Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στο εικονογραφικό πρόγραμμα και στο επόμενο κεφάλαιο ακολουθεί η ανάλυσή του. Το εικονογραφικό πρόγραμμα περιλαμβάνει πλήθος εκτενών εικονογραφικών κύκλων όπως τον Χριστολογικό, τον Θεομητορικό, τον κύκλο του Ακαθίστου Ύμνου, σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη και μαρτύρια αγίων ενώ σημαντικός είναι και ο αριθμός των μεμονωμένων μορφών. Στο πέμπτο κεφάλαιο γίνεται ανάλυση των τοιχογραφιών του νάρθηκα και στο έκτο αναλυτική περιγραφή του γραπτού κοσμήματος. Στο κεφάλαιο που ακολουθεί εξελίσσεται η γενική θεώρηση του διακόσμου. Επισημαίνεται η σχέση της ζωγραφικής του Κωνσταντίνου και του Μιχαήλ με την παράδοση της Σχολής της Βορειοδυτικής Ελλάδος, που παραπέμπει σε παλαιολόγεια πρότυπα. Εντοπίζονται επίσης εικονογραφικοί τύποι που προέρχονται από έργα της Κρητικής Σχολής είτε μέσω ανθιβόλων είτε με άμεση εμπειρία των δύο ζωγράφων με μνημεία προγενέστερα ή σύγχρονα της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Αναμφισβήτητη είναι η σχέση των τοιχογραφιών του Αγίου Αχιλλείου Πενταλόφου με αυτές της μονής Αγίου Γεωργίου Επταχωρίου (1625) όπου εντοπίστηκαν αρκετές πανομοιότυπες παραστάσεις. Στο όγδοο κεφάλαιο αναλύονται τα κύρια χαρακτηριστικά του έργου των ζωγράφων αδελφών Κωνσταντίνου και Μιχαήλ: Οι μορφές στην πλειονότητά τους σχεδιάζονται με σωστές αναλογίες. Επικρατεί συμμετρία και έντονη διακοσμητικότητα. Η χρωματική παλέτα περιορίζεται στα βασικά χρώματα και σε κάποιες αποχρώσεις τους, ενώ έντονη είναι και η χρήση ουδέτερων χρωμάτων. Σημαντική είναι η παράθεση χρωματικών αρμονιών και αντιθέσεων που επιβεβαιώνουν την ικανότητα των ζωγράφων στη χρήση των χρωμάτων, ώστε να επιτευχθεί η ισορροπία στις συνθέσεις. Στο τελευταίο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στους ζωγράφους Κωνσταντίνο και Μιχαήλ που στόχο είχαν τη διακόσμηση των ναών ακολουθώντας τη θεματολογία της εποχής σύμφωνα με την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ικανοποιώντας τις ανάγκες των πιστών για κατήχηση και την ελπίδα για την απελευθέρωση. Η εικονογραφική μελέτη των τοιχογραφιών του ναού του Αγίου Αχιλλείου Πενταλόφου Κοζάνης οδήγησε στην ακριβή χρονολόγηση τους, ενώ παράλληλα αναδεικνύεται και η καλλιτεχνική προσφορά των ζωγράφων Κωνσταντίνου και Μιχαήλ. Το έργο τους, δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες καινοτομίες και ανήκει στη λεγόμενη «λαϊκή» τέχνη όπως χαρακτηρίζεται από κάποιους μελετητές, μία τέχνη που συχνά αμφισβητείται η αισθητική της αξία. Αυτή η τέχνη όμως, είναι η τέχνη που συνδέεται με την παράδοση, εκφράζει την ομαδική αισθητική ενός λαού ενώ παράλληλα αποτελεί τον συνδετικό κρίκο της εξέλιξης της μεταβυζαντινής τέχνης. Ο Κωνσταντίνος και ο Μιχαήλ απέδειξαν με το έργο τους ότι ανταποκρίθηκαν αντάξια στο καθήκον τους, με τις γνώσεις τους και τον επαγγελματισμό τους, αφήνοντας την προσωπική τους καλλιτεχνική σφραγίδα στον χώρο της ζωγραφικής και συμβάλλοντας στην εξέλιξή της.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The painted church of Saint Achillios in Pentalofos, Kozani, was decorated by the brothers from Chionades, Konstantinos and Michael, during a period of significant demographic and economic growth in the region. The iconographic program followed by the two brothers in the church of Saint Achillios is marked by clarity with the intention to catechize the faithful. The first chapter refers to the history of the monument. The second examines the architecture of the church and the third chapter refers to the extensive iconographic program, followed by its analysis in the next chapter. This program includes a multitude of extensive iconographic cycles, such as the Christological cycle, Mother of God cycle, the Akathist Hymn cycle, Old Testament themes, martyrdoms of saints and a significant number of individual figures of saints. The fifth chapter analyzes the murals in the narthex, while the sixth offers a detailed description of the painted ornamentation. The following chapter offers a gen ...
The painted church of Saint Achillios in Pentalofos, Kozani, was decorated by the brothers from Chionades, Konstantinos and Michael, during a period of significant demographic and economic growth in the region. The iconographic program followed by the two brothers in the church of Saint Achillios is marked by clarity with the intention to catechize the faithful. The first chapter refers to the history of the monument. The second examines the architecture of the church and the third chapter refers to the extensive iconographic program, followed by its analysis in the next chapter. This program includes a multitude of extensive iconographic cycles, such as the Christological cycle, Mother of God cycle, the Akathist Hymn cycle, Old Testament themes, martyrdoms of saints and a significant number of individual figures of saints. The fifth chapter analyzes the murals in the narthex, while the sixth offers a detailed description of the painted ornamentation. The following chapter offers a general overview of the church’s decoration. The relationship of Konstantinos and Michael’s painting with the tradition of the Northwestern Greek School, is highlighted, pointing to palaeologian models. Iconographic types originating from the Cretan School are also identified, either through the use of “anthivola” or through the painters’ direct experience with earlier or contemporary monuments in Epirus and Macedonia. Undeniably, there exists a strong relationship between the murals of Saint Achillios in Pentalofos and those of the monastery of Saint George in Eptachori (1625), where several identical depictions have been identified. Chapter eight offers an in-depth analysis of the main characteristics of the artistic work of the brothers Konstantinos and Michael. Most of the figures are drawn in accurate proportions, while symmetry and an intense decorative quality dominates the compositions. The color palette is confined to primary colors with a notable use of neutral colors. Particular emphasis is placed on the arrangement of color harmonies and contrasts. The concluding chapter refers to the contribution of Konstantinos and Michael, whose primary objective was the decoration of churches, following the thematic tradition of their era in accordance with the Orthodox Church. Their work served the dual purpose of catechizing the faithful and sustaining hope for liberation. The iconographic analysis of the murals in the Church of Saint Achillios in Pentalofos, Kozani, facilitated their accurate dating, while simultaneously highlighting the artistic value of the contribution made by the painters Konstantinos and Michael. Their work does not present significant innovations and belongs to what some scholars call “folk” art —an artistic expression whose aesthetic merit is often subject to debate. Nevertheless, this form of art remains deeply rooted in tradition and acts as a vital link in the progression of Post-Byzantine art. Through their work, Konstantinos and Michael demonstrated a commendable level of capacity and professionalism, leaving a distinct artistic imprint and contributing meaningfully to the broader evolution of ecclesiastical art.
περισσότερα