Περίληψη
Η παρούσα διδακτορική διατριβή με τίτλο «Ολοκληρωμένη Θαλάσσια Πολιτική ενόψει της Καλής Περιβαλλοντικής Κατάστασης (GES). Αποτελεσματική Διαχείριση και Βιωσιμότητα του Θαλάσσιου Περιβάλλοντος με βάση Βιογεωχημικούς Δείκτες» πρεσβεύει πρωτίστως την ανάγκη για ολοκληρωμένη και αποτελεσματική διαχείριση του θαλάσσιου και παράκτιου περιβάλλοντος και θεωρεί ως βασικό μέσο την ολοκληρωμένη εφαρμογή των σχετικών νομοθετικών σημείων και συγκεκριμένα την ευθυγράμμιση της Οδηγίας Πλαίσιο για τη Θαλάσσια Στρατηγική (ΟΠΘΣ) και της Οδηγίας για το Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό (ΟΘΧΣ).Για την προστασία του περιβάλλοντος και την αειφόρο χρήση των θαλάσσιων πόρων, η ΕΕ έχει αναπτύξει ένα αυστηρό περιβαλλοντικό ρυθμιστικό σύστημα που περιλαμβάνει περισσότερα από 200 νομοθετήματα και άλλες μορφές πολιτικής. Δεδομένης της πολυπλοκότητάς τους, έχει καταβληθεί μεγάλη προσπάθεια για τη διαχείριση του θαλάσσιου περιβάλλοντος με πιο ολιστικό τρόπο, με βάση την προσέγγιση του οικοσυστήματος, όπως αντικατοπτρίζ ...
Η παρούσα διδακτορική διατριβή με τίτλο «Ολοκληρωμένη Θαλάσσια Πολιτική ενόψει της Καλής Περιβαλλοντικής Κατάστασης (GES). Αποτελεσματική Διαχείριση και Βιωσιμότητα του Θαλάσσιου Περιβάλλοντος με βάση Βιογεωχημικούς Δείκτες» πρεσβεύει πρωτίστως την ανάγκη για ολοκληρωμένη και αποτελεσματική διαχείριση του θαλάσσιου και παράκτιου περιβάλλοντος και θεωρεί ως βασικό μέσο την ολοκληρωμένη εφαρμογή των σχετικών νομοθετικών σημείων και συγκεκριμένα την ευθυγράμμιση της Οδηγίας Πλαίσιο για τη Θαλάσσια Στρατηγική (ΟΠΘΣ) και της Οδηγίας για το Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό (ΟΘΧΣ).Για την προστασία του περιβάλλοντος και την αειφόρο χρήση των θαλάσσιων πόρων, η ΕΕ έχει αναπτύξει ένα αυστηρό περιβαλλοντικό ρυθμιστικό σύστημα που περιλαμβάνει περισσότερα από 200 νομοθετήματα και άλλες μορφές πολιτικής. Δεδομένης της πολυπλοκότητάς τους, έχει καταβληθεί μεγάλη προσπάθεια για τη διαχείριση του θαλάσσιου περιβάλλοντος με πιο ολιστικό τρόπο, με βάση την προσέγγιση του οικοσυστήματος, όπως αντικατοπτρίζεται στην Ολοκληρωμένη Θαλάσσια Πολιτική της ΕΕ.Για την κατανόηση της δυνατότητας συμπληρωματικής εφαρμογής των ΟΠΘΣ και ΟΘΧΣ καθώς και του βαθμού της συμβολής της ΟΠΘΣ στη διαδικασία του ΘΧΣ, η διατριβή διερευνά το επίπεδο εφαρμογής της ΟΠΘΣ στην Ελλάδα, αξιολογώντας την εφαρμογή του πρώτου και δεύτερου κύκλου της χρησιμοποιώντας βιογεωχημικούς δείκτες, δηλαδή τους περιγραφείς βιοποικιλότητας και ρυπογόνων ουσιών: Περιγραφέας 1 (βιοποικιλότητα), Περιγραφέας 4 (τροφικά πλέγματα), Περιγραφέας 6 (ακεραιότητα θαλάσσιου πυθμένα), Περιγραφέας 8 (ρυπογόνες ουσίες) και Περιγραφέας 9 (ρυπογόνες ουσίες στους θαλάσσιους οργανισμούς). Η ανάλυση διερεύνησε την ενσωμάτωση των κριτηρίων και δεικτών της Απόφασης 2010/477/ΕΕ που εφαρμόστηκαν για τον προσδιορισμό της επάρκειας της εφαρμογής της οδηγίας. Επιπλέον, διερευνήθηκε η συνοχή της οδηγίας μέσω συγκριτικής ανάλυσης που πραγματοποιήθηκε σε επίπεδο Μεσογείου για τα κράτη μέλη της ΕΕ.Η εν δυνάμει συνεισφορά της γνώσης της ΟΠΘΣ στην εφαρμογή της ΟΘΧΣ εξετάστηκε μέσω του δεύτερου κύκλου της ΟΠΘΣ, ενώ το όφελος από την ευθυγράμμιση των δύο διαδικασιών υποστηρίχθηκε από την ανάλυση των μέτρων. Η Διαδικασία Διαχείρισης Κινδύνων ISO 31010 εφαρμόστηκε στο πλαίσιο υλοποίησης της ΟΠΘΣ στην Ελλάδα, εστιάζοντας στα Προγράμματα Μέτρων των Περιγραφέων 6 και 8, για τη διερεύνηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, οι σχετικές με τους Περιγραφείς 6 και 8 πιέσεις και ανθρώπινες δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στο ελληνικό θαλάσσιο περιβάλλον προσδιορίστηκαν χρησιμοποιώντας την προσέγγιση έκθεσης-επίδρασης για την αξιολόγηση κινδύνων από ανθρώπινες δραστηριότητες σε εύρος οικοσυστήματος, ενώ εφαρμόστηκαν οι αναλύσεις Bow Tie και LOPA.Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν δυσκολίες στην αντιμετώπιση των περιγραφέων βιοποικιλότητας. Τα περιορισμένα δεδομένα καθώς και η απουσία συνθηκών αναφοράς και ορίων επέτρεψαν μόνο ποιοτικές προσεγγίσεις, οδηγώντας στην ανεπαρκή εφαρμογή της οδηγίας. Αντίθετα, για τους περιγραφείς ρυπογόνων ουσιών, τα πιο λεπτομερή δεδομένα και η χρήση ορίων επέτρεψαν ποσοτικές εκτιμήσεις της κατάστασης του θαλάσσιου περιβάλλοντος και, ως εκ τούτου, επιτεύχθηκε η εν μέρει επαρκής εφαρμογή της οδηγίας.Ο 2ος κύκλος της ΟΠΘΣ βασίστηκε σε πιο πρόσφατα δεδομένα λόγω της λειτουργίας του εθνικού προγράμματος παρακολούθησης της Οδηγίας Πλαίσιο για τα Ύδατα, το οποίο επέτρεψε πιο εκτενείς και ενημερωμένες αξιολογήσεις της κατάστασης του θαλάσσιου περιβάλλοντος, τόσο για τους περιγραφείς βιοποικιλότητας όσο και για των ρυπογόνων ουσιών. Οι περιγραφείς βιοποικιλότητας ενημερώνουν τον ΘΧΣ για την κατάσταση του ελληνικού θαλάσσιου περιβάλλοντος και του επιτρέπουν να αποφασίσει για τη διαθεσιμότητα και τη χρήση του θαλάσσιου χώρου, ενώ τα εκτεταμένα δεδομένα που παρέχονται από τους περιγραφείς ρύπων που υποδεικνύουν hot spots θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στον ΘΧΣ για το σχεδιασμό και τη ρύθμιση δραστηριοτήτων, ενσωματώνοντας τις απαιτήσεις της ΟΠΘΣ. Η ΟΠΘΣ παρέχει σημαντική γνώση και γεωγραφικά τοποθετημένες πληροφορίες που μπορούν να υποστηρίξουν πλήρως τα διάφορα βήματα της διαδικασίας του ΘΧΣ. Η έκταση αυτής της υποστήριξης εξαρτάται από την ένταση των δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα στο θαλάσσιο περιβάλλον. Είναι δυνατό να υποστηριχθεί περαιτέρω ότι όσο περισσότερα μέτρα θεσπίζονται για μια δραστηριότητα, τόσο μεγαλύτερη είναι η ένταση της δραστηριότητας και ο αντίκτυπός της, και επομένως τόσο υψηλότερη και πιθανώς μακροβιότερη είναι η ανάπτυξη του σχετικού τομέα ΘΧΣ.Όσον αφορά στον Περιγραφέα 6, επισημαίνεται η παρουσία σωρευτικών επιπτώσεων και των επιδράσεών τους, ενώ καταδεικνύεται ότι τα καθιερωμένα μέτρα πρόληψης δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικά στη διαχείριση των πιέσεων που δημιουργούνται από τις αντίστοιχες δραστηριότητες στους σχετικούς τομείς ΘΧΣ και στην ελάττωση της πιθανότητας να επηρεαστεί δυσμενώς η ακεραιότητα του θαλάσσιου πυθμένα. Κατά συνέπεια, τα υφιστάμενα μέτρα διαχείρισης δεν θεωρούνται αποτελεσματικά.Όσον αφορά στον Περιγραφέα 8, η εφαρμογή των θεσπισμένων μέτρων μπορεί να μειώσει την πιθανότητα των πιέσεων που προκαλούνται από τομεακές δραστηριότητες και να τις αντιμετωπίσει μεμονωμένα. Ωστόσο, τα μέτρα δεν έχουν τη δυνατότητα να μειώσουν τις σωρρευτικές πιέσεις. Συνεπώς, σε περιοχές όπου αυτές οι δραστηριότητες συνυπάρχουν και οι πιέσεις είναι ταυτόχρονες, όπως οι παράκτιες περιοχές, τα προτεινόμενα μέτρα δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικά. Επιπλέον, καθώς οι διασυνοριακές επιπτώσεις θέτουν προκλήσεις στην αποτελεσματικότητα των μέτρων στη διαχείριση των πιέσεων και των επιπτώσεών τους, πρέπει να θεσπιστούν μέτρα σε υποπεριφερειακό επίπεδο για την αντιμετώπιση των διασυνοριακών προκλήσεων.
περισσότερα
Περίληψη σε άλλη γλώσσα
The present doctoral thesis entitled “Integrated Marine Policy in view of Good Environmental Status (GES). Effective Management and Sustainability of the Marine Environment based on Biogeochemical Indicators” primarily advocates the necessity for integrated and effective management of the marine and coastal environment, and in doing so, it considers the integrated implementation of relevant legislation items as the main means, specifically the alignment of the Marine Strategy Framework Directive (MSFD) and the Maritime Spatial Planning Directive (MSPD).For the protection of the environment and sustainable use of marine resources, the EU has developed a rigorous environmental regulatory system including over 200 pieces of legislation and other forms of policy. Given their complexity, great effort has been made to manage the marine environment in a more holistic way based on the ecosystem approach as reflected in the EU’s overarching Integrated Maritime Policy.To comprehend the potential ...
The present doctoral thesis entitled “Integrated Marine Policy in view of Good Environmental Status (GES). Effective Management and Sustainability of the Marine Environment based on Biogeochemical Indicators” primarily advocates the necessity for integrated and effective management of the marine and coastal environment, and in doing so, it considers the integrated implementation of relevant legislation items as the main means, specifically the alignment of the Marine Strategy Framework Directive (MSFD) and the Maritime Spatial Planning Directive (MSPD).For the protection of the environment and sustainable use of marine resources, the EU has developed a rigorous environmental regulatory system including over 200 pieces of legislation and other forms of policy. Given their complexity, great effort has been made to manage the marine environment in a more holistic way based on the ecosystem approach as reflected in the EU’s overarching Integrated Maritime Policy.To comprehend the potential for complementary implementation of the MSFD and MSPD as well as the degree of the MSFD contribution to MSP process, the thesis investigates the level of MSFD implementation in Greece, assessing the implementation of the first and second MSFD cycles using biogeochemical indicators, i.e., the biodiversity and contaminants descriptors; Descriptor 1 (biodiversity), Descriptor 4 (food webs), Descriptor 6 (seafloor integrity), Descriptor 8 (contaminants), and Descriptor 9 (contaminants in seafood). The analysis investigated the integration of the Commission Decision 2010/477/EU criteria and indicators applied to determine the adequacy of the directive implementation. Additionally, the consistency of the directive was investigated through a comparative analysis performed at the Mediterranean level for EU MS.The potential contribution of MSFD knowledge to the MSPD implementation was examined through the second MSFD cycle, while the benefit of streamlining the two processes was supported by the analysis of measures. The ISO 31010 Risk Management Process was applied in the MSFD implementation context in Greece, focusing on the Programmes of Measures under Descriptors 6 and 8, to investigate the effectiveness of the measures. To achieve this goal, D6 and D8 relevant pressures and human activities present in the Greek marine environment were identified using anexposure-effect approach for evaluating ecosystem-wide risks from human activities, while the Bow Tie and LOPA analyses were applied.The results revealed difficulties in addressing Biodiversity Descriptors. Data limitations as well as the absence of reference conditions and threshold values could only enable qualitative approaches, leading to the inadequate implementation of the directive. In contrast, for the contaminants descriptors, more detailed data and the use of thresholds allowed for quantitative assessments of the status of the marine environment, and thus, a partially adequate implementation of the directive was achieved.The 2nd MSFD cycle was based on more recent data due to the operation of the national WFD Monitoring Programme, which enabled more extensive and up to date assessments of the status of the marine environment. Biodiversity descriptors inform MSP on the status of the Greek marine environment and allow MSP to decide upon the availability and use of marine space, whereas the extensive data provided by Contaminants Descriptors indicating hot spots should be considered in MSP to plan and regulate activities integrating the MSFD requirements. Τhe MSFD process provides robust knowledge and geographically positioned information that can fully support the various steps of the MSP process. Τhe extent of this support depends on the intensity of the activities taking place in the marine environment. It can be further supported that the more measures established for an activity, the higher the intensity of the activity and its impact, and therefore the higher and possibly longer standing the development of the related MSP sector.Concerning Descriptor 6, the presence of cumulative effects and impacts is highlighted, while it was demonstrated that the established prevention measures cannot be effective in managing the pressures generated by the respective activities across the relevant sectors and in reducing the likelihood of Seafloor integrity being adversely affected. Consequently, the existing management measures are not considered effective overall.Regarding Descriptor 8, the implementation of D8 measures can reduce the likelihood of the identified pressures generated by sectorial activities and address them individually. Nevertheless, the measures do not have the potential to reduce the collective pressures. Hence, in areas where these activities coexist and the pressures are concurrent, such as coastal areas, the suggested measures cannot be effective. Additionally, as transboundary effects can challenge the effectiveness of the measures to manage generated pressures and their impacts, measures need to be established at subregional level to face such transboundary challenges.
περισσότερα