Χαρακτηρισμός των πηγών και διεργασιών που επηρεάζουν τα συστατικά του οργανικού κλάσματος του ατμοσφαιρικού αερολύματος με τη βοήθεια τεχνικών υψηλής χρονικής ανάλυσης

Περίληψη

Ως αερόλυμα ορίζεται το σύνολο των αιωρούμενων σωματιδίων της ατμόσφαιρας, που βρίσκονται είτε σε στερεή είτε σε υγρή κατάσταση. Οι επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης τόσο στην ανθρώπινη υγεία όσο και στο περιβάλλον έχουν καταστήσει τη μελέτη τους σημαντική. Όσον αφορά την ανθρώπινη υγεία, η ατμοσφαιρική ρύπανση έχει συνδεθεί μετά από επιδημιολογικές μελέτες με ασθένειες τόσο του καρδιαγγειακού όσο και του αναπνευστικού συστήματος. Τα σωματίδια αυτά είναι είτε πρωτογενή είτε δευτερογενή; πρωτογενή είναι τα σωματίδια που εκλύονται απευθείας από κάποια πηγή, ενώ δευτερογενή είναι τα σωματίδια που έχουν προκύψει είτε από αντιδράσεις από ήδη υπάρχοντα σωματίδια είτε μέσω της μετατροπής αερίων σε σωματίδια. Ως προς το μέγεθος τους, τα αιωρούμενα σωματίδια κατηγοριοποιούνται σε PM1, PM2.5 και PM10 όταν η διάμετρος τους είναι έως και 1, 2.5 και 10 μm, αντίστοιχα. Τα αιωρούμενα σωματίδια, ανάλογα με τη διάμετρο τους εισέρχονται μέχρι διαφορετικά σημεία του αναπνευστικού συστήματος, με τα με ...

Όλα τα τεκμήρια στο ΕΑΔΔ προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα.

Ως αερόλυμα ορίζεται το σύνολο των αιωρούμενων σωματιδίων της ατμόσφαιρας, που βρίσκονται είτε σε στερεή είτε σε υγρή κατάσταση. Οι επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης τόσο στην ανθρώπινη υγεία όσο και στο περιβάλλον έχουν καταστήσει τη μελέτη τους σημαντική. Όσον αφορά την ανθρώπινη υγεία, η ατμοσφαιρική ρύπανση έχει συνδεθεί μετά από επιδημιολογικές μελέτες με ασθένειες τόσο του καρδιαγγειακού όσο και του αναπνευστικού συστήματος. Τα σωματίδια αυτά είναι είτε πρωτογενή είτε δευτερογενή; πρωτογενή είναι τα σωματίδια που εκλύονται απευθείας από κάποια πηγή, ενώ δευτερογενή είναι τα σωματίδια που έχουν προκύψει είτε από αντιδράσεις από ήδη υπάρχοντα σωματίδια είτε μέσω της μετατροπής αερίων σε σωματίδια. Ως προς το μέγεθος τους, τα αιωρούμενα σωματίδια κατηγοριοποιούνται σε PM1, PM2.5 και PM10 όταν η διάμετρος τους είναι έως και 1, 2.5 και 10 μm, αντίστοιχα. Τα αιωρούμενα σωματίδια, ανάλογα με τη διάμετρο τους εισέρχονται μέχρι διαφορετικά σημεία του αναπνευστικού συστήματος, με τα μεγαλύτερα σωματίδια να φτάνουν στο άνω αναπνευστικό, και τα μικρότερα σωματίδια (διαμέτρου έως και 0.1 μm) να φτάνουν μέχρι τις άκρες των βρογχιδίων, τις κυψελίδες, με ικανότητα να εισέλθουν στο κυκλοφορικό σύστημα. Όσον αφορά το περιβάλλον, τα αιωρούμενα σωματίδια έχουν άμεση και έμμεση επίπτωση στο κλίμα. Ως άμεση επίπτωση θεωρείται η σκέδαση και η απορρόφηση του φωτός και στην έμμεση επίπτωση τους στο κλίμα περιλαμβάνονται οι αλληλεπιδράσεις των αιωρούμενων σωματιδίων με τα νέφη. Ως τελικό αποτέλεσμα τα αιωρούμενα σωματίδια μεταβάλλουν αρνητικά το ενεργειακό ισοζύγιο της Γης. Η παρούσα διδακτορική διατριβή πραγματεύεται την μελέτη της χημικής σύστασης των αιωρούμενων σωματιδίων της ατμόσφαιρας, με εμβάθυνση στα οργανικά αερολύματα μέσω τριών διαφορετικών οδών: αρχικά με την εφαρμογή ενός μοντέλου για τον επιμερισμό των πηγών των οργανικών αερολυμάτων σε ένα περιβάλλον αστικού υποβάθρου και μέσω της βελτίωσης του μοντέλου αυτού με την συμπερίληψη ανόργανων ιόντων. Έπειτα, η μελέτη επικεντρώθηκε σε ένα περιβάλλον υποβάθρου μεγάλου υψομέτρου, όπου οι πηγές του οργανικού και ανόργανου κλάσματος του ατμοσφαιρικού αερολύματος μελετήθηκαν, αυτή τη φορά λαμβάνοντας επιπλέον υπόψιν τις αλληλεπιδράσεις σωματιδίων και νεφών. Τέλος, μία νέα οργανολογία που έχει ως στόχο τη βελτίωση των μετρήσεων των πτητικών οργανικών ενώσεων (VOCs), που είναι ενώσεις πρόδρομες των δευτερογενών οργανικών αερολυμάτων, αξιολογήθηκε σε εργαστηριακό περιβάλλον, αλλά και σε μετρήσεις πεδίου. Καθώς η μελέτη των ατμοσφαιρικών αιωρούμενων σωματιδίων κέρδιζε μεγαλύτερο έδαφος, η ανάγκη για συνεχείς μετρήσεις της χημικής τους σύστασης, σε πραγματικό χρόνο και με μεγάλη χρονική διακριτότητα, οδήγησε στην ανάπτυξη οργάνων όπως το Time of Flight Aerosol Chemical Speciation Monitor (ToF-ACSM, Aerodyne). To ACSM είναι ένα όργανο που μετράει τη χημική σύσταση των σωματιδίων PM1 που εξατμίζονται σε θερμοκρασίες κοντά στους 600 oC. Αυτά είναι η οργανική ύλη από διάφορες οργανικές ενώσεις, και τα ιόντα SO42-, ΝΟ3-, ΝΗ4+ και Cl-. Η αρχή λειτουργίας του βασίζεται στην δειγματοληψία των σωματιδίων αφού περάσουν από έναν αφυγραντήρα, έπειτα η δέσμη των σωματιδίων συγκεντρώνεται μέσω ενός συστήματος aerodynamic lenses, εισέρχεται σε έναν θάλαμο κενού όπου προσπίπτει σε μια πλάκα βολφραμίου στους 600 oC όπου τα σωματίδια εξατμίζονται κι ακολούθως μετατρέπονται σε ιόντα μέσω ιονισμού με πρόσκρουση ηλεκτρονίων με τη βοήθεια ενός νήματος βολφραμίου 70 eV. Τέλος, η δέσμη των ιόντων μεταφέρεται στον θάλαμο χρόνου πτήσης όπου ένας ηλεκτρικός παλμός δίνεται ανά μικρά χρονικά διαστήματα σε πακέτα της δέσμης και στο τέλος του οποίου υπάρχει ένας ανιχνευτής που μεταφράζει της ένταση του σήματος ανά πακέτο ιόντων σε αριθμό σωματιδίων, ενώ η ταξινόμηση της μάζας γίνεται βάσει του χρόνου που χρειάστηκαν τα ιόντα για να διασχίσουν τον θάλαμο και να φτάσουν στον ανιχνευτή από τη στιγμή που δόθηκε ο ηλεκτρικός παλμός. Έτσι, το ACSM παρέχει το φάσμα μάζας, καθώς και τη συγκέντρωση καθενός από τα προαναφερθείσα χημικά συστατικά της ατμόσφαιρας. Μία συνήθης πρακτική ανάλυσης των προαναφερθέντων δεδομένων είναι ο επιμερισμός πηγών (συνήθως των οργανικών συστατικών) μέσω μοντέλων όπως το μοντέλο Positive Matrix Factorization (PMF). Εν συντομία, το μοντέλο αυτό βασίζεται στο ότι η συνολική συγκέντρωση μάζας των PM1 ισούται με το άθροισμα των συνεισφορών των πηγών από τα οποία εκείνα προέρχονται. Η εξίσωση που περιγράφει το μοντέλο (1) αυτό είναι η ακόλουθη: X = F G + E Εξ.1 Όπου Χ η χρονοσειρά των συγκεντρώσεων εισόδου, F και G το χαρακτηριστικό προφίλ και η χρονική διακύμανση του κάθε παράγοντα αντίστοιχα, και Ε ο πίνακας της διαφοράς της πραγματικής τιμής από την υπολογισμένη από το μοντέλο. Στις ατμοσφαιρικές μετρήσεις πραγματικού χρόνου και μεγάλης χρονικής διακριτότητας το μοντέλο αυτό συνηθέστερα αναλύει σε επιμέρους παράγοντες τη συγκέντρωση της οργανικής ύλης. Στα πλαίσια της παρούσας διδακτορικής διατριβής δεδομένα από το όργανο ToF-ACSM αναλύθηκαν από δύο σταθμούς του εργαστηρίου Ραδιενέργειας Περιβάλλοντος και Τεχνολογίας Αερολύματος για ατμοσφαιρικές και Κλιματικές Επιπτώσεις (ΕΡΠΤΑΚ) του ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος. Ο πρώτος σταθμός βρίσκεται στη Αγία Παρασκευή εντός του των εγκαταστάσεων του ερευνητικού κέντρου, και πρόκειται για έναν περιαστικό σταθμό, στα 8 km από το κέντρο της Αθήνας, που βρίσκεται ωστόσο στους πρόποδες του Υμηττού. Ο δεύτερος σταθμός αποτελεί σταθμό υποβάθρου μεγάλου υψομέτρου και βρίσκεται στην κορυφή του όρους Χελμός, στα Καλάβρυτα. Στα επιπλέον όργανα που χρησιμοποιήθηκαν συμπληρωματικά του ACSM περιλαμβάνεται το αιθαλόμετρο που μετράει σε πραγματικό χρόνο την απορρόφηση της ακτινοβολίας από ένα δείγμα αιωρούμενων σωματιδίων και τη μεταφράζει σε συγκέντρωση μαύρου άνθρακα. Επιπλέον το σύστημα MPSS (Mobility Particle Size Spectrometer) που αποτελείται από ένα DMA (Differential Mobility Analyzer) που ταξινομεί τα σωματίδια με βάση τη διάμετρό τους και από ένα CPC (Condensation Particle Counter) που μετράει τον συνολικό αριθμό σωματιδίων. Μετρήσεις θερμοκηπικών αερίων γίνονταν με το όργανο PICARRO. Αναλυτές NOx και Ο3 παρείχαν συγκεντρώσεις NOx (ΝΟ+NO2) και Ο3, αντίστοιχα για τον σταθμό της Αγίας Παρασκευής από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής. Η πρώτη μελέτη του διδακτορικού αφορά την εφαρμογή μιας μεθοδολογίας για τον επιμερισμό πηγών του συνολικού κλάσματος των PM1 που μετράει το ToF-ACSM (organic matter, SO4, NH4, NO3, και Cl). Το μοντέλο Positive Matrix Factorization (PMF) εφαρμόστηκε στους συνδεδεμένους σειριακά πίνακες των συγκεντρώσεων με χρονική διακριτότητα 10 λεπτών, των μεταβλητών των οργανικών και των μεταβλητών των ανόργανων. Το μοντέλο εφαρμόστηκε σε μια ετήσια βάση δεδομένων (Οκτώβρης 2017-Νοέμβρης 2018) στον περιαστικό σταθμό DEM στο ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος, πρώτα ακολουθώντας την κλασική μεθοδολογία όπου εισάγονται στο μοντέλο μόνο οι μεταβλητές των οργανικών, και έπειτα ακολουθώντας τη νέα μεθοδολογία που περιλαμβάνει όλες τις μεταβλητές (οργανικών και ανόγρανων συστατικών). Στο Σχήμα 1 φαίνονται τα προφίλ του κάθε παράγοντα οργανικών, οι χρονικές διακυμάνσεις τους, καθώς και οι ημερήσιες διακυμάνσεις του για κάθε εποχή. Αντίστοιχα, τα ίδια περιλαμβάνονται στο Σχήμα 2 για τη συνδυασμένη λύση. Οι παράγοντες που ανακτήθηκαν από το πρώτο μοντέλο ήταν 5: Οι 3 πηγές αφορούσαν πρωτογενή σωματίδια, κυρίως οργανικής σύστασης, με φάσματα μάζας που αντιστοιχούν σε Hydrocarbon-related Organic Aerosol (HOA) από οχήματα μεταφοράς, Cooking Organic Aerosol (COA) και Biomass Burning Organic Aerosol (BBOA). Τα δύο τελευταία φάσματα μάζας ονομάζονται More Oxidized Oxygenated Organic Aerosol (MO-OOA) και Less Oxidized Oxygenated Organic Aerosol (LO-OOA), δηλαδή περισσότερο και λιγότερο οξειδωμένα οργανικά αερολύματα με βάση το κλάσμα της μεταβλητής στη θέση 44 του οργανικού μέρους, η οποία είναι αντιπροσωπευτική για τον βαθμό οξείδωσης του εκάστοτε αερολύματος. Η συνδυασμένη λύση απέδωσε δύο ακόμα φάσματα μάζας που περιγράφονταν από ανόργανης φύσης σωματίδια, θειικό αμμώνιο και νιτρικό αμμώνιο (AmSul & AmNi). Επιπλέον, οι παράγοντες δευτερογενών οργανικών σωματιδίων δεν αποτελούνται μόνο από οργανικά συστατικά, αλλά περιλάμβαναν ένα μίγμα οργανικών και ανόργανων. Έτσι ονομάστηκαν Less Oxidized Aerosol (LOA) και More Oxidized Aerosol (MOA). Τα LOA κυρίως είχαν σημαντική συνεισφορά ανόργανων και διαφορετική αναλογία οργανικών-ανόργανων ανά εποχή. Πιο συγκεκριμένα, στο Σχήμα 3 παρουσιάζεται η συνεισφορά κάθε συστατικού της ατμόσφαιρας στα δύο οξειδωμένα αερολύματα για κάθε εποχή. Όπως φαίνεται, τα ΜΟΑ έχουν σταθερή σύσταση με κύριο είδος τα οργανικά. Τα LOA, ωστόσο, παρουσιάζουν μια διακύμανση ανά εποχή. Μία ακόμη ενδιαφέρουσα παρατήρηση των αποτελεσμάτων αυτών αφορά τον σχηματισμό του νιτρικού αμμωνίου και της ημερήσιας διακύμανσης του. Σύμφωνα με τη θεωρία και την αντίδραση (2):NH3 (g) + HNO3 (g) -> NH4NO3 (s) Eξ.2 όταν η σχετική υγρασία του ατμοσφαιρικού αέρα είναι πάνω από τη σχετική υγρασία υγροποίησης του νιτρικού αμμωνίου (DRH= 62%), τότε ευνοείται ο σχηματισμός νιτρικού αμμωνίου. Ωστόσο, όταν η σχετική υγρασία είναι κάτω από αυτή την τιμή, η αντίδραση της εξ. 2 ευνοείται προς την αριστερή μεριά κι έτσι το νιτρικό αμμώνιο διακυμαίνεται αντιστρόφως ανάλογα με τη θερμοκρασία. Οι δύο ανακτηθείσες λύσεις (παραγοντοποίηση του οργανικού κλάσματος και παραγοντοποίηση του συνόλου των οργανικών και ανόργανων NR στοιχείων) συγκρίθηκαν ως προς την αβεβαιότητα κάθε παράγοντα, υπολογισμένη εδώ ως τον λόγο του εύρους της συγκέντρωσης του μεταξύ 75th και 25th percentile προς τη διάμεση συγκέντρωση του κάθε παράγοντα. Όπως φαίνεται στον Πίνακα 2, η λύση με τον συνδυασμό των NRS έδειξε συνολικά χαμηλότερη αβεβαιότητα κι έτσι η εφαρμογή της προτείνεται ως ένας τρόπος να αποκτηθεί μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τις πηγές του συνόλου των συστατικών του κλάσματος PM1. Η δεύτερη μελέτη του διδακτορικού αφορούσε μετρήσεις υποβάθρου σε μεγάλο υψόμετρο, όπου οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ σωματιδίων και νεφών μπορούν να μελετηθούν. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές είναι ένας από τους παράγοντες που δημιουργούν τη μεγαλύτερη αβεβαιότητα στα μοντέλα που περιγράφουν το κλίμα. Ο σταθμός μετρήσεων της μελέτης αυτής ήταν ο Helmos Hellenic Atmospheric Aerosol and Climate Change (HAC)2 του Δημοκρίτου, που βρίσκεται στην κορυφή του όρους Χελμός, στα 2314 m a.s.l. και έτσι είναι αντιπροσωπευτικός της ρύπανσης υποβάθρου της Ανατολικής Μεσογείου. Η εντατική καμπάνια CALISHTO (Cloud-AerosoL InteractionS in the Helmos Background TropOsphere) (https://calishto.panacea-ri.gr/) έλαβε χώρα το φθινόπωρο του 2021 με στόχο τη μελέτη των αλληλεπιδράσεων των αερολυμάτων με τα νέφη, μέσω μιας μεγάλης λίστας οργάνων. Το όργανο ToF-ACSM παρέμεινε εκεί για real-time μετρήσεις της χημικής σύστασης των ατμοσφαιρικών σωματιδίων όλον τον χρόνο (Σεπτέμβρης 2021-Σεπτέμβρης 2022). Έτσι μελετήθηκε η χημική σύσταση των αερολυμάτων σε μεγάλο υψόμετρο, όπου συχνά η δειγματοληψία λαμβάνει χώρα στην ελεύθερη τροπόσφαιρα (ΕΤ), εκτός του ατμοσφαιρικού οριακού στρώματος (ΑΟΣ), καθώς και οι εποχιακές διακυμάνσεις της σύστασης της ατμόσφαιρας. Επιπλέον, το συνδυασμένο μοντέλο PMF εφαρμόστηκε πάλι και ανακτήθηκαν 5 παράγοντες για το κλάσμα PM1 του αερολύματος στον σταθμό (HAC)2. Για τον καθορισμό του ύψους του ΑΟΣ και τη διάκριση των αέριων μαζών ως ΑΟΣ ή ΕΤ, χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές τηλεπισκόπησης, όπως το wind Doppler lidar HALO, αλλά και μια σειρά από ιδιότητες-κλειδιά που μετρούνταν στον σταθμό σε πραγματικές συνθήκες που επέτρεψαν αυτόν τον διαχωρισμό ελλείψει δεδομένων τηλεπισκόπησης. Πιο συγκεκριμένα, το HALO που δίνει την κατακόρυφη κατανομή της ταχύτητας του ανέμου, ήταν εγκατεστημένο στο προσωρινό σταθμό “Βαθιά Λάκκα” στα 500 m κάτω από τον σταθμό (HAC)2. Έτσι ανακτήθηκε το ύψος του ΑΟΣ. Τα δεδομένα-κλειδιά που χρησιμοποιήθηκαν ως υποκατάστατο του HALO ήταν ο λόγος eBC/CO με κατώτατο όριο για την ΕΤ 0.5, ο συνολικός αριθμός των σωματιδίων στο accumulation mode με όριο 100 #/cm3 και τέλος, το water vapor mixing ratio με όριο 3.2 g/kg (Σχήμα 4). Τέλος, μία ακόμη συνθήκη που μελετήθηκε ήταν η παρουσία νεφών στον σταθμό κατά τη διάρκεια της δειγματοληψίας, η οποία εξακριβώθηκε από μετρήσεις του Liquid Water Content (LWC). Επίσης για τις περιόδους όπου οι μετρήσεις λάμβαναν χώρα εντός νεφών, επιτεύχθηκε η διάκριση των αερολυμάτων σε activated droplets (σωματίδια που έχουν μετατραπεί σε νεφοσταγονίδια) και residual aerosol (μη ενεργοποιημένα σωματίδια), εφαρμόζοντας την “virtual filtering” τεχνική (Foskinis et al., 2024). Η αναγνώριση των πηγών των αερολυμάτων έγινε με ανάλυση PMF, διαχωρίζοντας τα σε πέντε παράγοντες που περιελάβαν τα οργανικά πρωτογενή αερολύματα (POA), το νιτρικό και θειικό αμμώνιο (AmNi και AmSul, αντίστοιχα) και δύο παράγοντες δευτερογενών οργανικών αερολυμάτων (LOA και MOA). Σχετικά με την εντατική φθινοπωρινή καμπάνια CALISHTO, τα αποτελέσματα έδειξαν πως τα οργανικά ήταν το κυρίαρχο είδος, κυρίως τον Σεπτέμβριο λόγω μεγαλύτερης έκθεσης του σταθμού στο ΑΟΣ, ενώ τον Οκτώβριο και Νοέμβριο τα θειικά αυξήθηκαν σε αναλογία. Παρατηρήθηκε ακόμα πως κατά τις περιόδους με νέφη, τα θειικά ιόντα ήταν εκείνα με τα υψηλότερα ποσοστά ενεργοποίησης σε νεφοσταγονίδια (activation rate 84 %) (Σχήμα 5). Κατά τον ετήσιο κύκλο, τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντική εποχιακή διακύμανση, με τις συγκεντρώσεις οργανικών να αποκτούν μέγιστες τιμές κατά τη θερινή περίοδο, ενώ συνολικά τα PM1 ήταν δέκα φορές υψηλότερα σε σχέση με τον χειμώνα, ως αποτέλεσμα της αύξησης του ύψους του ΑΟΣ και της μείωσης εμφάνισης νεφών. Ο παράγοντας AmNi, ωστόσο, παρουσίασε αντίθετη τάση, αυξανόμενος τον χειμώνα λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών. Σχετικά με τον διαχωρισμό των αερολυμάτων σε περιόδους όπου αντιπροσωπεύουν αερολύματα από το ΑΟΣ ή από την ΕΤ, ένα σημαντικό εύρημα αποτελεί η αύξηση του ποσοστού του αερολύματος που προέρχεται από μαύρο άνθρακα κατά τη φθινοπωρινή περίοδο και όταν τα αερολύματα ήταν αντιπροσωπευτικά της ΕΤ. Αυτό είναι ένα εύρημα με πιθανό μεγάλο αντίκτυπο για το κλίμα, καθώς ο μαύρος άνθρακας είναι ένα συστατικό με έντονη απορρόφηση της ηλιακής ακτινοβολίας. Στις περιόδους όπου οι μετρήσεις διεξάγονταν παρουσία νεφών κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, της άνοιξης και του καλοκαιριού, παρατηρήθηκε πως οι συγκεντρώσεις όλων των σωματιδίων μειώνονταν σε σχέση με τις συνθήκες εκτός νεφών. Ωστόσο, τον χειμώνα, η διαδικασία αυτή είναι πιο περίπλοκη λόγω του διαφορετικού τρόπου σχηματισμού των νεφών, με αποτέλεσμα ίδιες ή και υψηλότερες συγκεντρώσεις κατά τις περιόδους με νέφη (Σχήμα 6). Οι παράγοντες που παρουσίασαν στατιστικά σημαντική αύξηση εντός νεφών κατά τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου ήταν το POA και το AmSul εντός ΑΟΣ, και το AmNi και το ΜΟΑ εντός ΕΤ. Τέλος, η προέλευση της αέριας μάζας έδειξε να επηρεάζει σημαντικά τις συγκεντρώσεις και την απόλυτη συνεισφορά των PM1. Οι αέριες μάζες από την ηπειρωτική Ευρώπη (κυρίως Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη) συνδέθηκαν με υψηλότερα επίπεδα ρύπων, ενώ οι αέριες μάζες από τη Βόρεια Αφρική έδειξαν μεγαλύτερα ποσοστά θειικών ιόντων και μαύρου άνθρακα. Η τελευταία μελέτη του διδακτορικού αφορούσε την αξιολόγηση ενός νέου φασματόμετρου μάζας (ToF-MS) σε εργαστηριακές συνθήκες, αλλά και μέσω μετρήσεων πεδίου. Το νέο όργανο χρησιμοποιεί χαμηλής θερμοκρασίας πλάσμα για τον ιονισμό των VOCs. Ιονισμός λαμβάνει χώρα παράλληλα και από ιόντα που βρίσκονται στο σύστημα, όπως NO+ και O2+. Το όργανο έχει υψηλή διακριτότητα ίση με 20.000 fwhm στο m/z 250. Σημαντική γραμμική συσχέτιση στο εύρος συγκεντρώσεων ppb (R2>0.99) βρέθηκε κατά τη διάρκεια βαθμονόμησης του οργάνου για 12 VOCs (Acrolein, a-pinene, benzene, chlorobenzene, dichlorobenzene, ethylmethylketone, isoprene, methacrolein, o-xylene and toluene), ενώ χαμηλά όρια ανίχνευσης που έφτασαν τα 1.4 ppt για ενώσεις όπως το βενζόλιο ανιχνεύθηκαν παράλληλα (Σχήμα 7). Για τη μελέτη του μοτίβου του fragmentation του οργάνου (η διάσπαση της υπό μέτρηση ένωσης κατά τη διάρκεια του ιονισμού), έλαβαν χώρα πειράματα σε θάλαμο προσομοίωσης όπου μελετήθηκε η οζονόλυση τριών σεσκιτερπενίων (β-caryophyllene, α-humulene, και δ-cadinene), που έχουν ίδια μάζα και τρόπο ιονισμού, αλλά διαφορετικό μοτίβο fragmentation. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά για το νέο φασματόμετρο, που ανίχνευσε τις πρόδρομες ενώσεις, τα αναμενόμενα θραύσματα τους που επαληθεύθηκαν από online βιβλιοθήκες, καθώς και τα αναμενόμενα προϊόντα της οξείδωσης τους από το όζον. Τέλος, μετρήσεις με το νέο φασματόμετρο έλαβαν χώρα στο πεδίο σε πραγματικό χρόνο. Οι μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν στον σταθμό του Δημόκριτου στην Αγία Παρασκευή (DEM Athens) παράλληλα με άλλα όργανα (ACSM-ToF, Aethalometer AE33 και NOx και O3 analyzers) για αξιολόγηση της απόδοσης του. Η ανάλυση εστίασε στην ανίχνευση των BTX (benzene, toluene & xylene). Στο Σχήμα 8 φαίνονται οι ημερήσιες διακυμάνσεις των ανιχνευμένων από το νέο φασματόμετρο ενώσεων με εξωτερικά δεδομένα (παράγοντες του PMF για τα οργανικά σωματίδια, κλάσματα του μαύρου άνθρακα που σχετίζονται με την καύση βιομάζας (eBCbb) και την καύση ορυκτών καυσίμων (eBCff) και NOx). Όπως φαίνεται, το toluene συμφωνεί με δείκτες που συνδέονται με κίνηση οχημάτων (HOA, eBCff και NOx), ενώ το benzene ακολουθεί μόνο την πρωινή ώρα αιχμής και έπειτα δεν αυξάνεται ξανά το απόγευμα, σε συμφωνία με προηγούμενες δημοσιεύσεις που προτείνουν πως το benzene υπόκεινται σε σημαντικότερη ατμοσφαιρική αραίωση σε σχέση με το toluene, και έτσι δεν παρουσιάζει ίδια διακύμανση στην ημέρα. Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι το νέο ToF-MS είναι αξιόπιστο για μετρήσεις VOCs σε πραγματικό χρόνο και σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Στα μελλοντικά βήματα περιλαμβάνεται η περαιτέρω ανάπτυξη του λογισμικού του οργάνου για πιο αυτοματοποιημένες μετρήσεις καθώς και η μελέτη περισσότερων VOCs σε μετρήσεις πεδίου και ο επιμερισμός των πηγών τους.
περισσότερα

Περίληψη σε άλλη γλώσσα

Ambient aerosols are defined as solid or liquid particles suspended in the air. The impact of air pollution on both the human health and the environment has been well established and studies in these fields are increasingly crucial. Epidemiological studies have linked air pollution to cardiovascular and respiratory diseases. These particles can be either primary (directly emitted from a source) or secondary (formed through reactions involving pre-existing particles or by converting gases into particles). Based on their size, aerosols are categorized as PM1, PM2.5, and PM10, corresponding to diameters up to 1, 2.5, and 10 micrometers, respectively. Depending on their diameter, airborne particles can penetrate various depths of the respiratory system; larger particles reach the upper respiratory tract, while smaller particles (up to 0.1 micrometers in diameter) can penetrate the alveoli and enter the bloodstream. Concerning their environmental impact, airborne particles influence climate ...
περισσότερα
Η διατριβή είναι δεσμευμένη από τον συγγραφέα  (μέχρι και: 6/2027)
DOI
10.12681/eadd/58255
Διεύθυνση Handle
http://hdl.handle.net/10442/hedi/58255
ND
58255
Εναλλακτικός τίτλος
Characterization of the sources and processes of ambient particulate matter with high-end mass spectrometry
Συγγραφέας
Ζωγράφου, Όλγα (Πατρώνυμο: Νικόλαος)
Ημερομηνία
2024
Ίδρυμα
Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ). Σχολή Χημικών Μηχανικών. Τομέας Χημικών Επιστημών. Εργαστήριο Ανόργανης και Αναλυτικής Χημείας
Εξεταστική επιτροπή
Τσόπελας Φώτιος
Ρεμουντάκη Εμμανουέλα
Ελευθεριάδης Κωνσταντίνος
Καβουσανάκης Μιχαήλ
Παπαγιάννης Αλέξανδρος
Πανδής Σπύρος
Νένες Αθανάσιος
Επιστημονικό πεδίο
Φυσικές ΕπιστήμεςΧημεία ➨ Χημεία, άλλοι τομείς
Λέξεις-κλειδιά
Ατμοσφαιρικά αερολύματα; Ατμοσφαιρική χημεία; Φασματοσκοπία μάζας χρόνου πτήσης; Φασματοσκοπία μάζας αντίδρασης μεταφοράς πρωτονίων; Σταθμός υποβάθρου; Θετική παραγοντοποίηση πινάκων
Χώρα
Ελλάδα
Γλώσσα
Αγγλικά
Άλλα στοιχεία
εικ., πιν., χαρτ., σχημ., γραφ.
Στατιστικά χρήσης
ΠΡΟΒΟΛΕΣ
Αφορά στις μοναδικές επισκέψεις της διδακτορικής διατριβής για την χρονική περίοδο 07/2018 - 07/2023.
Πηγή: Google Analytics.
ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑΤΑ
Αφορά στο άνοιγμα του online αναγνώστη για την χρονική περίοδο 07/2018 - 07/2023.
Πηγή: Google Analytics.
ΜΕΤΑΦΟΡΤΩΣΕΙΣ
Αφορά στο σύνολο των μεταφορτώσων του αρχείου της διδακτορικής διατριβής.
Πηγή: Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών.
ΧΡΗΣΤΕΣ
Αφορά στους συνδεδεμένους στο σύστημα χρήστες οι οποίοι έχουν αλληλεπιδράσει με τη διδακτορική διατριβή. Ως επί το πλείστον, αφορά τις μεταφορτώσεις.
Πηγή: Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών.