Περίληψη
Η παρούσα διατριβή ασχολείται με την χάραξη των ορίων, μέχρι τα οποία ο νομοθέτης αφήνει στον εργαζόμενο την εξουσία του δικαιοπρακτικού του αυτοκαθορισμού μέσα στο πλαίσιο της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Με τη συνολική τους παράθεση και ανάπτυξη επιδιώκεται να προσδιοριστούν τα όρια αυτά με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και αιτιολόγηση, καθώς επίσης να εξαχθούν συμπεράσματα και να εξευρεθούν κανόνες για τον τρόπο αναζήτησής τους. Η διαδρομή που ακολουθεί η παρούσα διατριβή εκκινεί στο πρώτο κεφάλαιο αυτής από την ανάπτυξη της συμβατικής ελευθερίας και την παράθεση των περιορισμών της προστασίας της όταν υφίσταται δομική υπεροπλία και ανισότητα του ενός μέρους έναντι του άλλου. Αυτό επιχειρείται με αναφορά στο ίδιο το Σύνταγμά μας και στην αναζήτηση μέσων εξισορρόπησης της συμβατικής αυτής ανισότητας, καθώς και στην υποχρέωση για συμβατική ρύθμιση προκειμένου να επέλθει στάθμιση και εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων και να επιτευχθεί η πρακτική τους εναρμόνιση. Επί ...
Η παρούσα διατριβή ασχολείται με την χάραξη των ορίων, μέχρι τα οποία ο νομοθέτης αφήνει στον εργαζόμενο την εξουσία του δικαιοπρακτικού του αυτοκαθορισμού μέσα στο πλαίσιο της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Με τη συνολική τους παράθεση και ανάπτυξη επιδιώκεται να προσδιοριστούν τα όρια αυτά με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και αιτιολόγηση, καθώς επίσης να εξαχθούν συμπεράσματα και να εξευρεθούν κανόνες για τον τρόπο αναζήτησής τους. Η διαδρομή που ακολουθεί η παρούσα διατριβή εκκινεί στο πρώτο κεφάλαιο αυτής από την ανάπτυξη της συμβατικής ελευθερίας και την παράθεση των περιορισμών της προστασίας της όταν υφίσταται δομική υπεροπλία και ανισότητα του ενός μέρους έναντι του άλλου. Αυτό επιχειρείται με αναφορά στο ίδιο το Σύνταγμά μας και στην αναζήτηση μέσων εξισορρόπησης της συμβατικής αυτής ανισότητας, καθώς και στην υποχρέωση για συμβατική ρύθμιση προκειμένου να επέλθει στάθμιση και εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων και να επιτευχθεί η πρακτική τους εναρμόνιση. Επίσης, η καλή πίστη και η αρχή της αναλογικότητας παρουσιάζονται ως βασικοί πυλώνες για την εξεύρεση των θεμιτών ορίων της συμβατικής ελευθερίας και θίγεται το ζήτημα των γενικών όρων συναλλαγής, του ελέγχου του περιεχομένου των όρων της σύμβασης εργασίας και της εφαρμογής της νομοθεσίας περί προστασίας του καταναλωτή στο Εργατικό Δίκαιο. Ακολουθεί στο δεύτερο κεφάλαιο της διατριβής η αποτύπωση της έννοιας της παραίτησης στο αστικό δίκαιο και η διάκρισή της από την αποδυνάμωση δικαιώματος και την άφεση χρέους. Στο τρίτο κεφάλαιο της διατριβής λαμβάνει χώρα η ανάλυση του γενικού περιοριστικού πλαισίου της παραίτησης του εργαζομένου στο χώρο του Εργατικού Δικαίου, το οποίο είναι βασισμένο πάνω στην αρχή της προστασίας. Η σύνθεση του ανωτέρου περιοριστικού πλαισίου ολοκληρώνεται με την αναφορά στους κανόνες δημοσίας τάξεως, μονομερώς αναγκαστικού δικαίου με ειδική μνεία στη διάταξη του άρθρου ΑΚ 679, αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου, στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και στις διαιτητικές αποφάσεις, στους κανονισμούς εργασίας, στους απαγορευτικούς κανόνες δικαίου και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Έπειτα, στο τέταρτο κεφάλαιό της, η διατριβή υπεισέρχεται σε ειδικότερα ζητήματα παραίτησης του εργαζόμενου από επί μέρους εργατικά δικαιώματά του και αναλύονται οι προϋποθέσεις και τα όρια εντός των οποίων μπορεί να υπάρξει επιτρεπτή παραίτηση από αυτά. Ειδική ανάλυση γίνεται στην αποδοχή εκ μέρους του εργαζόμενου της μονομερούς εκ μέρους του εργοδότη του βλαπτικής μεταβολής των όρων αμοιβής και εργασίας του, καθώς και στην εξοφλητική απόδειξη. Ο κύκλος της παραίτησης από τα εργατικά δικαιώματα κλείνει με το πέμπτο κεφάλαιο της διατριβής που αφορά στην παραίτηση ειδικά στο χώρο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όπου κυριαρχεί η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 2112/1920. Το τελευταίο κεφάλαιο της διατριβής ασχολείται με τον συμβιβασμό στο Εργατικό Δίκαιο, όπου παρατίθεται η έννοια, η λειτουργία, η δεσμευτικότητα και οι προϋποθέσεις σύναψής τους, το ζήτημα των αμοιβαίων υποχωρήσεων, η ύπαρξη έριδας και αβεβαιότητας, τα είδη του συμβιβασμού, οι λόγοι ακυρότητάς του, καθώς και ειδική ανάλυση για τον συμβιβασμό που αφορά σε δικαιώματα προβλεπόμενα από αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του εργατικού δικαίου.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The present dissertation is concerned with delineating the boundaries within which the legislator permits the employee to exercise the power of contractual self-determination in the context of the individual contract of dependent employment. Through the comprehensive presentation and systematic development of the relevant principles, the dissertation aims to identify these boundaries with the utmost precision and justification, to draw conclusions, and to formulate methodological guidelines for their ascertainment. The inquiry commences in the first chapter with an exposition of contractual freedom and the articulation of the restrictions upon its exercise where a structural imbalance and inequality exist between the contracting parties. Reference is made to the relevant constitutional provisions and the necessity for mechanisms that restore the balance between contracting parties, as well as to the obligation to regulate contractual relations in a manner that achieves a reconciliation ...
The present dissertation is concerned with delineating the boundaries within which the legislator permits the employee to exercise the power of contractual self-determination in the context of the individual contract of dependent employment. Through the comprehensive presentation and systematic development of the relevant principles, the dissertation aims to identify these boundaries with the utmost precision and justification, to draw conclusions, and to formulate methodological guidelines for their ascertainment. The inquiry commences in the first chapter with an exposition of contractual freedom and the articulation of the restrictions upon its exercise where a structural imbalance and inequality exist between the contracting parties. Reference is made to the relevant constitutional provisions and the necessity for mechanisms that restore the balance between contracting parties, as well as to the obligation to regulate contractual relations in a manner that achieves a reconciliation and practical concordance of conflicting rights. Furthermore, the principles of good faith and proportionality are examined as fundamental criteria for determining the permissible limits of contractual freedom. Particular attention is devoted to the general terms and conditions of contracts, the substantive control of employment contract terms, and the application of consumer protection legislation within the field of Labour Law. The second chapter proceeds to set out the notion of waiver in Civil Law and distinguishes it from the weakening of a right and the remission of a debt. In the third chapter, the dissertation addresses the general restrictive framework governing employee waivers within Labour Law, grounded in the principle of protection. This framework is supplemented by reference to rules of public policy, unilaterally mandatory law (with specific emphasis on Article 679 of the Greek Civil Code), bilaterally mandatory law, collective labour agreements and arbitral awards, internal workplace regulations, prohibitive legal norms, and the principle of equal treatment. The fourth chapter is devoted to the detailed examination of the waiver by employees of specific labour rights, analyzing the conditions and boundaries within which such waivers may be deemed valid. Special emphasis is placed upon the employee’s acceptance of unilateral detrimental alterations to the terms of remuneration and employment by the employer, as well as upon the legal nature and effects of discharge receipts. The analysis of the waiver of labour rights is completed in the fifth chapter, which focuses specifically on waivers within the context of the termination of the individual contract of employment, where the provision of Article 8(1) of Law 2112/1920 assumes a predominant role. Finally, the dissertation concludes with a chapter on settlement agreements within Labour Law, setting forth the concept, function, binding nature, and conditions for the valid conclusion of settlements. It addresses the necessity of mutual concessions, the existence of a dispute or uncertainty, the classification of settlements, the grounds for their invalidity, and offers a special analysis.
περισσότερα