<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/" version="2.0">
  <channel>
    <title>DSpace Collection:</title>
    <link>http://hdl.handle.net/10442/2</link>
    <description />
    <pubDate>Sat, 02 May 2026 04:46:51 GMT</pubDate>
    <dc:date>2026-05-02T04:46:51Z</dc:date>
    <item>
      <title>Investigating the effects of platelets in diet-induced obesity and insulin resistance during atherosclerosis regression</title>
      <link>http://hdl.handle.net/10442/61400</link>
      <description>Title: Investigating the effects of platelets in diet-induced obesity and insulin resistance during atherosclerosis regression
Author: Laskou, Maria; Λάσκου,  Μαρία
Abstract: Cardiovascular diseases remain the leading cause of death globally, with atherosclerotic cardiovascular disease (ASCVD) being a significant contributor. Atherosclerosis, characterized by lipid accumulation and chronic inflammation within arterial walls, progresses through endothelial dysfunction, which facilitates lipid deposition and lesion formation. These lesions evolve into plaques that can rupture, leading to acute events like heart attacks and strokes. Despite advancements in lipid-lowering therapies, such as statins, residual cardiovascular risk remains particularly high in individuals with metabolic disorders, including obesity and type 2 diabetes (T2D). This highlights the need to investigate additional contributors to ASCVD, including platelet-mediated inflammatory pathways.Platelets, primarily known for their roles in hemostasis and thrombosis, also play pivotal roles in atherosclerosis by interacting with immune cells, forming aggregates, and exacerbating inflammation. Activated platelets promote leukocyte recruitment, enhance pro-inflammatory phenotypes, and modulate the microenvironment within atherosclerotic plaques. Platelet activation further amplifies inflammation by facilitating LDL uptake by macrophages, leading to foam cell formation, and enhancing IL-1β production through NF-κB signaling. This study examines the role of platelets in atherosclerosis regression, focusing on their impact on macrophage phenotypes and plaque composition during lipid-lowering treatment. The central hypothesis was that platelet activation in a diet-induced obesity and insulin resistance (DIO/IR) model would hinder atherosclerosis regression. Using this model, I explored the effects of platelet depletion on macrophages and plaque dynamics through single-cell transcriptomics, immunohistology, and functional assays.Lipid-lowering therapy did not significantly alter platelet activation or the metabolic characteristics of diabesity in mice. Specifically, obese mice undergoing lipid-lowering treatment retained IR and impaired glucose tolerance (iGT), regardless of platelet presence. Upon platelet depletion, key findings revealed notable changes in plaque composition and macrophage phenotypes. Plaque morphometric analysis showed improvements, including increased collagen area -a marker of plaque stability- while the CD68+ macrophage area remained constant. Single-cell RNA sequencing (scRNA seq) and immunostaining identified an increase in Fcgr4+ macrophages, a reparative population associated with enhanced phagocytic activity and reduced pro-inflammatory signaling, and a reduction in foamy macrophages, which exhibited a less inflammatory phenotype. These changes correlated with decreased necrotic core areas in platelet-deficient mice, highlighting the role of Fcgr4+ macrophages in promoting plaque stability. Collectively, these findings demonstrate the reparative shifts in plaque microenvironments induced by platelet depletion during lipid-lowering therapy, contributing to a more stable atherosclerotic plaque. Interestingly, platelet depletion did not affect circulating monocyte or neutrophil counts, suggesting that its impact is localized to the plaque microenvironment. The disruption of monocyte-platelet and neutrophil-platelet aggregates (MPA and NPA) in circulation likely contributes to these localized changes. Ex vivo experiments revealed that LPS stimulation inversely regulated Fcgr4 expression in macrophages while promoting pro-inflammatory cytokine production, underscoring a nuanced role for Fcgr4+ macrophages in plaque remodeling. Additional analyses revealed systemic effects of platelet depletion, including splenomegaly and alterations in hematopoietic stem and progenitor cells (HSPCs). Increased common myeloid progenitors (CMPs) in the spleen and bone marrow suggest compensatory responses to platelet loss, although these changes did not translate into altered circulating platelet or red blood cell counts. These findings underscore the complexity of platelet-mediated regulation of immune cell dynamics. Clinically, these results have significant implications for treating ASCVD, especially in high-risk populations such as those with obesity and T2D. Platelet-targeted therapies, combined with lipid-lowering agents, could synergistically reduce cardiovascular risk by addressing both lipid levels and inflammation. By elucidating the molecular mechanisms underlying platelet-leukocyte interactions, this study highlights the therapeutic potential of targeting platelets to enhance inflammation resolution and plaque stability in ASCVD. In conclusion, this work demonstrates that platelet depletion during lipid-lowering therapy significantly influences plaque macrophage phenotypes, fostering a reparative environment and stabilizing atherosclerotic plaques. These findings provide a comprehensive framework for understanding the interplay between platelets and immune cells in atherosclerosis regression and pave the way for developing innovative therapeutic strategies to reduce the burden of ASCVD in diverse patient populations.; Οι καρδιαγγειακές παθήσεις παραμένουν η κύρια αιτία θανάτου παγκοσμίως, με την αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο (ASCVD) να αποτελεί σημαντικό παράγοντα αυτής της επιβάρυνσης. Η αθηροσκλήρωση, η οποία χαρακτηρίζεται από συσσώρευση λιπιδίων και χρόνια φλεγμονή στα τοιχώματα των αρτηριών, εξελίσσεται μέσω της δυσλειτουργίας του ενδοθηλίου, η οποία διευκολύνει την εναπόθεση λιπιδίων και τον σχηματισμό βλαβών. Αυτές οι βλάβες εξελίσσονται σε πλάκες που μπορεί να ραγίσουν, οδηγώντας σε οξέα επεισόδια, όπως καρδιακές προσβολές και εγκεφαλικά επεισόδια. Παρά την πρόοδο στις θεραπείες μείωσης λιπιδίων, όπως οι στατίνες, ο υπολειπόμενος καρδιαγγειακός κίνδυνος παραμένει ιδιαίτερα υψηλός σε άτομα με μεταβολικές διαταραχές, όπως η παχυσαρκία και ο διαβήτης τύπου 2 (T2D). Αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη μελέτης επιπρόσθετων παραγόντων που συμβάλλουν στην ASCVD, συμπεριλαμβανομένων των φλεγμονωδών μονοπατιών που μεσολαβούν μέσω των αιμοπεταλίων. Τα αιμοπετάλια, γνωστά για τους ρόλους τους στην αιμόσταση και τη θρόμβωση, συμβάλλουν επίσης σημαντικά στην αθηροσκλήρωση μέσω της αλληλεπίδρασής τους με ανοσοκύτταρα, της δημιουργίας συσσωματωμάτων και της επιδείνωσης της φλεγμονής. Τα ενεργοποιημένα αιμοπετάλια προάγουν τη στρατολόγηση λευκοκυττάρων, ενισχύουν τα προφλεγμονώδη φαινότυπα και ρυθμίζουν το μικροπεριβάλλον στις αθηροσκληρωτικές πλάκες. Η ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων ενισχύει περαιτέρω τη φλεγμονή διευκολύνοντας την πρόσληψη LDL από μακροφάγα, οδηγώντας στο σχηματισμό αφρωδών κυττάρων, και ενισχύοντας την παραγωγή IL-1β μέσω της σηματοδότησης NF-κB.Η παρούσα μελέτη διερευνά τον ρόλο των αιμοπεταλίων στην αναστροφή της αθηροσκλήρωσης, ιδιαίτερα την επίδρασή τους στα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά των μακροφάγων και τη σύνθεση των πλακών κατά τη διάρκεια της θεραπείας μείωσης λιπιδίων. Η υπόθεση αυτής της διδακτορικής διατριβής ήταν ότι η ενεργοποίηση αιμοπεταλίων από το DIO/IR θα είναι επιζήμια για την αναστροφή της αθηροσκλήρωσης.Χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο ποντικού αθηροσκλήρωσης που προκαλείται από παχυσαρκία λόγω διατροφής και αντίσταση στην ινσουλίνη (DIO/IR), διερεύνησα τις επιδράσεις της μείωσης των αιμοπεταλίων στα μακροφάγα και τη δυναμική των πλακών μέσω single cell RNA αλληλούχιση (scRNA seq), ανοσοϊστολογικής ανάλυσης και λειτουργικών δοκιμών. Η θεραπεία μείωσης λιπιδίων δεν επηρέασε την ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων ή τα μεταβολικά χαρακτηριστικά της διαβητικής παχυσαρκίας στα ποντίκια. Συγκεκριμένα, τα παχύσαρκα ποντίκια υπό θεραπεία μείωσης λιπιδίων διατήρησαν τα χαρακτηριστικά της αντίστασης στην ινσουλίνη (IR) και της μειωμένης ανοχής στη γλυκόζη (iGT), ανεξαρτήτως παρουσίας αιμοπεταλίων. Με την μείωση των αιμοπεταλίων, τα κύρια ευρήματα αποκάλυψαν σημαντικές αλλαγές στη σύνθεση των πλακών και στα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά των μακροφάγων. Η ανάλυση της σύνθεσης των πλακών έδειξε βελτιώσεις στη μορφομετρία των πλακών, όπως αυξημένη περιοχή κολλαγόνου—ένας δείκτης σταθερότητας των πλακών—ενώ η περιοχή των CD68+ μακροφάγων παρέμεινε αμετάβλητη. Η scRNA-seq και η ανοσοϊστολογική χρώση αποκάλυψαν αύξηση στα Fcgr4+ μακροφάγα, έναν επανορθωτικό πληθυσμό που σχετίζεται με ενισχυμένη φαγοκυτταρική δραστηριότητα και μειωμένη προφλεγμονώδη σηματοδότηση, και λιγότερα αφρώδη μακροφάγα, τα οποία εμφάνισαν λιγότερο φλεγμονώδη φαινότυπο. Αυτές οι αλλαγές συνοδεύτηκαν από μειωμένη περιοχή νεκρωτικού πυρήνα σε ποντίκια με έλλειψη αιμοπεταλίων, υπογραμμίζοντας τον ρόλο των Fcgr4+ μακροφάγων στην προώθηση της σταθερότητας των πλακών. Συλλογικά, αυτά τα ευρήματα αναδεικνύουν τις επανορθωτικές αλλαγές στο μικροπεριβάλλον των πλακών που προκαλούνται από την μείωση των αιμοπεταλίων κατά τη θεραπεία μείωσης λιπιδίων, συμβάλλοντας σε πιο σταθερές αθηροσκληρωτικές πλάκες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η μείωση των αιμοπεταλίων δεν επηρέασε τον αριθμό των κυκλοφορούντων μονοκυττάρων ή ουδετερόφιλων, υποδηλώνοντας ότι η επίδρασή τους εντοπίζεται τοπικά στο μικροπεριβάλλον της πλάκας. Η μείωση των συσσωματωμάτων μονοκυττάρων-αιμοπεταλίων και ουδετερόφιλων-αιμοπεταλίων στην κυκλοφορία πιθανότατα συμβάλλει σε αυτές τις τοπικές αλλαγές. Τα ex vivo πειράματα αποκάλυψαν ότι η διέγερση με LPS αντιστρόφως ρύθμισε την έκφραση του Fcgr4 στους μακροφάγους ενώ προώθησε την παραγωγή προφλεγμονωδών κυτοκινών, αναδεικνύοντας τον πολύπλοκο ρόλο των Fcgr4+ μακροφάγων στην αναμόρφωση της πλάκας. Πρόσθετες αναλύσεις αποκάλυψαν συστημικές επιδράσεις από την μείωση των αιμοπεταλίων, συμπεριλαμβανομένης της σπληνομεγαλίας και των αλλαγών στα αιμοποιητικά βλαστικά και προγονικά κύτταρα (HSPCs). Αυξημένα κοινά μυελοειδή προγονικά κύτταρα (CMPs) στον σπλήνα και το μυελό των οστών υποδεικνύουν αντισταθμιστικές αποκρίσεις στην απώλεια αιμοπεταλίων, ωστόσο αυτές οι αλλαγές δεν μετουσιώθηκαν σε αλλαγές στον αριθμό των κυκλοφορούντων αιμοπεταλίων ή ερυθρών αιμοσφαιρίων. Αυτά τα ευρήματα αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα της ρύθμισης της δυναμικής των ανοσοκυττάρων από τα αιμοπετάλια. Κλινικά, αυτά τα αποτελέσματα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη θεραπεία της ASCVD, ειδικά σε πληθυσμούς υψηλού κινδύνου όπως αυτοί με παχυσαρκία και T2D. Οι στοχευμένες θεραπείες κατά των αιμοπεταλίων, σε συνδυασμό με θεραπείες προσ μείωσης λιπιδίων, θα μπορούσαν να μειώσουν συνεργιστικά τον καρδιαγγειακό κίνδυνο αντιμετωπίζοντας τόσο τα επίπεδα λιπιδίων όσο και τη φλεγμονή. Παρέχοντας πληροφορίες για τους μοριακούς μηχανισμούς αλληλεπίδρασης αιμοπεταλίων-λευκοκυττάρων, η μελέτη αυτή υπογραμμίζει τη θεραπευτική δυνατότητα στοχεύοντας στα αιμοπετάλια για την ενίσχυση της επίλυσης της φλεγμονής και της σταθερότητας των πλακών στην ASCVD. Συμπερασματικά, αυτή η εργασία καταδεικνύει ότι η δραστική μείωση των αιμοπεταλίων κατά τη θεραπεία μείωσης λιπιδίων επηρεάζει σημαντικά τον φαινότυπο των μακροφάγων της πλάκας, προάγοντας ένα επανορθωτικό περιβάλλον και σταθεροποιώντας τις αθηροσκληρωτικές πλάκες. Αυτά τα ευρήματα παρέχουν ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την κατανόηση της αλληλεπίδρασης αιμοπεταλίων και ανοσοκυττάρων στην αναστροφή της αθηροσκλήρωσης και ανοίγουν τον δρόμο για την ανάπτυξη καινοτόμων θεραπευτικών στρατηγικών για τη μείωση του βάρους της ASCVD σε διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών.</description>
      <pubDate>Wed, 01 Apr 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
      <guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/10442/61400</guid>
      <dc:date>2026-04-01T00:00:00Z</dc:date>
    </item>
    <item>
      <title>Fairness-aware machine learning for multimedia data</title>
      <link>http://hdl.handle.net/10442/61411</link>
      <description>Title: Fairness-aware machine learning for multimedia data
Author: Sarridis, Ioannis; Σαρρίδης,  Ιωάννης
Abstract: Deep learning systems have become ubiquitous across society, driving state-of-the-art performance in countless applications. However, such systems inevitably reflect the statistical characteristics and imperfections present in the training data. This can introduce various forms of bias into the learned representations and decision-making processes, influencing model behavior in ways that are not always aligned with the intended task. In particular, high co-occurrence between certain data attributes and target labels that does not reflect true causal relationships, namely spurious correlations, can lead to models that fail catastrophically when deployed in out-of-distribution environments where such correlations do not exist, and raise fairness issues when spurious attributes correspond to protected characteristics such as race, gender, or age. This dissertation investigates such types of biases, with a primary focus on computer vision, while also examining generalization across modalities and application-specific challenges in facial analysis. It addresses several key limitations of existing approaches, including their dependence on annotations related to the attributes introducing the bias, limited ability to handle multiple biases, fragmented evaluation practices, and uncertain transferability beyond natural image benchmarks. To this end, the thesis introduces a set of novel methodological contributions. First, it proposes FLAC, a fairness-aware representation learning framework that suppresses bias attribute and target class associations without requiring bias attribute annotations. Second, it presents BAdd, a simple yet effective approach that mitigates single and multi-attribute biases by injecting bias-capturing features during training to encourage bias-neutral representations. Third, it introduces MAVias, an open-set bias mitigation method that leverages foundation models to automatically discover and mitigate unknown visual biases. Beyond algorithmic advances, this dissertation presents VB-Mitigator, an open-source framework that integrates datasets, metrics, and mitigation methods, enabling reproducible and fair comparisons. Building on this, a large-scale cross-domain benchmark study evaluates bias mitigation methods across text, audio, medical imaging, and video, providing the first systematic evidence of their cross-domain and modality generalization capabilities. Finally, the thesis investigates fairness in facial image analysis, revealing intersectional demographic biases in face recognition and verification systems, proposing a framework for training fairer face verification models using synthetic data, and introducing FaceX, an explainability method that provides face region-level and patch-level insights into face attribute classifiers, supporting bias diagnosis. Overall, this dissertation advances the state-of-the-art in bias mitigation by combining theoretical, methodological, empirical, and application-driven contributions. It offers practical tools, standardized benchmarks, and new insights that collectively contribute to the development of fairer, more robust, and more transparent artificial intelligence systems.; Τα συστήματα βαθιάς μάθησης έχουν κάνει αισθητή την παρουσία τους σε ένα μεγάλο εύρος της σύγχρονης κοινωνίας, επιτυγχάνοντας κορυφαίες επιδόσεις σε πληθώρα εφαρμογών. Ωστόσο, τέτοια συστήματα αναπόφευκτα ενσωματώνουν τα στατιστικά χαρακτηριστικά και τις ατέλειες των δεδομένων εκπαίδευσης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στην εισαγωγή διαφόρων μορφών μεροληψίας στις αναπαραστάσεις και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, επηρεάζοντας τη συμπεριφορά των μοντέλων με τρόπους που δεν ευθυγραμμίζονται πάντα με τον επιδιωκόμενο στόχο. Ιδιαίτερα, ο μεγάλος βαθμός συνύπαρξης ορισμένων χαρακτηριστικών των δεδομένων με συγκεκριμένες κλάσεις του προς πρόβλεψη χαρακτηριστικού, που δεν αντανακλά πραγματικές αιτιώδεις σχέσεις, γνωστές και ως «ψευδείς συσχετίσεις», μπορεί να οδηγήσει σε μοντέλα που αποτυγχάνουν όταν χρησιμοποιούνται σε δεδομένα εκτός κατανομής, όπου τέτοιες συσχετίσεις δεν ισχύουν, και να εγείρει ζητήματα δικαιοσύνης όταν τα ψευδώς συσχετισμένα χαρακτηριστικά αντιστοιχούν σε προστατευόμενα γνωρίσματα όπως η φυλή, το φύλο ή η ηλικία. Η παρούσα διατριβή μελετά αυτού του είδους τις μεροληψίες, με έμφαση στην υπολογιστική όραση, ενώ παράλληλα εξετάζει τη γενίκευση σε διαφορετικές μορφές δεδομένων και τις προκλήσεις που προκύπτουν σε εφαρμογές ανάλυσης προσώπου. Συγκεκριμένα, αντιμετωπίζει βασικούς περιορισμούς των υφιστάμενων προσεγγίσεων, όπως την εξάρτησή τους από την ύπαρξη ετικετών για τα χαρακτηριστικά που εισάγουν τη μεροληψία, τη περιορισμένη δυνατότητα διαχείρισης πολλαπλών μεροληψιών, τον κατακερματισμό των πρακτικών αξιολόγησης και την αβέβαιη γενίκευσή τους πέρα από τα σύνολα φυσικών εικόνων. Προς αυτή την κατεύθυνση, η διατριβή εισάγει ένα σύνολο νέων μεθοδολογικών συνεισφορών. Πρώτον, προτείνεται το FLAC, μια μεθοδολογία μάθησης δίκαιων αναπαραστάσεων που καταστέλλει τις συσχετίσεις μεταξύ μεροληπτικών γνωρισμάτων και κλάσεων χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη ετικετών για τα μεροληπτικά γνωρίσματα. Δεύτερον, παρουσιάζεται το BAdd, μια απλή και αποτελεσματική προσέγγιση που μετριάζει μεροληψίες ενός ή πολλαπλών γνωρισμάτων, εισάγοντας τα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τη μεροληψία κατά τη διαδικασία εκπαίδευσης, με στόχο την εκμάθηση ουδέτερων ως προς τη μεροληψία αναπαραστάσεων. Τρίτον, εισάγεται το MAVias, μια μέθοδος μετριασμού μεροληψιών σε συνθήκες ανοιχτού συνόλου, η οποία αξιοποιεί σύγχρονα θεμελιώδη μοντέλα για την αυτόματη ανακάλυψη και μετριασμό άγνωστων οπτικών μεροληψιών. Εκτός από τις αλγοριθμικές συνεισφορές, η διατριβή παρουσιάζει το VB-Mitigator, μια βιβλιοθήκη ανοιχτού κώδικα που ενσωματώνει σύνολα δεδομένων, μετρικές και μεθόδους μετριασμού μεροληψιών, επιτρέποντας αναπαράξιμες και δίκαιες συγκρίσεις. Βάσει αυτού, διεξάγεται επιπλέον μια εκτεταμένη μελέτη, η οποία αξιολογεί μεθόδους μετριασμού μεροληψιών σε δεδομένα κειμένου, ήχου, ιατρικών εικόνων και βίντεο, παρέχοντας τις πρώτες συστηματικές ενδείξεις της ικανότητάς τους να γενικεύουν σε διαφορετικά πεδία και μορφές δεδομένων. Τέλος, η διατριβή εξετάζει ζητήματα δικαιοσύνης στην ανάλυση εικόνων προσώπου, αναδεικνύοντας διατομεακές δημογραφικές μεροληψίες σε συστήματα αναγνώρισης και επαλήθευσης προσώπου, προτείνοντας μια μέθοδο για την εκπαίδευση δικαιότερων συστημάτων επαλήθευσης προσώπου με τη χρήση συνθετικών δεδομένων και εισάγοντας το FaceX, μια μέθοδο επεξηγηματικής τεχνητής νοημοσύνης που παρέχει οπτικές εξηγήσεις σε επίπεδο περιοχών προσώπου και επιμέρους τμημάτων εικόνας, υποστηρίζοντας τόσο τη διάγνωση όσο και την ερμηνεία της μεροληψίας. Συνολικά, η παρούσα διατριβή εισάγει καινοτομίες στον μετριασμό μεροληψιών, συνδυάζοντας θεωρητικές, μεθοδολογικές, εμπειρικές και εφαρμοσμένες συνεισφορές. Παρέχει πρακτικά εργαλεία, τυποποιημένα πρωτόκολλα αξιολόγησης και νέα επιστημονικά ευρήματα που συμβάλλουν στην ανάπτυξη δικαιότερων, πιο ανθεκτικών και πιο διαφανών συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης.</description>
      <pubDate>Wed, 01 Apr 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
      <guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/10442/61411</guid>
      <dc:date>2026-04-01T00:00:00Z</dc:date>
    </item>
    <item>
      <title>Εκτίμηση της οστεογενετικής δυνατότητας οστικών μοσχευμάτων σε τροποποιημ΄ένο πειραματικό μοντέλο κνήμης κουνελιού: ιστολογική και ιστομορφομετρική μελέτη</title>
      <link>http://hdl.handle.net/10442/61407</link>
      <description>Title: Εκτίμηση της οστεογενετικής δυνατότητας οστικών μοσχευμάτων σε τροποποιημ΄ένο πειραματικό μοντέλο κνήμης κουνελιού: ιστολογική και ιστομορφομετρική μελέτη
Author: Kougias, Konstantinos; Κούγιας,  Κωνσταντίνος
Abstract: The aim of the present doctoral thesis was to evaluate the osteogenic potential of bone grafts in a modified rabbit tibia model, with particular emphasis on the role of the bone marrow in bone regeneration. Additionally, the behavior of different grafting materials was investigated under conditions of marrow exclusion. The study was conducted on 40 New Zealand rabbits, in which standardized cortical bone defects of 6 mm in diameter were created in the tibia. The animals were randomly allocated into four groups: control group without intervention (CON), marrow exclusion group using calcium sulfate and collagen membrane (PoP), group receiving an alloplastic tricalcium phosphate graft (TCP), and group receiving a bovine xenograft (BOV). Evaluation was performed eight weeks postoperatively through histological and histomorphometric analysis. Complete bone bridging was observed in the control group, indicating that the 6 mm defect does not represent a critical size defect in this model. The percentage of defect fill with newly formed bone tissue was 68.08±12.09% in the CON group, 54.02±13.93% in the PoP group, 44.45±10.77% in the TCP group, and 43.10±9.35% in the BOV group, with statistically significant differences among groups (p&lt;0.001). Similarly, the percentage of new bone within the newly formed tissue was 95.99±1.74% for CON, 75.37±13.27% for PoP, 41.12±11.62% for TCP, and 16.85±5.56% for BOV (p&lt;0.001). Marrow exclusion resulted in a significant reduction in bone regeneration and incomplete defect bridging, with the presence of fibrous tissue. The application of grafting materials did not compensate for the absence of marrow contribution, although TCP demonstrated slightly superior osteogenic performance compared to BOV. In conclusion, bone marrow constitutes a critical factor in bone regeneration, as its absence significantly limits the osteogenic response, even in the presence of grafting materials. The proposed modified experimental model may serve as a reliable tool for evaluating the true osteogenic capacity of biomaterials under strictly controlled biological conditions.; Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν η εκτίμηση της οστεογενετικής δυνατότητας οστικών μοσχευμάτων σε τροποποιημένο πειραματικό μοντέλο κνήμης κουνελιού, με ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο της μυελώδους μοίρας στην οστική αναγέννηση. Επιπλέον, διερευνήθηκε η συμπεριφορά διαφορετικών μοσχευματικών υλικών υπό συνθήκες αποκλεισμού της μυελικής συμβολής. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 40 κουνέλια Νέας Ζηλανδίας, στα οποία δημιουργήθηκαν τεχνητά οστικά ελλείμματα διαμέτρου 6 mm στη φλοιώδη μοίρα της κνήμης. Τα ζώα κατανεμήθηκαν σε τέσσερις ομάδες: ομάδα ελέγχου (CON), ομάδα αποκλεισμού μυελού με θειικό ασβέστιο και μεμβράνη (PoP), ομάδα με αλλοπλαστικό μόσχευμα τριφωσφορικού ασβεστίου (TCP) και ομάδα με ξενομόσχευμα βόειας προέλευσης (BOV). Η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε οκτώ εβδομάδες μετεγχειρητικά με ιστολογική και ιστομορφομετρική ανάλυση. Στην ομάδα ελέγχου παρατηρήθηκε πλήρης οστική γεφύρωση των ελλειμμάτων, γεγονός που υποδηλώνει ότι το έλλειμμα των 6 mm δεν αποτελεί κρίσιμου μεγέθους έλλειμμα. Το ποσοστό πλήρωσης του ελλείμματος με νέο οστίτη ιστό ήταν 68,08±12,09% στην ομάδα CON, 54,02±13,93% στην ομάδα PoP, 44,45±10,77% στην ομάδα TCP και 43,10±9,35% στην ομάδα BOV, με στατιστικώς σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων (p&lt;0,001). Αντίστοιχα, το ποσοστό νέου οστού στον νεοσχηματισμένο οστίτη ιστό ήταν 95,99±1,74% για την ομάδα CON, 75,37±13,27% για την ομάδα PoP, 41,12±11,62% για την ομάδα TCP και 16,85±5,56% για την ομάδα BOV (p&lt;0,001). Ο αποκλεισμός της μυελώδους μοίρας οδήγησε σε σημαντική μείωση της οστικής αναγέννησης και ατελή γεφύρωση των ελλειμμάτων, με παρουσία ινώδους ιστού. Η τοποθέτηση μοσχευμάτων δεν κατέστη ικανή να αντισταθμίσει την απουσία μυελικής συμβολής, με το TCP να εμφανίζει οριακά καλύτερη οστεογενετική συμπεριφορά σε σχέση με το BOV. Συμπερασματικά, ο μυελός των οστών αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της οστικής αναγέννησης, καθώς η απουσία του περιορίζει σημαντικά την οστεογενετική απόκριση, ακόμη και παρουσία μοσχευματικών υλικών. Το προτεινόμενο τροποποιημένο πειραματικό μοντέλο δύναται να αποτελέσει αξιόπιστο εργαλείο για την αξιολόγηση της πραγματικής οστεογενετικής ικανότητας βιοϋλικών υπό αυστηρά ελεγχόμενες συνθήκες.</description>
      <pubDate>Wed, 01 Apr 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
      <guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/10442/61407</guid>
      <dc:date>2026-04-01T00:00:00Z</dc:date>
    </item>
    <item>
      <title>Οι κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της διοργάνωσης αθλητικών εκδηλώσεων μεγάλης κλίμακας: η περίπτωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου FIFA Qatar 2022</title>
      <link>http://hdl.handle.net/10442/61416</link>
      <description>Title: Οι κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της διοργάνωσης αθλητικών εκδηλώσεων μεγάλης κλίμακας: η περίπτωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου FIFA Qatar 2022
Author: Nikolaou, Eirini-Eleni; Νικολάου,  Ειρήνη-Ελένη
Abstract: This doctoral dissertation, titled "The Socioeconomic Impacts of Hosting Major Sporting Events: The Case of the FIFA World Cup Qatar 2022," presents a systematic, multidimensional assessment of how infrastructure investments, spectator participation, and organizational capacity shape the host country's socio economic landscape. Framed around three central research questions and corresponding hypotheses—positing positive effects of event infrastructure (H1), spectator presence (H2), and organizational quality (H3)—the study employs a cross sectional quantitative design. The sample comprises stakeholders directly involved in the event lifecycle (construction workers, project managers, volunteers, and public officials), selected using Yamane’s formula. Data was analyzed with SPSS, employing descriptive statistics, multiple regression models, and analysis of variance (ANOVA) to examine both individual and interactive effects of the variables under study. Findings provide empirical evidence that targeted infrastructure and high organizational standards materially improve spatial and economic indicators, while spectator-related dynamics contribute to both direct economic flows and intangible outcomes—social cohesion, national image, and cultural vitality. The dissertation also identifies interactions and potential adverse side effects, underscoring the need for integrated planning and robust measurement tools for intangible impacts. The work concludes with policy recommendations to maximize benefits and mitigate risks for future hosts and proposes avenues for further research on long term effects and comparative case analyses.; Η παρούσα διδακτορική διατριβή, με τίτλο «Οι κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις της διοργάνωσης αθλητικών εκδηλώσεων μεγάλης κλίμακας: Η περίπτωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου FIFA Qatar 2022», επιχειρεί μια συστηματική και πολυδιάστατη αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο οι επενδύσεις σε υποδομές, η συμμετοχή και συμπεριφορά του κοινού και το επίπεδο οργάνωσης διαμορφώνουν την κοινωνικο οικονομική πραγματικότητα της διοργανώτριας χώρας. Η μελέτη διαρθρώνεται γύρω από τρία κεντρικά ερευνητικά ερωτήματα και αντίστοιχες υποθέσεις που διατυπώνουν θετικές επιδράσεις των υποδομών (H1), του κοινού (H2) και του επιπέδου οργάνωσης (H3) στην περιφερειακή ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία. Μεθοδολογικά, η έρευνα υιοθετεί διατομικό ποσοτικό σχεδιασμό και στοχεύει σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα εμπλεκομένων φορέων — εργαζομένων στην κατασκευή, διευθυντικών στελεχών έργων, εθελοντών και εκπροσώπων δημόσιων αρχών — με δειγματοληψία βάσει του τύπου Yamane. Η επεξεργασία των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με το λογισμικό SPSS, περιλαμβάνοντας περιγραφική στατιστική, πολλαπλές παλινδρομήσεις και ανάλυση διασποράς (ANOVA), προκειμένου να εξεταστεί τόσο η ατομική όσο και η συνολική επίδραση των υπό εξέταση μεταβλητών. Τα ευρήματα προσφέρουν τεκμηριωμένες ενδείξεις ότι οι στοχευμένες παρεμβάσεις και η υψηλού επιπέδου οργάνωση συμβάλλουν σημαντικά στη βελτίωση των  οικονομικών δεικτών, ενώ η συμβολή του κοινού αποτυπώνεται τόσο στις άμεσες οικονομικές ροές όσο και στις άυλες διαστάσεις — κοινωνική συνοχή, εθνική εικόνα και πολιτιστική δυναμική. Ως αποτέλεσμα, η εργασία παρέχει εμπειρικά θεμελιωμένες πολιτικές προτάσεις για τη μεγιστοποίηση των θετικών αποτελεσμάτων και τη μείωση των κινδύνων σε μελλοντικές διοργανώσεις, ενώ θέτει τις βάσεις για μελλοντική έρευνα σχετικά με μακροπρόθεσμες επιδράσεις και συγκριτικές μελέτες περιπτώσεων.</description>
      <pubDate>Wed, 01 Apr 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
      <guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/10442/61416</guid>
      <dc:date>2026-04-01T00:00:00Z</dc:date>
    </item>
  </channel>
</rss>

