Περίληψη
Σε άτομα με διαφορετική καθημερινή σωματική δραστηριότητα προσδιορίστηκαν στο πλάσμα του αίματος, μιάμιση ώρα μετά την έναρξη της οξείας μέγιστης επιτρεπόμενης κόπωσης, οι μεταβολές στη συγκέντρωση των παραγόντων της ινωδόλυσης t-PA και PAI-1. Χρησιμοποιήθηκαν 116 υγιείς εθελοντές (11 γυναίκες και 105 άνδρες), ηλικίας 25-63 ετών, που ταξινομήθηκαν σε τέσσερις ομάδες με μόνο κριτήριο την καθημερινή σωματική δραστηριότητά τους. Η ομάδα Α αποτελούνταν από 22 άτομα με έντονη καθημερινή ισοτονική άσκηση, η ομάδα Β από 59 άτομα με καθημερινή καθιστική ζωή, η ομάδα Γ από 19 άτομα με έντονη καθημερινή ισομετρική σωματική άσκηση και η ομάδα Δ από 16 άτομα με έντονη καθημερινή ισοτονική σωματική άσκηση, που όμως διακόπηκε τρεις μήνες πριν τη συμμετοχή τους στην έρευνα. Από κάθε εθελοντή έγιναν δύο δειγματοληψίες αίματος. η καθεμιά ανάμεσα στη 10η και στη 12η ώρα δύο συνεχόμενων 24ώρων. Στη διάρκεια του 5ώρου που προηγούνταν της αιμοληψίας, ο εθελοντής διατελούσε σε νηστεία, με εξαίρεση την ικαν ...
Σε άτομα με διαφορετική καθημερινή σωματική δραστηριότητα προσδιορίστηκαν στο πλάσμα του αίματος, μιάμιση ώρα μετά την έναρξη της οξείας μέγιστης επιτρεπόμενης κόπωσης, οι μεταβολές στη συγκέντρωση των παραγόντων της ινωδόλυσης t-PA και PAI-1. Χρησιμοποιήθηκαν 116 υγιείς εθελοντές (11 γυναίκες και 105 άνδρες), ηλικίας 25-63 ετών, που ταξινομήθηκαν σε τέσσερις ομάδες με μόνο κριτήριο την καθημερινή σωματική δραστηριότητά τους. Η ομάδα Α αποτελούνταν από 22 άτομα με έντονη καθημερινή ισοτονική άσκηση, η ομάδα Β από 59 άτομα με καθημερινή καθιστική ζωή, η ομάδα Γ από 19 άτομα με έντονη καθημερινή ισομετρική σωματική άσκηση και η ομάδα Δ από 16 άτομα με έντονη καθημερινή ισοτονική σωματική άσκηση, που όμως διακόπηκε τρεις μήνες πριν τη συμμετοχή τους στην έρευνα. Από κάθε εθελοντή έγιναν δύο δειγματοληψίες αίματος. η καθεμιά ανάμεσα στη 10η και στη 12η ώρα δύο συνεχόμενων 24ώρων. Στη διάρκεια του 5ώρου που προηγούνταν της αιμοληψίας, ο εθελοντής διατελούσε σε νηστεία, με εξαίρεση την ικανοποίηση ακόμα και της ελάχιστης δίψας. Στη διάρκεια του 3ωρου που προηγούνταν της αιμοληψίας το άτομο διατελούσε σε κατάσταση σωματικής ηρεμίας, με εξαίρεση τη διάρκεια της δοκιμασίας κόπωσης. Μιάμιση ώρα πριν τη δεύτερη αιμοληψία το άτομο υποβαλλόταν σε ελεγχόμενη δοκιμασία κόπωσης, όπως προβλέπεται από το πρωτόκολλο Bruce. Στο πλάσμα των παραπάνω δειγμάτων αίματος έγινε με την ανοσοενζυμική μέθοδο ELISA ποσοτικός προσδιορισμός του ενεργοποιητή του πλασμινογόνου ιστικού τύπου (t-PA) και του αδρανοποιητή του ενεργοποιητή του πλασμινογόνου τύπου 1 (PAI-1). Από τις παραπάνω τέσσερις ομάδες 21 άτομα, που βρέθηκαν να διαθέτουν PAI-1 περισσότερο από 50 ng/ml στο πλάσμα του αίματος της πρώτης δειγματοληψίας, εξαιρέθηκαν και αποτέλεσαν την ομάδα Ε. Τα αποτελέσματα της εργασίας αυτής δείχνουν ότι η ηλικία (έτη) των εθελοντών, η διάρκεια (min:sec) της δοκιμασίας κόπωσης και η συγκέντρωση (ng/ml πλάσματος αίματος) του ολικού t-PA και του ολικού PAI-1 22,5 ώρες πριν και 1,5 ώρα μετά την έναρξη της δοκιμασίας κόπωσης είχαν τις ακόλουθες αντίστοιχες τιμές (means±SEM) Ομάδα Α Ηλικία: 39±3, Κόπωση: 14:29±0:28, t-PA: 8,50±0,85 και 7,85±0,93 και PAI-1: 14,61±1,03 και 13,23±1,19. Ομάδα Β Ηλικία: 41±1, Κόπωση: 11:48±0:16, t-PA: 14,08±0,80 και 14,99±1,05 και PAI-1: 29,18±1,27 και 47,60±2,40. Ομάδα Γ Ηλικία: 35±2, Κόπωση: 12:00±0:33, t-PA: 11,31±1,20 και 14,68±1,31 και PAI-1: 27,99±1,77 και 34,34±3,27. Ομάδα Δ Ηλικία: 37±3, Κόπωση: 14:33±0:29, t-PA: 13,09±1,17 και 13,62±1,28 και PAI-1: 29,28±1,32 και 28,99±2,01. Ομάδα Ε Ηλικία: 33±1, Κόπωση: 11:20±0:27, t-PA: 12,94±1,05 και 15,25±1,33 και PAI-1: 59,99±1,09 και 38,57±2,99. Από τη στατιστική ανάλυση των παραπάνω αποτελεσμάτων προκύπτει ότι : Τόσο πριν, όσο κυρίως μετά τη δοκιμασία κόπωσης, η συγκέντρωση στο αίμα, τόσο του ολικού t-PA, όσο και του ολικού PAI-1 ήταν πολύ μικρότερη στην ομάδα Α σε σύγκριση προς τις άλλες ομάδες. Η διάρκεια της δοκιμασίας κόπωσης ήταν σημαντικά μεγαλύτερη στις ομάδες Α και Δ από εκείνη που παρατηρήθηκε στις ομάδες Β, Γ και Ε. Οι μεταβολές που προκάλεσε η δοκιμασία κόπωσης στη συγκέντρωση του t-PA ήταν σε όλες τις ομάδες και ηλικίες μη σημαντικές. Στη συγκέντρωση του PAI-1 η δοκιμασία κόπωσης δεν προκάλεσε σημαντικές μεταβολές στις ομάδες Α και Δ, ενώ προκάλεσε σημαντική αύξηση στην ομάδα Β, σημαντική πτώση στην ομάδα Ε και τάση αύξησης στην ομάδα Γ. Αναφορικά με την ηλικία, σημαντική μεταβολή (αύξηση) παρατηρήθηκε μόνο στα άτομα ηλικίας 41-55 ετών. Ανάμεσα στη διάρκεια της δοκιμασίας κόπωσης και τόσο στην ηλικία των εθελοντών, όσο και στη συγκέντρωση του PAI-1 υπήρχε αρνητική σχέση και ανάμεσα στη συγκέντρωση του t-PA και σε εκείνη του PAI-1 υπήρχε θετική σχέση. Το κυριότερο συμπέρασμα που προκύπτει από τα παραπάνω είναι ότι, στα άτομα που καθημερινά ασκούνται ισοτονικά, σε αντίθεση με αυτά που διάγουν καθιστική ζωή ή ασκούνται ισομετρικά, η συγκέντρωση του PAI-1 παραμένει ανεπηρέαστη από την οξεία μέγιστη επιτρεπόμενη σωματική κόπωση που συνέβη πριν από περίπου μιάμιση ώρα. Η