Περίληψη
Η καρδιακή ανεπάρκεια αποτελεί ένα ετερογενές κλινικό σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από αυξημένα ποσοστά νοσηρότητας και θνητότητας. Η μαγνητική τομογραφία καρδιάς μέσω της δυνατότητας ιστικού χαρακτηρισμού επιτρέπει την έγκυρη διάγνωση και διαφορική διάγνωση πλήθους νοσημάτων που αποτελούν συχνές αιτίες καρδιακής ανεπάρκειας, παρέχοντας παράλληλα σημαντικές προγνωστικές πληροφορίες. Σκοπός της παρούσας συστηματικής ανασκόπησης -μετα-ανάλυσης ήταν (i) να μελετηθεί η διαγνωστική ακρίβεια της μαγνητικής τομογραφίας καρδιάς για την ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια, (ii) η προγνωστική αξία παραμέτρων της δεξιάς κοιλίας, όπως εκτιμήθηκαν από τη μαγνητική τομογραφία, σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, (iii) να μελετηθεί η διαγνωστική και προγνωστική αξία της μαγνητικής καρδιάς σε ασθενείς με σημαντικές κοιλιακές αρρυθμίες, συμπεριλαμβανομένου των ασθενών με προπτωτική μυοκαρδιοπάθεια. Τρείς ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων ελέγχθηκαν για κάθε ένα από τα αποτελέσματα ενδιαφέροντος, ώστε να εντοπιστούν ...
Η καρδιακή ανεπάρκεια αποτελεί ένα ετερογενές κλινικό σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από αυξημένα ποσοστά νοσηρότητας και θνητότητας. Η μαγνητική τομογραφία καρδιάς μέσω της δυνατότητας ιστικού χαρακτηρισμού επιτρέπει την έγκυρη διάγνωση και διαφορική διάγνωση πλήθους νοσημάτων που αποτελούν συχνές αιτίες καρδιακής ανεπάρκειας, παρέχοντας παράλληλα σημαντικές προγνωστικές πληροφορίες. Σκοπός της παρούσας συστηματικής ανασκόπησης -μετα-ανάλυσης ήταν (i) να μελετηθεί η διαγνωστική ακρίβεια της μαγνητικής τομογραφίας καρδιάς για την ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια, (ii) η προγνωστική αξία παραμέτρων της δεξιάς κοιλίας, όπως εκτιμήθηκαν από τη μαγνητική τομογραφία, σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, (iii) να μελετηθεί η διαγνωστική και προγνωστική αξία της μαγνητικής καρδιάς σε ασθενείς με σημαντικές κοιλιακές αρρυθμίες, συμπεριλαμβανομένου των ασθενών με προπτωτική μυοκαρδιοπάθεια. Τρείς ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων ελέγχθηκαν για κάθε ένα από τα αποτελέσματα ενδιαφέροντος, ώστε να εντοπιστούν μελέτες που πληρούσαν τα κριτήρια καταλληλότητας. Κατάλληλα στατιστικά μέτρα χρησιμοποιήθηκαν για την παρουσίαση των αποτελεσμάτων (π.χ. καμπύλη HSROC, μετα-ανάλυση αναλογιών, μετα-ανάλυση λόγων κινδύνου). Δώδεκα μελέτες (1,217 ασθενείς) συμπεριλήφθηκαν στη μετα-ανάλυση για τη διαγνωστική ακρίβεια της μαγνητικής καρδιάς στην ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια και 46 μελέτες (14,344 ασθενείς) για την προγνωστική αξία παραμέτρων της δεξιάς κοιλίας. Για τον υποπληθυσμό με σημαντικές κοιλιακές αρρυθμίες 18 μελέτες (4,276 ασθενείς) χρησιμοποιήθηκαν στην ανάλυση για τη συχνότητα ανεύρεσης δομικών καρδιοπαθειών και 8 μελέτες (2,889 ασθενείς) για την προγνωστική αξία της μαγνητικής καρδιάς. 15 μελέτες (1,994 ασθενείς) μελέτησαν την προγνωστική αξία της μαγνητικής καρδιάς ως προς την εμφάνιση κοιλιακών αρρυθμιών σε ασθενείς με πρόπτωση της μιτροειδούς βαλβίδας. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, ο καθυστερημένος εμπλουτισμός με γαδολίνιο βρέθηκε να έχει εξαιρετική ικανότητα διάκρισης της ισχαιμικής από τη μη ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια (AUC: 0,96; 95% CI: 0,94-0,97). Επίσης, τόσο η μείωση του κλάσματος εξώθησης όσο και η αύξηση του τελοδιαστολικού όγκου της δεξιάς κοιλίας (σταθμισμένου ως προς την επιφάνεια σώματος) συσχετίστηκαν με αυξημένη θνητότητα (HR: 1.26, 95% CI: 1.18-1.33, Ι2: 13%; HR: 1.11, 95% CI: 1.06-1.16, I2: 31%, ανά 10% μεταβολή των παραμέτρων, αντίστοιχα). Τα αποτελέσματα παρέμειναν σημαντικά ακόμα και στην ανάλυση υπο-ομάδων βάσει του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας (<50% και ≥50%). Στον υποπληθυσμό ασθενών με κοιλικές αρρυθμίες η συχνότητα ανεύρυσης υποκείμενης δομικής καρδιοπάθειας μετά την αξιολόγηση με μαγνητική τομογραφία καρδιάς ήταν 39% (29%-49%). Οι μυοκαρδιοπάθειες μη ισχαιμικής αιτιολογίας ήταν οι πιο συχνά ανευρισκόμενες υποκείμενες καρδιακές νόσοι (56%), ακολουθούμενες από την ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια (21%). Ο καθυστερημένος εμπλουτισμός με γαδολίνιο σχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο για μείζονα καρδιακά συμβάματα σε ασθενείς με σημαντικές κοιλιακές αρρυθμίες (HR: 1.79, 95% CI: 1.33-2.42, I2: 78%). Τέλος, τόσο ο καθυστερημένος εμπλουτισμός γαδολινίου (RR: 1.8, 95% CI: 1.4-2.2), όσο και ο διαχωρισμός μιτροειδικού δακτυλίου (RR: 1.5, 95% CI: 1.2-1.9) και η συστολική κύρτωση του οπισθίου τοιχώματος ( RR: 1.8, 95% CI: 1.1-2.9) σχετίστηκαν σημαντικά με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης κοιλιακών αρρυθμιών σε ασθενείς με πρόπτωση της μιτροειδούς βαλβίδας. Συμπερασματικά, η μαγνητική τομογραφία καρδιάς αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο στη διαγνωστική και προγνωστική προσέγγιση των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια. Μάλιστα, η αξία της μαγνητικής καρδιάς επεκτείνεται και στους ασθενείς με σημαντικές κοιλιακές αρρυθμίες, αποκαλύπτοντας μια υποκείμενη δομική καρδιοπάθεια σε ένα σημαντικό ποσοστό αυτών των ασθενών.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Heart failure (HF) is a heterogeneous clinical syndrome characterized by high morbidity and mortality rates. Cardiac magnetic resonance (CMR) bears the additional benefit of tissue characterization, providing important diagnostic and prognostic information in patients with HF. The aim of this systematic review-meta-analysis was (i) to study the diagnostic accuracy of CMR to distinguish ischemic from non-ischemic cardiomyopathy, (ii) to examine the prognostic value of parameters of the right ventricle, as assessed by CMR, in patients with HF, and (iii) to investigate the diagnostic and prognostic value of CMR in patients with significant ventricular arrhythmias (VAs). The prognostic value of important CMR-derived imaging biomarkers in patients with mitral valve prolapse (MVP) was evaluated in separate analyses. Three electronic databases were searched in order to identify studies that met the eligibility criteria for each of the outcomes of interest. Appropriate statistical methods were ...
Heart failure (HF) is a heterogeneous clinical syndrome characterized by high morbidity and mortality rates. Cardiac magnetic resonance (CMR) bears the additional benefit of tissue characterization, providing important diagnostic and prognostic information in patients with HF. The aim of this systematic review-meta-analysis was (i) to study the diagnostic accuracy of CMR to distinguish ischemic from non-ischemic cardiomyopathy, (ii) to examine the prognostic value of parameters of the right ventricle, as assessed by CMR, in patients with HF, and (iii) to investigate the diagnostic and prognostic value of CMR in patients with significant ventricular arrhythmias (VAs). The prognostic value of important CMR-derived imaging biomarkers in patients with mitral valve prolapse (MVP) was evaluated in separate analyses. Three electronic databases were searched in order to identify studies that met the eligibility criteria for each of the outcomes of interest. Appropriate statistical methods were used to present the results of each meta-analysis (e.g. HSROC curve, meta-analysis of hazard ratios, meta-analysis of proportions). Twelve studies (1,217 patients) were included in the meta-analysis for the diagnostic accuracy of LGE-CMR for ischemic cardiomyopathy, and 46 studies (14,344 patients) for the prognostic value of the right ventricular-related parameters. For the subgroup of patients with significant VAs, 18 studies (4,276 patients) were included in the meta-analysis of structural heart disease prevalence, and 8 studies (2,889 patients) for the prognostic value of CMR. 15 studies (1,994 patients) evaluated the ability of CMR to predict significant VAs in patients with MVP. According to the results of our study, LGE-CMR has an excellent ability to discriminate between ischemic and non-ischemic cardiomyopathy (AUC: 0.96; 95% CI: 0.94-0.97). In addition, both right ventricular ejection fraction and right ventricular end diastolic volume index were powerful predictors of mortality (HR: 1.26, 95% CI: 1.18-1.33, I2: 13%; HR: 1.11, 95% CI: 1.06-1.16, I2: 31%, per 10% change in parameters, respectively). These results remained significant even in the subgroup analysis based on left ventricular ejection fraction (<50% and ≥50%). In all-comers with significant VAs, the pooled prevalence of SHD post-CMR evaluation was 39% (29%-49%). Non-ischemic cardiomyopathies were the most frequently identified underlying heart diseases (56%), followed by ischemic cardiomyopathy (21%). LGE was associated with an increased risk of major cardiovascular events in this patient population (HR: 1.79, 95% CI: 1.33-2.42, I2: 78%). Finally, all three MVP-related imaging biomarkers evaluated by means of CMR (LGE, MAD, curling) were significantly associated with increased risk of arrhythmic events. Taken together, CMR represents an indispensable imaging tool in the armamentarium for the diagnosis and risk stratification of patients with HF. Moreover, CMR may be considered early in the diagnostic evaluation of selected patients with VAs of unclear etiology, in order to aid decision making regarding the need for further investigations and define prognosis.
περισσότερα