Περίληψη
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: Η ημικρανία είναι πρωτοπαθής νευρολογική διαταραχή που εμφανίζεται σε ένα σημαντικό ποσοστό του γενικού πληθυσμού, με σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των πασχόντων. Θεωρείται μία νευροαγγειακή αντίδραση σε εξωτερικά ή/και εσωτερικά ερεθίσματα που εμπλέκουν το τριδυμικό αγγειακό σύστημα. Όταν ενεργοποιείται, αυτό το σύστημα θεωρείται ότι είναι υπεύθυνο για τον πόνο και τα συναφή χαρακτηριστικά της ημικρανίας. Η σύγκλειση είναι ένα ευαίσθητο νευρολογικό σύστημα ανατροφοδότησης, που καθοδηγεί τις κινήσεις της κάτω γνάθου και είναι καθοριστικός παράγοντας για τη διατήρηση της θέσης του κονδύλου εντός του φυσιολογικού εύρους του περιορισμένου λειτουργικού χώρου της κροταφογναθικής αρθρωσης. Μια δυσλειτουργική αλληλεπίδραση μεταξύ της κροταφογναθικής άρθρωσης και της οδοντικής σχέσης μπορεί να ξεκινήσει μια σειρά γεγονότων, λόγω αισθητηριακών ερεθισμάτων που μεταφέρονται μέσω του τριδύμου νεύρου στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Εχει επανειλημμένα βρεθεί ότι σε α ...
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: Η ημικρανία είναι πρωτοπαθής νευρολογική διαταραχή που εμφανίζεται σε ένα σημαντικό ποσοστό του γενικού πληθυσμού, με σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των πασχόντων. Θεωρείται μία νευροαγγειακή αντίδραση σε εξωτερικά ή/και εσωτερικά ερεθίσματα που εμπλέκουν το τριδυμικό αγγειακό σύστημα. Όταν ενεργοποιείται, αυτό το σύστημα θεωρείται ότι είναι υπεύθυνο για τον πόνο και τα συναφή χαρακτηριστικά της ημικρανίας. Η σύγκλειση είναι ένα ευαίσθητο νευρολογικό σύστημα ανατροφοδότησης, που καθοδηγεί τις κινήσεις της κάτω γνάθου και είναι καθοριστικός παράγοντας για τη διατήρηση της θέσης του κονδύλου εντός του φυσιολογικού εύρους του περιορισμένου λειτουργικού χώρου της κροταφογναθικής αρθρωσης. Μια δυσλειτουργική αλληλεπίδραση μεταξύ της κροταφογναθικής άρθρωσης και της οδοντικής σχέσης μπορεί να ξεκινήσει μια σειρά γεγονότων, λόγω αισθητηριακών ερεθισμάτων που μεταφέρονται μέσω του τριδύμου νεύρου στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Εχει επανειλημμένα βρεθεί ότι σε ασθενείς με ημικρανία τα ποσοστά εμφάνισης κρανιογναθικών διαταραχών εμφανίζονται υψηλότερα. Σε ομάδες ασθενών με κρανιογναθικές διαταραχές τα ποσοστά εμφάνισης ημικρανίας εμφανίζονται επίσης υψηλότερα σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Ο σκοπός της παρούσης μελέτης ήταν η διερεύνηση και σύγκριση διαφόρων λειτουργικών συγκλεισιακών μεταβλητών, με τη χρήση σύγχρονων εξειδικευμένων διαγνωστικών οργάνων, μεταξύ δύο ομάδων συμμετεχόντων που ειχαν εξομοιωθεί αναλογικά ως προς το φύλο και την ηλικία. Η πρώτη ομάδα περιελάμβανε συμμετέχοντες που είχαν διαγνωστεί με ημικρανία και η δεύτερη ομάδα συμμετέχοντες χωρίς οποιαδήποτε εμπλοκή κεφαλαλγίας (ομάδα ελέγχου). Η διευρεύνηση της λειτουργικότητας του στοματογναθικού συστήματος πραγματοποιήθηκε μέσω ψηφιακής ανάλυσης: α) των αποτελεσμάτων κονδυλογραφίας με ψηφιακό παντογράφο και β) των λειτουργικών συγκλεισιακών χαρακτηριστικών μέσω χρήσης ειδικού λογισμικού. Διερευνήθηκαν επίσης δύο υποκειμενικές παράμετροι: ο αυτοαναφερόμενος βρυγμός και ενας δείκτης λειτουργικότητας του στοματογναθικού συστήματος. Η μηδενική υπόθεση που διαμορφώθηκε ήταν ότι οι υπό εξέταση λειτουργικές συγκλεισιακές μεταβλητές δεν διαφέρουν μεταξύ της ομάδας των ημικρανικών συμμετεχόντων και της ομάδας ελέγχου. ΜΕΘΟΔΟΣ: Στη παρούσα μελέτη διαμορφώθηκαν δύο ομάδες πενήντα συμμετεχόντων. Η πρώτη ομάδα περιελάμβανε συμμετέχοντες που είχαν διαγνωστεί με ημικρανία από ειδικό νευρολόγο και η δεύτερη ομάδα, συμμετέχοντες χωρίς κεφαλαλγία που αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου. Ο αριθμός των συμμετεχόντων καθορίστηκε μετά από μελέτη της βιβλιογραφίας και τη χρήση ειδικού λογισμικού, ενώ καθορίστηκαν και τα κριτήρια αποκλεισμού από τη μελέτη. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας. Η πραγματοποίηση της έρευνας έλαβε την έγκριση του επιστημονικού συμβουλίου του νοσοκομείου. Σε όλους τους συμμετέχοντες πραγματοποιήθηκαν: 1) Ψηφιακή αποτύπωση του άνω και κάτω οδοντικού φραγμού με ενδοστοματικό σαρωτή (Trios 3, 3Shape) και εκτύπωση των ψηφιακών εκμαγείων (Asiga Max UV 385 nm, Asiga). 2) Κονδυλογραφία με ψηφιακό παντογράφο (Cadiax 4, Gamma Dental) όπου διερευνήθηκε το εύρος, η ποιότητα, η συμμετρία, η ταχύτητα, η εγκάρσια μετατόπιση και η σταθερότητα της κονδυλικής τροχιάς σε κινήσεις προολίσθησης, αριστερής και δεξιάς πλαγιολίσθησης, διάνοιξης καθώς επίσης και κατά τις λειτουργίες της ομιλίας, μάσησης και βρυγμού. 3) Ανάρτηση των εκτυπωμένων εκμαγείων με τη χρήση κινητικού προσωπικού τόξου σε πλήρως προσαρμοζόμενο αρθρωτήρα (Reference SL, Gamma Dental) μετά το πέρας της κονδυλογραφίας. 4) Eξωστοματική σάρωση του αρθρωτήρα με τα αναρτημένα εκμαγεία με εργαστηριακό σαρωτή (S900 Arti scanner, Zirkonzahn) για την εισαγωγή των ψηφιοποιημένων δεδομένων σε ειδικό λογισμικό (Cadias 3D, Gamma Dental). 5) Λειτουργική ανάλυση των συγκλεισιακών χαρακτηριστικών με τη χρήση του ειδικού προγράμματος Cadias 3D. Προσδιορίστηκαν η κλίση του μασητικού επιπέδου, η κλίση των λειτουργικών επιφανειών των κυνοδόντων και των κεντρικών τομέων της άνω γνάθου καθώς και η κλίση της κονδυλικής τροχιάς. Επιπλέον διευρευνήθηκε η αρμονία μεταξύ πρόσθιας και οπίσθιας καθοδήγησης στην προολίσθηση και την πλαγιολίσθηση η οποία εκφράστηκε ως η γωνία που προέκυψε απο τη διαφορά της κλίσης της κονδυλικής τροχιάς και α) της κλίσης του σύστοιχου κεντρικού τομέα β) της κλίσης του κυνόδοντα της αντίθετης πλευράς. 6) Μελέτη της κονδυλικής μετατόπισης από μία θέση αναφοράς σε θέση μέγιστης συναρμογής. Η κονδυλική μετατόπιση αναλύθηκε και υπολογίστηκε σε τρεις άξονες συντεταγμένων (X,Y,Z) ως πρόσθια ή οπίσθια (άξονας Χ), εγκάρσια (άξονας Υ) και άνωθεν η κάτωθεν (άξονας Ζ). Χρησιμοποιήθηκαν δύο μέθοδοι για τον υπολογισμό της, μια κλινική μέθοδος κατά τη διαδικασία της κονδυλογραφίας και μία ψηφιακή – μηχανική κατά τη λειτουργική ανάλυση των συγκλεισιακών χαρακτηριστικών. 7) Υποκειμενική διευρεύνηση της λειτουργικότητας του στοματογναθικού συστήματος μέσω ενός δείκτη λειτουργικότητας (occlusal index) καθώς και η αναφερόμενη από τους συμμετέχοντες γνώση ύπαρξης ή όχι βρυγμού. Το επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ορίστηκε στο 5% και η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση του στατιστικού προγράμματος ΙΒΜ SPSS statistics, έκδοση22.0. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις ακόλουθες μεταβλητές: 1) Εύρος κονδυλικής μετατόπισης. Το εύρος της οπίσθιας κονδυλικής μετατόπισης και με τις δύο μεθόδους υπολογισμού ήταν στατιστικά σημαντικά υψηλότερο για τους ημικρανικούς συμμετέχοντες (p=0.012 και p=0.001). Το εύρος της άνωθεν κονδυλικής μετατόπισης ήταν στατιστικά σημαντικά υψηλότερο για τους ημικράνικους συμμετέχοντες με τη κλινική μέθοδο υπολογισμού κατά τη διαδικασία της κονδυλογραφίας (p=0.046). 2) Κατεύθυνση κονδυλικής μετατόπισης. Οι ημικρανικοί συμμετέχοντες εμφάνισαν στατιστικά σημαντικά υψηλότερα ποσοστά άνωθεν (p=0.014) και οπίσθιας (p=0.025) κονδυλικής μετατόπισης. 3) Αρμονίας μεταξύ πρόσθιας και οπίσθιας καθοδήγησης κατά τη πλαγιολίσθηση, με τους ημικρανικούς συμμετέχοντες να εμφανίζουν στατιστικά σημαντικά υψηλότερες τιμές στη διαφορά μεταξύ των κλίσεων της κονδυλικής τροχιάς και των κλίσεων των κυνοδόντων της αντίθετης πλευράς (p=0.021 και p=0.017 για δεξία και αριστερή πλαγιολίσθηση αντίστοιχα). 4) Κλίση μασητικού επιπέδου η οποία ήταν στατιστικά σημαντικά υψηλότερη στους ημικρανικούς συμμετέχοντες (p=0.024). 5) Αυτο-αναφερόμενος βρυγμός ο οποίος ήταν στατιστικά σημαντικά συχνότερος σε ημικρανικούς συμμετέχοντες (p<0.001). 6) Υποκειμενικός δείκτης λειτουργικότητας του στοματογναθικού συστήματος ο οποίος ήταν στατιστικά σημαντικά υψηλότερος -εκφράζοντας μεγαλύτερη αντίληψη δυσλειτουργίας- στους ημικρανικούς συμμετέχοντες (p<0.001). 7) Εγκάρσια μετατόπιση της κονδυλικής τροχιάς κατά την εκτέλεση προολίσθησης, διάνοιξης και μάσησης. Κατά την εκτέλεση των ως άνω κινήσεων το εύρος της μετατόπισης ήταν στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερο στους ημικρανικούς συμμετέχοντες (p=0.001, p=0.031 και p=0.016 αντίστοιχα). 8) Tαχύτητα κονδυλικής μετατόπισης. Η ταχύτητα έμφανιζε σε στατιστικά σημαντικά υψηλότερο ποσοστό παροδικές διακυμάνσεις κατά την εκτέλεση της προολίσθησης (p=0.018) και της διάνοιξης (p=0.001) στους ημικρανικούς συμμετέχοντες. 9) Κονδυλική σταθερότητα η οποία ήταν στατιστικά σημαντικά μειωμένη στους ημικρανικούς συμμετέχοντες μετά απο εκτέλεση προολίσθησης (p=0.001) και πλαγιολίσθησης για τον κόνδυλο της μη εργαζόμενης πλευράς (p=0.003). 10) Ποιότητα της κονδυλικής τροχιάς η οποία ήταν στατιστικά σημαντικά χαμηλότερη για την προολίσθηση (p<0.001) και την πλαγιολίσθηση (p=0.003). 11) Διασταυρούμενη τροχιά διάνοιξης και επαναφοράς (ενδεικτική ενδοαρθρικών διαταραχών) η οποία ηταν στατιστικά σημαντικά συχνότερη σε ημικρανικούς συμμετέχοντες (p=0.012). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η μηδενική υπόθεση αυτής της μελέτης απορρίφθηκε. Βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές για πολλές λειτουργικές μεταβλητές του στοματογναθικού συστήματος μεταξύ ατόμων με και χωρίς ημικρανία. Συγκεκριμένα, οι διαφορές αυτές αφορούσαν σε ευρήματα απο την κονδυλογραφία και την ανάλυση της κονδυλικής τροχιάς κατά την εκτέλεση διαφόρων κινήσεων και λειτουργιών, στο εύρος και στην κατεύθυνση της κονδυλικής μετατόπισης από μία θέση αναφοράς σε θέση μέγιστης συναρμογής, στη ποσοτικοποίηση της διαφοράς μεταξύ πρόσθιας και οπίσθιας οδήγησης όπως αυτή εκφράστηκε μέσω της διαφοράς κλίσεων άνω προσθίων οδόντων και κονδυλικής τροχιάς και στην υποκειμενική αξιολόγηση της λειτουργικότητας του στοματογναθικού συστήματος. Τέτοιες διαφορές, που επηρεάζονται από τις συγκλεισιακές και αρθρικές δομές, δεν πρέπει να παραβλέπονται. Στα πλαίσια της ευρύτερης ασθενοκεντρικής και διεπιστημονικής προσέγγισης, η λεπτομερής αξιολόγηση του στοματογναθικού συστήματος με στόχο τη συνολική αντιμετώπιση του ημικρανικού ασθενή θα μπορούσε να αποδειχθεί ωφέλιμη. Η ημικρανία είναι μία πολυδιάστατη διαταραχή που χαρακτηρίζεται από πολλαπλά αγγειακά και νευρολογικά χαρακτηριστικά. Η παρούσα μελέτη επιβεβαιώνει την αυξημένη πιθανότητα συνύπαρξης ημικρανίας και διαφοροποίησης διαφόρων λειτουργικών μεταβλητών του στοματογναθικού συστήματος. Καθώς πρόκειται για μία συγχρονική μελέτη δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί σχέση αίτιου και αιτιατού. Η πιθανή συσχέτιση μεταξύ τους για την έναρξη, διατήρηση ή επιδείνωση της ημικρανίας απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Background: The study aim was to investigate the differences in the association between the functioning of the stomatognathic system and migraine through instrumental functional analysis between a group of patients with migraine and a control group. Methods: This study included 50 individuals in each group. Jaw-tracking analysis was performed using Cadiax 4. Tracings of the following movements were recorded: open/close, protrusion/retrusion, mediotrusion, speech, bruxing, and mastication. Tracings were evaluated for their quantity, quality, transversal characteristics, speed, curvature pattern, and condylar stability. Digital occlusal analysis was performed using Cadias 3D and included condylar displacement from a reference position to maximum intercuspation; the angular difference between the steepness of the articular eminence and the contralateral canine guidance; the angular difference between the steepness of the articular eminence and the ipsilateral central incisor guidance; and ...
Background: The study aim was to investigate the differences in the association between the functioning of the stomatognathic system and migraine through instrumental functional analysis between a group of patients with migraine and a control group. Methods: This study included 50 individuals in each group. Jaw-tracking analysis was performed using Cadiax 4. Tracings of the following movements were recorded: open/close, protrusion/retrusion, mediotrusion, speech, bruxing, and mastication. Tracings were evaluated for their quantity, quality, transversal characteristics, speed, curvature pattern, and condylar stability. Digital occlusal analysis was performed using Cadias 3D and included condylar displacement from a reference position to maximum intercuspation; the angular difference between the steepness of the articular eminence and the contralateral canine guidance; the angular difference between the steepness of the articular eminence and the ipsilateral central incisor guidance; and the occlusal plane inclination. Self-reported grinding and the occlusal index were also investigated. Results: Statistically significant differences between groups were found for several evaluated factors. From the results of the analysis of the axiographic tracings, those with migraine presented with a) higher mandibular lateral translation values in protrusion/retrusion (p = 0.001), open/close (p = 0.031), and mastication (p = 0.016); b) transient velocity losses in open/close (p=0.001) and protrusive movements (p=0.018); c) compromised condylar stability for protrusion/retrusion (p = 0.001) and mediotrusion (p = 0.003); d) compromised quality for protrusion/retrusion (p <0.001) and mediotrusion (p = 0.003); e) a more frequent figure-eight curvature for open/close (p = 0.012). The results of the digital occlusal analysis showed statistically significant differences in the extent of retral condylar displacement when clinically (p=0.012) and digitally–mechanically (p=0.001) assessed, the angular difference between the steepness of the articular eminence and the contralateral canine guidance (p=0.017), and the occlusal plane inclination (p=0.024). Self-reported grinding (p<0.001) and the occlusal index (p<0.001) were also significantly higher in the migraine group. Conclusion: Several functional variables of the stomatognathic system differ between individuals with and without migraine, suggesting an important comorbidity. Any conceivable association between them and migraine warrants additional investigation.
περισσότερα