Περίληψη
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει, αρχικά, τη συσχέτιση του πληροφοριακού περιεχομένου των εταιρικών λογιστικών γνωστοποιήσεων με την απόδοση της επιχείρησης και την πολιτική ρευστότητας και, δεύτερον, αξιολογεί την αποτελεσματικότητα δύο σημαντικών κανονισμών όσον αφορά τη βελτίωση της ποιότητας της πληροφορίας των λογιστικών γνωστοποιήσεων (του Νόμου Sarbanes-Oxley και της εντολής XBRL). Για την ανάλυση των λογιστικών γνωστοποιήσεων, εφαρμόστηκε μια αλγοριθμική προσέγγιση στη γλώσσα προγραμματισμού Python και, συγκεκριμένα, η μέθοδος του λεξικού που προτείνουν οι Loughran και McDonald (Loughran και McDonald, 2011). Η βάση δεδομένων που δημιουργήθηκε μετά την εφαρμογή της ανάλυσης του κειμένου των ετήσιων αμερικανικών οικονομικών εκθέσεων (10-Ks) συγχωνεύθηκε με τη βάση δεδομένων που περιείχε χρηματοοικονομικά δεδομένα από την Compustat. Επιπλέον, το λογισμικό Stata χρησιμοποιήθηκε για τις αναλύσεις παλινδρόμησης της παρούσας διδακτορικής διατριβής. Η παρούσα διατριβή περιλαμβάν ...
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει, αρχικά, τη συσχέτιση του πληροφοριακού περιεχομένου των εταιρικών λογιστικών γνωστοποιήσεων με την απόδοση της επιχείρησης και την πολιτική ρευστότητας και, δεύτερον, αξιολογεί την αποτελεσματικότητα δύο σημαντικών κανονισμών όσον αφορά τη βελτίωση της ποιότητας της πληροφορίας των λογιστικών γνωστοποιήσεων (του Νόμου Sarbanes-Oxley και της εντολής XBRL). Για την ανάλυση των λογιστικών γνωστοποιήσεων, εφαρμόστηκε μια αλγοριθμική προσέγγιση στη γλώσσα προγραμματισμού Python και, συγκεκριμένα, η μέθοδος του λεξικού που προτείνουν οι Loughran και McDonald (Loughran και McDonald, 2011). Η βάση δεδομένων που δημιουργήθηκε μετά την εφαρμογή της ανάλυσης του κειμένου των ετήσιων αμερικανικών οικονομικών εκθέσεων (10-Ks) συγχωνεύθηκε με τη βάση δεδομένων που περιείχε χρηματοοικονομικά δεδομένα από την Compustat. Επιπλέον, το λογισμικό Stata χρησιμοποιήθηκε για τις αναλύσεις παλινδρόμησης της παρούσας διδακτορικής διατριβής. Η παρούσα διατριβή περιλαμβάνει τρία κεφάλαια που αποτελούνται από τρεις πυλώνες εμπειρικής έρευνας στον τομέα της ανάλυσης κειμένου των λογιστικών γνωστοποιήσεων. Το πρώτο κεφάλαιο έχει τίτλο: «Ανάλυση κειμένου των λογιστικών γνωστοποιήσεων και απόδοση της επιχείρησης», το δεύτερο κεφάλαιο έχει τίτλο: «Ανάλυση κειμένου των λογιστικών γνωστοποιήσεων και ρευστότητα της επιχείρησης», και το τρίτο κεφάλαιο έχει τίτλο: «Λογιστικές γνωστοποιήσεις, κανονισμοί και απόδοση της επιχείρησης». Το πρώτο κεφάλαιο (Ανάλυση κειμένου των λογιστικών γνωστοποιήσεων και απόδοση της επιχείρησης) αποτελείται από δύο αυτοτελή δοκίμια: Το πρώτο δοκίμιο: «Πολυπλοκότητα των λογιστικών γνωστοποιήσεων, ασάφεια του τόνου και απόδοση της επιχείρησης: Ανάλυση κειμένου της αναγνωσιμότητας των ετήσιων οικονομικών εκθέσεων των ΗΠΑ» και το δεύτερο δοκίμιο: «Ο τόνος του manager στις λογιστικές γνωστοποιήσεις και η απόδοση της επιχείρησης». Το πρώτο δοκίμιο εξετάζει τη σχέση μεταξύ της αναγνωσιμότητας και της ασάφειας του τόνου των ετήσιων οικονομικών εκθέσεων και της απόδοσης των αμερικανικών επιχειρήσεων. Εξετάζονται οι ακόλουθες υποθέσεις: α) εάν οι managers προσπαθούν να αποκρύψουν τη λιγότερο ικανοποιητική απόδοση αποκαλύπτοντας πολύπλοκες λογιστικές πληροφορίες και β) εάν οιmanagers χρησιμοποιούν αβέβαιο τόνο για να συσκοτίσουν τις αρνητικές πληροφορίες. Συγκεκριμένα, εξετάζεται η σχέση μεταξύ της αναγνωσιμότητας των οικονομικών εκθέσεων και της απόδοσης της επιχείρησης. Επιπλέον, ελέγχεται ο αντίκτυπος της κακής απόδοσης της επιχείρησης στη χρήση αβέβαιου τόνου. Η μέθοδος του λεξικού χρησιμοποιείται για την ανάλυση κειμένου ώστε να μετρηθεί η αναγνωσιμότητα και η ασάφεια του τόνου των οικονομικών εκθέσεων. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης του κειμένου των οικονομικών εκθέσεων συνδυάζονται με τα χρηματοοικονομικά στοιχεία των αμερικανικών επιχειρήσεων. Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης δείχνουν ότι οι managers των επιχειρήσεων τείνουν να δημοσιοποιούν λιγότερο ευανάγνωστες οικονομικές εκθέσεις με ασαφείς πληροφορίες για να αποκρύψουν την αρνητική απόδοση. Το δεύτερο δοκίμιο (Ο τόνος του manager στις λογιστικές γνωστοποιήσεις και η απόδοση της επιχείρησης) διερευνά τη σχέση μεταξύ του τόνου του manager στις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις και της απόδοσης της επιχείρησης. Συγκεκριμένα, εξετάζονται οι ακόλουθες σχέσεις: η επίδραση της απόδοσης της επιχείρησης στον τόνο των ετήσιων οικονομικών εκθέσεων, η σχέση της απόδοσης της επιχείρησης με την απόφαση των managers να χρησιμοποιούν θετικές, αρνητικές, αβέβαιες λέξεις καθώς και λέξεις που υποδηλώνουν νομικό κίνδυνο στις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις και η επίδραση του θετικού, αρνητικού, αβέβαιου τόνου και του τόνου που δηλώνει νομικό κίνδυνο των οικονομικών εκθέσεων στην απόδοση της επιχείρησης. Το δείγμα αποτελείται από ετήσιες οικονομικές εκθέσεις (10-Ks) αμερικανικών εταιρειών. Τα χρηματοοικονομικά δεδομένα προέρχονται από τη συγχωνευμένη ετήσια βάση δεδομένων Compustat/Center forResearch in Security Prices (CRSP). Η μέθοδος του λεξικού χρησιμοποιείται για την επεξεργασία των πληροφοριών του κειμένου των λογιστικών γνωστοποιήσεων. Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης υποδηλώνουν ότι η απόδοση της επιχείρησης και ο τόνος των λογιστικών γνωστοποιήσεων έχουν σημαντική σχέση. Επιπλέον, τα χαρακτηριστικά του κειμένου των ετήσιων οικονομικών εκθέσεων έχουν στατιστικά σημαντική επίδραση στην απόδοση της εταιρείας. Εξετάζεται επίσης η αντίστροφη σχέση και τα εμπειρικά αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η απόδοση της επιχείρησης έχει σημαντική επίδραση στην επιλογή των managers σε σχέση με τις θετικές, αρνητικές, αβέβαιες λέξεις καθώς και τις λέξεις που δηλώνουν νομικό κίνδυνο στις λογιστικές γνωστοποιήσεις. Το δεύτερο κεφάλαιο (Ανάλυση κειμένου των λογιστικών γνωστοποιήσεων και ρευστότητα της επιχείρησης) αποτελείται από δύο ανεξάρτητα δοκίμια. Το θέμα του πρώτου δοκιμίου είναι: «Τόνος, πολυπλοκότητα και ασάφεια των λογιστικών γνωστοποιήσεων και εταιρική ρευστότητα» και το δεύτερο δοκίμιο επικεντρώνεται στον: «Αντίκτυπο του κινδύνου δικαστικής διαμάχης στην εταιρική χρηματοοικονομική πολιτική». Σκοπός της πρώτης εργασίας είναι να διερευνήσει πρώτον, τη σχέση μεταξύ της εταιρικής ρευστότητας και των πληροφοριών του κειμένου που περιλαμβάνεται στις λογιστικές γνωστοποιήσεις των εταιρειών των ΗΠΑ και δεύτερον, να εξετάσει αν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της πολυπλοκότητας των ετήσιων οικονομικών εκθέσεων, καθώς και της ασάφειας του τόνου των managers και της πολιτικής διακράτησης μετρητών των επιχειρήσεων. Εξετάζονται οι ακόλουθες υποθέσεις: Πρώτον, κατά πόσον ο τόνος των λογιστικών γνωστοποιήσεων έχει αντίκτυπο στη ρευστότητα των επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, εξετάζονται ο νομικός κίνδυνος, το επίπεδο αυτοπεποίθησης, η πολυπλοκότητα και ο αισιόδοξος τόνος των ετήσιων οικονομικών εκθέσεων. Δεύτερον, κατά πόσον οι πιο σύνθετες πληροφορίες στις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις σχετίζονται με υψηλότερο επίπεδο διακράτησης μετρητών και, τρίτον, η σχέση των ασαφών εταιρικών γνωστοποιήσεων με το ποσό των μετρητών που αποφασίζουν να διακρατήσουν οι managers των επιχειρήσεων. Τα χρηματοοικονομικά δεδομένα ανακτώνται από τη συγχωνευμένη ετήσια βάση δεδομένων Compustat/Center for Research in Security Prices (CRSP)και χρησιμοποιούνται μαζί με δεδομένα από την ανάλυση κειμένου των λογιστικών γνωστοποιήσεων. Για την επεξεργασία των πληροφοριών του κειμένου υιοθετείται η μέθοδος του λεξικού των Loughran και McDonald (Loughran και McDonald, 2011). Τα εμπειρικά αποτελέσματα αυτής της εργασίας δείχνουν ότι τα μέτρα του τόνου των λογιστικών γνωστοποιήσεων που εξετάζονται στην παρούσα εργασία (ποσοστό θετικών λέξεων, λέξεων που δηλώνουν νομικό κίνδυνο, λέξεων που εκφράζουν την αυτοπεποίθηση των managers, καθώς και η πολυπλοκότητα των λογιστικών γνωστοποιήσεων) έχουν σημαντική σχέση με τη ρευστότητα των επιχειρήσεων. Επιπλέον, τα ευρήματα αποκαλύπτουν ότι οι managers που αποκαλύπτουν πιο σύνθετες και ασαφείς πληροφορίες στις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις τείνουν να συσσωρεύουν μετρητά. Το δεύτερο δοκίμιο του δεύτερου κεφαλαίου (Ο αντίκτυπος του κινδύνου δικαστικής διαμάχης στην εταιρική χρηματοοικονομική πολιτική) εξετάζει αν υπάρχει σχέση μεταξύ του νομικού κινδύνου και των ταμειακών διαθεσίμων της επιχείρησης. Το δείγμα αποτελείται από ετήσιες οικονομικές εκθέσεις αμερικανικών εταιρειών από το 1998 έως το 2017. Τα χρηματοοικονομικά δεδομένα από τη βάση δεδομένων Compustat/Center for Research in Security Prices (CRSP) συγχωνεύονται με τα δεδομένα από την ανάλυση κειμένου των λογιστικών γνωστοποιήσεων. Η παρούσα μελέτη εφαρμόζει τη μέθοδο του λεξικού των Loughran και McDonald για την επεξεργασία των πληροφοριών του κειμένου (Loughran και McDonald, 2011). Τα εμπειρικά αποτελέσματα αποκαλύπτουν ότι όταν οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο νομικό κίνδυνο, τείνουν να μειώνουν το επίπεδο των ταμειακών διαθεσίμων. Η απόφαση των managers να μειώσουν τα εταιρικά ταμειακά διαθέσιμα όταν αντιμετωπίζουν κίνδυνο δικαστικής διένεξης θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως μια προσπάθεια να μειώσουν την αξία της αξίωσης και, επιπλέον, να αποφύγουν να αποτελέσουν στόχο για μελλοντικούς ενάγοντες. Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης αποσκοπούν στο να εφοδιάσουν τους ερευνητές, τους managers, τους χρηματοοικονομικούς αναλυτές και τους επενδυτές με περαιτέρω γνώσεις, καθώς συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση και ανάλυση της πολιτικής των εταιρικών ταμειακών διαθεσίμων. Η παρούσα μελέτη προσθέτει εμπειρικά στοιχεία σε ένα ερευνητικό ερώτημα που δεν εξετάζεται ευρέως από τη βιβλιογραφία: τον αντίκτυπο του κινδύνου δικαστικής διαμάχης στην εταιρική χρηματοοικονομική πολιτική. Συμβάλλει σε δύο σημαντικά πεδία της βιβλιογραφίας: τη βιβλιογραφία σχετικά με τη διακράτηση μετρητών και τη βιβλιογραφία σχετικά με τον κίνδυνο δικαστικής διαμάχης. Επιπλέον, εμπλουτίζει τα μέτρα που χρησιμοποιούνται από την έρευνα στον τομέα της λογιστικής, εφαρμόζοντας τη μεθοδολογία ανάλυσης κειμένου των λογιστικών γνωστοποιήσεων. Τέλος, το τρίτο κεφάλαιο (Λογιστικές γνωστοποιήσεις, κανονισμοί και απόδοση της επιχείρησης) αποτελείται από δύο αυτοτελή δοκίμια. Το θέμα του πρώτου δοκιμίου είναι: «Ο αντίκτυπος του SOX στην πληροφοριακή αξία των εταιρικών οικονομικών εκθέσεων επανεξετάζεται: Ανάλυση των χαρακτηριστικών του κειμένου των λογιστικών γνωστοποιήσεων», και το δεύτερο δοκίμιο εξετάζει: «Τον αντίκτυπο της εντολής XBRL στην αναγνωσιμότητα των ετήσιων λογιστικών γνωστοποιήσεων των ΗΠΑ». Η πρώτη ερευνητική εργασία διερευνά κατά πόσον υπάρχει συστηματική αλλαγή στην πληροφοριακή αξία των ετήσιων οικονομικών εκθέσεων μετά τον Νόμο Sarbanes-Oxley και τους κανονισμούς της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ του 2003, αναλύοντας τα χαρακτηριστικά του κειμένου των λογιστικών γνωστοποιήσεων. Το δείγμα αποτελείται από ετήσιες οικονομικές εκθέσεις αμερικανικών εταιρειών από το 1998 έως το 2017. Τα χρηματοοικονομικά δεδομένα ανακτώνται από τη συγχωνευμένη βάση δεδομένων Compustat/Center for Research in Security Prices (CRSP) και αναλύονται μαζί με δεδομένα από την ανάλυση κειμένου των λογιστικών γνωστοποιήσεων. Τα εμπειρικά αποτελέσματα αποκαλύπτουν ότι, αν και η πληροφοριακή αξία του τόνου των λογιστικών γνωστοποιήσεων μειώθηκε μετά το 2003, τα πιο συγκεκριμένα μέτρα των χαρακτηριστικών του κειμένου που περιλαμβάνονται στις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις απέκτησαν μεγαλύτερη πληροφοριακή αξία μετά την καθιέρωση των κανονισμών. Η αξιολόγηση της ποιότητας της λογιστικής πληροφορίας μετά τον Νόμο SOX με πιο εξελιγμένα εργαλεία ανάλυσης κειμένου έχει ως στόχο να δώσει τη δυνατότητα βαθύτερης κατανόησης στους χρήστες των λογιστικών πληροφοριών - managers, επενδυτές, αναλυτές, ελεγκτές και υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Η παρούσα μελέτη συμπληρώνει και επικαιροποιεί τα εμπειρικά στοιχεία σχετικά με το ερευνητικό ερώτημα που αφορά την αποτελεσματικότητα του Νόμου Sarbanes-Oxley,εξετάζοντας τα χαρακτηριστικά του κειμένου των λογιστικών γνωστοποιήσεων. Υιοθετεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο ανάλυσης κειμένου, διευρύνοντας το φάσμα των μέτρων που χρησιμοποιούνται στη βιβλιογραφία. Το δεύτερο δοκίμιο (Ο αντίκτυπος της εντολής XBRL στην αναγνωσιμότητα των ετήσιων λογιστικών γνωστοποιήσεων των ΗΠΑ) αποσκοπεί στη διερεύνηση της αναγνωσιμότητας των ετήσιων οικονομικών εκθέσεων των επιχειρήσεων μετά την εφαρμογή της εντολής XBRL στην αμερικανική χρηματοοικονομική πληροφόρηση. Η εντολή XBRL υιοθετήθηκε σε τρεις διαφορετικές φάσεις. Αρχικά, η παρούσα ερευνητική εργασία επικεντρώνεται στην αρχική φάση αμέσως μετά την υιοθέτηση της και εξετάζονται οι επιπτώσεις της εντολής στην πρώτη ομάδα επιχειρήσεων που έπρεπε να χρησιμοποιήσουν την XBRL στις οικονομικές εκθέσεις τους. Επιπλέον, η μελέτη διερευνά τον αντίκτυπο της εντολής XBRL στην αναγνωσιμότητα των οικονομικών εκθέσεων των επιχειρήσεων μετά την περίοδο σταδιακής εφαρμογής. Η μέθοδος του λεξικού χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της αναγνωσιμότητας των λογιστικών γνωστοποιήσεων. Τα χρηματοοικονομικά δεδομένα και οι δείκτες αντλούνται από τη συγχωνευμένη ετήσια βάση δεδομένωνCompustat/Center for Research in Security Prices (CRSP). Τα αποτελέσματα αυτής της ερευνητικής εργασίας δείχνουν ότι η εντολή είχε σημαντικό αντίκτυπο στην αναγνωσιμότητα των λογιστικών γνωστοποιήσεων των επιχειρήσεων στην πρώτη φάση. Επιπλέον, η εντολή είχε μεγαλύτερο αντίκτυπο στην αναγνωσιμότητα των οικονομικών εκθέσεων με περισσότερες ποσοτικές γνωστοποιήσεις. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η XBRL είχε σημαντικό αντίκτυπο στις επιχειρήσεις και μετά την περίοδο σταδιακής εφαρμογής. Η παρούσα μελέτη συμβάλλει στην υπάρχουσα βιβλιογραφία, καθώς προεκτείνει την έρευνα σχετικά με τον αντίκτυπο της εντολής XBRL, η οποία είναι ένας πολύ σημαντικός κανονισμός σχετικά με τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση, στην αναγνωσιμότητα των λογιστικών γνωστοποιήσεων. Συγκεκριμένα, η παρούσα ερευνητική εργασία εξετάζει τη διαχρονική επίδραση αυτής της εντολής, καθώς διερευνά τον αντίκτυπο της εντολής XBRL όχι μόνο στις επιχειρήσεις που την υιοθέτησαν πρώτες, αλλά και σε όλες τις επιχειρήσεις που έπρεπε να την εφαρμόσουν μετά την αρχική φάση. Επιπλέον, η παρούσα μελέτη χρησιμοποιεί εναλλακτικά μέτρα αναγνωσιμότητας των ετήσιων οικονομικών εκθέσεων που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί στην προηγούμενη βιβλιογραφία για τη διερεύνηση αυτών των ερευνητικών ερωτημάτων, εξ όσων γνωρίζω. Τέλος, η επίδραση της παρούσας μελέτης είναι σημαντική για τους ερευνητές, τους managers, τους χρηματοοικονομικούς αναλυτές και τους επενδυτές, καθώς παρέχεται βαθύτερη κατανόηση του αντίκτυπου της εντολής αυτής στην ποιότητα και τη διαφάνεια της λογιστικής πληροφορίας.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
This dissertation examines initially the association of the information content of corporateaccounting disclosures with firm performance and liquidity policy, and secondly, it assesses the effectiveness of two important regulations on the enhancement of the information quality of accounting disclosures (the Sarbanes-Oxley Act and the XBRL mandate). For the analysis of accounting disclosures, an algorithmic approach in the Python programming language was implemented and, in specific, the dictionary method suggested by Loughran and McDonald (Loughran and McDonald, 2011). The database that was created after the implementationof textual analysis of U.S. annual reports (10-Ks) was merged with the database containing financial data from Compustat. Furthermore, Stata software was used for the regression analyses of this thesis. This thesis includes three chapters that consist of three pillars of empirical research in the field of textual analysis of accounting disclosures. The first chapter i ...
This dissertation examines initially the association of the information content of corporateaccounting disclosures with firm performance and liquidity policy, and secondly, it assesses the effectiveness of two important regulations on the enhancement of the information quality of accounting disclosures (the Sarbanes-Oxley Act and the XBRL mandate). For the analysis of accounting disclosures, an algorithmic approach in the Python programming language was implemented and, in specific, the dictionary method suggested by Loughran and McDonald (Loughran and McDonald, 2011). The database that was created after the implementationof textual analysis of U.S. annual reports (10-Ks) was merged with the database containing financial data from Compustat. Furthermore, Stata software was used for the regression analyses of this thesis. This thesis includes three chapters that consist of three pillars of empirical research in the field of textual analysis of accounting disclosures. The first chapter is: “Textual analysis of accounting disclosures and firm performance”, the second chapter is: “Textual analysis of accounting disclosures and firm liquidity”, and the third chapter is: “Accounting disclosures, regulation, and firm performance”. The first chapter (Textual analysis of accounting disclosures and firm performance) consists of two self-contained essays: The first essay is: “Complexity of accounting disclosures, tone ambiguity, and firm performance: Textual analysis of readability of U.S. annual reports”, and the second essay is: “Manager’s tone of accounting disclosures and firm performance”. The first essay examines the association between readability and tone ambiguity of firms’ annual reports and performance of U.S.companies. The following hypotheses are tested: a) whether managers try to hide poor performance by disclosing complex accounting information and b) whether managers use ambiguous tone to obfuscate negative information. Specifically, the relationship between readability of financial reports and firm performance is examined. Furthermore, the impact of poor performance on the use of uncertain and modal weak tone is tested. The dictionary method is used for textual analysis to measure readability and tone ambiguity of reports. The results of textual analysis of 10-Ks are combined with financial data of U.S. firms. The findings of this study indicate that managers tend to disclose less readable reports with vague information to overshadow negative performance. The second essay (Manager’s tone of accounting disclosures and firm performance) investigates the relationship between manager’s tone in annual reports and firm performance. Specifically, the following relationships are examined: the impact of firm performance on annual reports’ tone, the association of firm performance with the managers’ decision to use positive, negative, uncertain, and litigious words in annual reports, and the impact of positive, negative, uncertain, and litigious toneof 10-Ks on firm performance. The sample consists of annual reports (10-Ks) of U.S. companies. Financial data are retrieved from the merged Compustat/Center for Research in Security Prices (CRSP) annual database. The dictionary method is used to process textual information of accounting disclosures. The findings of this study suggest that firm performance and tone of 10-Ks are significantly related. Furthermore, textual attributes of annual reports have a statistically significant impact on company’s performance. The reverse relationship is also examined, and the empirical results suggest that firm performance has a significant effect on managers’ choice of positive, negative, uncertain, and litigious words in 10-Ks. The second chapter (Textual analysis of accounting disclosures and firm liquidity) consists of two independent essays. The subject of the first essay is: “Tone, complexity, and ambiguity of accounting disclosures and corporate liquidity”, and the second essay focuses on: “The impact of litigation risk on corporate financial policy”. The purpose of the first work is to shed light firstly on the association between corporate liquidity and textual information included in accounting disclosures of U.S. companies and secondly to examine whether there is an association between complexity of annual reports, as well as ambiguity of managers’ tone and firms’ cash holdings policy. The following hypotheses are tested: First, whether the tone of accounting disclosures has an impact on firm liquidity. Specifically, legal risk, level of confidence, complexity, and optimistic tone of annual reports are examined. Second, whether more complex information in annual reports is associated with a higher level of cash holdings, and third, the association of vague corporate disclosures with the amount of cash that managers hold. Financial data are retrieved from the merged Compustat/Center for Research in Security Prices (CRSP) annual database and used along with data from textual analysis of accounting disclosures. The dictionary method of Loughran and McDonald is adopted to process textual information (Loughran and McDonald, 2011). The empirical results of this work indicate that the measures of tone of accounting disclosures examined in this study (percentage of positive, litigious, modal weak, and modal moderate words, as well ascomplexity of 10-Ks) have a significant relation with firm liquidity. Moreover, the findings reveal that managers that disclose more complex and vague information in 10-Ks tend to hoard cash. The second essay of the second chapter (The impact of litigation risk on corporate financial policy) examines whether there is an association between litigious risk and firm’s cash holdings. The sample consists of annual reports of U.S. companies from 1998 to 2017. Financial data from the Compustat/Center for Research in Security Prices (CRSP) database are merged with data from textual analysis of accounting disclosures. This study implements the dictionary method of Loughran and McDonald to process textual information (Loughran and McDonald, 2011). The empirical results reveal that when firms face higher legal risk, they tend to decrease the level of cash holdings. Managers’ decision to decrease corporate cash holdings when dealing with litigation risk could be interpreted as an attempt to reduce the value of the claim and additionally, to avoid being a target to future plaintiffs. The results of this study aim to equip researchers, managers, financial analysts, and investors with further knowledge as they contribute to the better comprehension and analysis of the corporate cash holdings policy. This study adds empirical evidence to a research question that is not widely examined by the literature: the impact of litigation risk on corporate financial policy. It contributes to two important strands of literature: cash holdings literature and literature of litigation risk. In addition, it enriches the measures used by accounting research by applying the textual analysis methodology of accounting disclosures. Finally, the third chapter (Accounting disclosures, regulation, and firm performance) consists of two self-contained essays. The subject of the first essay is: “The impact of SOX on the informativeness of corporate reports revisited: An analysis of textual attributes of accounting disclosures”, and the second essay examines: “The impact of the XBRL mandate on readability of U.S. annual accounting disclosures”. The first research work investigates whether there is a systematic change in the informativeness of annual reports after the Sarbanes-Oxley Act and SEC regulations of 2003, analyzing the textual attributes of accounting disclosures. The sample consists of annual reports of U.S. companies from 1998 to 2017. Financial data are retrieved from the merged Compustat/Center for Research in Security Prices (CRSP) database and analyzed along with data from textual analysis of accounting disclosures. The empirical results reveal that although the informativeness of 10-Ks’ tone has decreased after 2003, more specific measures of textual information included in annual reports are more informative after the establishment of the regulations. The assessment of the quality of accounting information after the SOX Act with more sophisticated textual analysis tools aims to equip with deeper comprehension the users of accounting information - managers, investors, analysts, auditors, and policymakers. This study augments and updates the empirical evidence on the debatable research question concerning the effectiveness of the Sarbanes-Oxley Act, examining the textual attributes of 10-Ks. It adopts a comprehensive textual analysis framework, broadening the spectrum of measures that are used in the literature. The second essay (The impact of the XBRL mandate on readability of U.S. annual accounting disclosures) aims to investigate the readability of firms’ annual reports after the implementation of the XBRL mandate in U.S. financial reporting. XBRL was adopted in three different phases. First, this research work focuses on the initial phase right after the adoption, and the implications of the mandate in the first group of firms that had to use XBRL in their 10-Ks are examined. Furthermore, the study investigates the impact of the XBRL mandate on the readability of firms’ reports after the phase-in period. The dictionary method is used for measuring readability of accounting disclosures. Financial data and ratios are retrieved from the merged Compustat/Center for Research in Security Prices (CRSP) annual database. The results of this research work indicate that the mandate had a significant impact on the readability of accounting disclosures of firms in the first phase. Furthermore, the mandate had a greater impact on the readability of 10-Ks with more quantitative disclosures. The findings suggest that the XBRL had a significant impact on firms after the phase-in period as well. This study contributes to the existing literature as it extrapolates the research regarding the impact of the XBRL mandate, which is a very significant regulation concerning financial reporting, on readability of accounting disclosures. Specifically, this research work examines the longitudinal effect of this mandate as it investigates the impact of the XBRL not only on the first adopters but on all the firms that had to implement it after the initial phase. Moreover, this study uses alternative measures of readability of 10-Ks that have not been used in prior literature to investigate these research questions, as far as I know. Finally, the implications of this study are important for researchers, managers, financial analysts, and investors as they provide a deep insight into the impact of this mandate on the quality and transparency of accounting information.
περισσότερα