Περίληψη
Η παρούσα μελέτη διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη, τα οποία αντίστοιχα πραγματεύονται: α) την τυπολογία και την χρήση των οπτόπλινθων (τούβλων), κεραμιδιών και άλλων συναφών οικοδομικών υλικών στα κτήρια του πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας, β) την ιστορία του κλάδου της πλινθοκεραμοποιίας και την πορεία των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών, γ) την εργασία στα πλινθοκεραμοποιεία και δ) την τεχνολογία κατασκευής, τόσο των χειροποίητων, όσο και των μηχανοποίητων προϊόντων. Συμπληρώνεται από τρία παραρτήματα, στα οποία έχει συγκεντρωθεί πλούσιο τεκμηριωτικό υλικό, σχετικό με τους επιχειρηματίες και τις μονάδες που δημιούργησαν, τους εργαζόμενους σε αυτές, καθώς και τα ίδια τα προϊόντα (τούβλα) και τις σφραγίδες που φέρουν. Η χρήση των τούβλων και των κεραμιδιών στα κτήρια της Αθήνας, από το 1834 μέχρι το 1950, ήταν προοδευτικά αυξανόμενη. Ειδικά μετά το 1900, τα τούβλα αποτέλεσαν ένα από τα κύρια οικοδομικά υλικά. Χρησιμοποιήθηκαν διάφοροι τύποι προϊόντων, όπως τα χειροποίητα συμπαγή και τα δ ...
Η παρούσα μελέτη διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη, τα οποία αντίστοιχα πραγματεύονται: α) την τυπολογία και την χρήση των οπτόπλινθων (τούβλων), κεραμιδιών και άλλων συναφών οικοδομικών υλικών στα κτήρια του πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας, β) την ιστορία του κλάδου της πλινθοκεραμοποιίας και την πορεία των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών, γ) την εργασία στα πλινθοκεραμοποιεία και δ) την τεχνολογία κατασκευής, τόσο των χειροποίητων, όσο και των μηχανοποίητων προϊόντων. Συμπληρώνεται από τρία παραρτήματα, στα οποία έχει συγκεντρωθεί πλούσιο τεκμηριωτικό υλικό, σχετικό με τους επιχειρηματίες και τις μονάδες που δημιούργησαν, τους εργαζόμενους σε αυτές, καθώς και τα ίδια τα προϊόντα (τούβλα) και τις σφραγίδες που φέρουν. Η χρήση των τούβλων και των κεραμιδιών στα κτήρια της Αθήνας, από το 1834 μέχρι το 1950, ήταν προοδευτικά αυξανόμενη. Ειδικά μετά το 1900, τα τούβλα αποτέλεσαν ένα από τα κύρια οικοδομικά υλικά. Χρησιμοποιήθηκαν διάφοροι τύποι προϊόντων, όπως τα χειροποίητα συμπαγή και τα διάτρητα μηχανοποίητα τούβλα, τα βυζαντινά κεραμίδια, τα κεραμίδια γαλλικού τύπου, οι κισσηρόπλινθοι, οι τσιμεντόπλινθοι κ.ά. Τα προϊόντα αυτά κατασκευάζονταν σε ένα πλήθος παραγωγικών μονάδων κάθε κατηγορίας, οι οποίες αναπτύχθηκαν, διάσπαρτες ή συγκεντρωμένες σε κέντρα παραγωγής, εντός και εκτός λεκανοπεδίου Αττικής, καθώς και στην ευρύτερη περιοχή της Χαλκίδας και τον Πόρο. Διακρίνονταν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: α) τις λίγες μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις (μονάδες έντασης κεφαλαίου), γνωστές για τις μεγάλων διαστάσεων εγκαταστάσεις τους και τα ολοκληρωμένα μηχανολογικά συστήματά τους και β) τις πολυάριθμες πλινθοκεραμοποιίες βιοτεχνικού χαρακτήρα (μονάδες έντασης εργασίας), οι οποίες χαρακτηρίζονταν από μικροεπαγγελματισμό, επιμονή στην παλαιά τεχνολογία, ευελιξία στον τρόπο λειτουργίας τους, τον οικογενειακό χαρακτήρα τους κ.ά. Πρόσωπα όπως βιομήχανοι, έμποροι, κεφαλαιούχοι, μηχανικοί, κτηματίες, αγγειοπλάστες, κεραμοποιοί κ.ά. ενεπλάκησαν στην δημιουργία τους. Επίσης, ευδιάκριτο υπήρξε το εθνοτοπικό δίκτυο εργασίας που συνέστησαν οι κεραμοποιοί από την Κύθνο. Σε αυτό το ανταγωνιστικό περιβάλλον έλαβε χώρα η αργή και σταδιακή μετάβαση από την χειροποίητη στη μηχανοποίητη παραγωγή και η σύγκρουση «μικρών» και «μεγάλων», κάτι που οδήγησε στη συνολική αναμόρφωση του κλάδου μετά το 1950. Η εργασία στα πλινθοκεραμοποιεία, άρρηκτα συνδεδεμένη με την χρησιμοποιούμενες τεχνικές και τις τεχνολογικές εξελίξεις στον κλάδο, χαρακτηριζόταν από σκληρές εργασιακές συνθήκες και μεγάλη επαγγελματική επικινδυνότητα. Έμφυλοι και ηλικιακοί καταμερισμοί εργασίας καταγράφονται στις μονάδες κάθε κατηγορίας. Ο ρόλος των ανδρών ήταν κυρίαρχος, με την συμμετοχή όμως των γυναικών στην παραγωγή και στην διοίκηση, καθώς και της παιδικής εργασίας να μην είναι αμελητέες. Η παραγωγή, κυρίως στις μονάδες έντασης εργασίας, βασίστηκε συχνά σε εργολαβικά συστήματα. Επιπροσθέτως, η εργατική δύναμη αποτελούμενη από γηγενείς, Κύθνιους (αρχικά εποχιακούς μετανάστες), άλλους εσωτερικούς μετανάστες, αλλοδαπούς και πρόσφυγες από την Μικρά Ασία (μετά το 1922), συγκεντρώθηκε γύρω από τα κέντρα παραγωγής. Αναφορικά με την τεχνολογία, στα εδώ εξεταζόμενα χωροχρονικά όρια οι μεγάλες επιχειρήσεις χρησιμοποίησαν εισαγόμενο τεχνολογικό εξοπλισμό και επιδίωξαν την παραγωγή μηχανοποίητων προϊόντων από πολύ νωρίς. Οι μονάδες έντασης εργασίας υιοθέτησαν τη διεθνώς διαδεδομένη διαδικασία παραγωγής χειροποίητων τούβλων και κεραμιδών και κάποιες από τις παραλλαγές της. Οι ίδιες, μετά το 1920, κατασκεύασαν μηχανοποίητα προϊόντα, μέσω της σταδιακής εκμηχάνισης κάποιων βημάτων της παραγωγής. Ωστόσο, η κατασκευή των χειροποίητων προϊόντων συνεχίστηκε παράλληλα μέχρι και την δεκαετία του 1950. Συμπερασματικά, η σφαιρική εξέταση του κλάδου της πλινθοκεραμοποιίας συμβάλλει στην αποκάλυψη άγνωστων πτυχών της πολεοδομικής, οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Αθήνανς (1834-1950), καθώς και όψεων της ιστορίας της εργασίας, της τεχνολογίας, του οικοδομικού τομέα και των υλικών.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
Τhe present thesis is structured into four parts, regarding respectively: a) the typology and the use of clay bricks and roof-tiles (as well as other related building materials) in the buildings of the urban complex of Athens, b) the history of the brick and roof-tile manufacturing sector and the trajectories of its entrepreneurs, c) labour in brickworks and d) the technology of producing both handmade and machine made products. The study is supplemented by three appendices that assemble rich documentary material related to the entrepreneurs and the production units they established, the workforce, as well as the products themselves (bricks) and their stamps.The use of bricks in Athenian buildings since 1834 —the year Athens was proclaimed capital of the Greek state— until 1950 had been increased steadily. Eventually, after 1900, bricks became one of the principal construction materials. Various types of products were used, including handmade solid bricks, perforated machine made bric ...
Τhe present thesis is structured into four parts, regarding respectively: a) the typology and the use of clay bricks and roof-tiles (as well as other related building materials) in the buildings of the urban complex of Athens, b) the history of the brick and roof-tile manufacturing sector and the trajectories of its entrepreneurs, c) labour in brickworks and d) the technology of producing both handmade and machine made products. The study is supplemented by three appendices that assemble rich documentary material related to the entrepreneurs and the production units they established, the workforce, as well as the products themselves (bricks) and their stamps.The use of bricks in Athenian buildings since 1834 —the year Athens was proclaimed capital of the Greek state— until 1950 had been increased steadily. Eventually, after 1900, bricks became one of the principal construction materials. Various types of products were used, including handmade solid bricks, perforated machine made bricks, Byzantine and French type roof-tiles, pumice and cement bricks and many others. These products were manufactured in numerous production units of various categories, which developed either scattered or concentrated in production centers within and beyond the Attica basin, as well as in the wider regions of Chalkida and Poros. They are classified into two major categories: a) a small number of large industrial enterprises (capital intensive units), known for their enlarged premises and the adoption of sophisticated technology, and b) the numerous small scale brick and tile manufacturing units (labour intensive), with properties like attachment to traditional technology, operational flexibility, familial entrepreneurship e.t.c. A group of individuals —industrialists, merchants, investors, engineers, landowners, potters, brickmaking workers e.c.t.— were involved in their establishment. Particularly distinct was the presence of the ethno local labour network formed by brick makers from Kythnos, Within a highly competitive environment, a slow and gradual transition from handmade to machine-made production took place and a great antagonism between “small” and “large” producers was developed. This, led to the transformation of the sector after 1950. Labour in clay building materials manufacturing, which was associated with the employed techniques and the technological developments in the sector, was characterised by harsh working conditions and high levels of occupational hazard. Gender and age based divisions of labour are documented across all categories of brickyards. Men held the dominant role, while women’s participation in production and administration, as well as child labour, were well known. Production, especially in labour intensive units, often relied on subcontracting systems. Additionally, workforce, which was composed of locals, Kythnians (initially seasonal migrants), other internal migrants, foreigners, and refugees from Asia Minor (after 1922), was gathered around the major production centers. Regarding technology, within the spatial and temporal boundaries examined here, it was observed that large enterprises imported machinery, attempting the production of high-quality and mechanized goods from a very early stage. In parallel, labour intensive units adopted the internationally widespread handmade production of bricks and roof-tiles and its various local variations. The process comprised clay winning and preparation, moulding, drying and firing. After 1920, these units proceed to the production of machine made brick through the gradual mechanisation of certain stages of the making process. Nevertheless, the production of handmade items continued in parallel until 1950. Concluding, the comprehensive examination of the brick- and tile-industry reveals previously unknown aspects of the urban, economic, entrepreneurial and social history of Athens (1834 – 1950), as well as issues of labour history, history of technology, building sector development and building materials.
περισσότερα