<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rdf:RDF xmlns:rdf="http://www.w3.org/1999/02/22-rdf-syntax-ns#" xmlns="http://purl.org/rss/1.0/" xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/">
  <channel rdf:about="http://hdl.handle.net/10442/2">
    <title>DSpace Collection:</title>
    <link>http://hdl.handle.net/10442/2</link>
    <description />
    <items>
      <rdf:Seq>
        <rdf:li rdf:resource="http://hdl.handle.net/10442/61907" />
        <rdf:li rdf:resource="http://hdl.handle.net/10442/62183" />
        <rdf:li rdf:resource="http://hdl.handle.net/10442/62187" />
        <rdf:li rdf:resource="http://hdl.handle.net/10442/61847" />
      </rdf:Seq>
    </items>
    <dc:date>2026-07-07T06:48:19Z</dc:date>
  </channel>
  <item rdf:about="http://hdl.handle.net/10442/61907">
    <title>Η αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης</title>
    <link>http://hdl.handle.net/10442/61907</link>
    <description>Title: Η αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Author: Nitsou, Efthymia; Νίτσου,  Ευθυμία
Abstract: This dissertation undertakes a systematic examination of the provisions of the Rules of Procedure and the Protocol relating to the taking of evidence, as well as of the issues arising therefrom, before the Court of Justice of the European Union in proceedings that fall directly within its jurisdiction. It further analyses, through selected representative examples, evidentiary matters arising in preliminary ruling proceedings, where a comparison between the evidentiary regime applicable before the Court of Justice of the European Union and the corresponding provisions of the Greek Code of Civil Procedure is considered necessary.; Αντικείμενο της παρούσας διατριβής είναι η συστηματική ανάλυση των σχετικών ρυθμίσεων των Κανονισμών και του Πρωτοκόλλου που αφορούν την αποδεικτική διαδικασία (και των αντίστοιχων προβλημάτων που ανακύπτουν στο πλαίσιο αυτής) ενώπιον του ΔΕΕ στις διαφορές που ευθέως και αμέσως υπάγονται σε αυτό καθώς και σε συγκεκριμένες δειγματοληπτικώς αναφερόμενες περιπτώσεις στις διαδικασίες που αφορούν τις προδικαστικές παραπομπές, όπου καθίσταται αναγκαίο και κάποια σύγκριση της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του ΔΕΕ με τη ρύθμιση της αντίστοιχης αποδεικτικής διαδικασίας από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.</description>
    <dc:date>2026-11-01T00:00:00Z</dc:date>
  </item>
  <item rdf:about="http://hdl.handle.net/10442/62183">
    <title>Sustainable tourism development  by promoting local quality agricultural products: the case of Western Crete</title>
    <link>http://hdl.handle.net/10442/62183</link>
    <description>Title: Sustainable tourism development  by promoting local quality agricultural products: the case of Western Crete
Author: Angelakis, Georgios; Αγγελάκης,  Γεώργιος
Abstract: Food tourism, which has been growing globally in recent years is considered as special interest tourism, attracting visitors who are looking to consume authentic local quality agricultural products. Tourists spend a significant percentage of their budget on the purchase of local food products and related food activities, during their holidays at the final destination. Due to the fact that the touristic sector in Greece, and mainly in Crete, has significantly grown in the last years in comparison with the agricultural sector, after analyzing the main figures over time, this thesis has focused on the development of sustainable tourism in Crete by promoting local quality agricultural products under a holistic perspective. Current trends on food tourism are derived, after an extensive bibliometric analysis, by identifying food tourism approaches, and generating a conceptual framework of food tourism management by taking into account both tourists’ and stakeholders’ perspectives. Moreover, the thesis is focused on the tourist’s behavioral outcomes, which are their intentions to purchase/consume, to recommend and to revisit, depending on whether a local food product or a food service industry/destination is concerned. The interlinkages of the main factors, such as motivations, knowledge, culture, history, authenticity, experiences, values, beliefs, emotions, desires, perceptions, satisfaction and involvement, are taken into consideration.The profile of international tourists who visit Western Crete is identified during and after the coronavirus period. The Structural Equation Model and an extended Theory of Planned Behavior Model, based on subjective norms, attitudes, perceived behavioral control and satisfaction, are used to better understand the tourists’ intentions to revisit and recommend the Region of Crete, intentions to find local food products in their countries and the willingness to pay more for such food products. The perceived quality and perceived value of local foods positively influence satisfaction, which, in turn, evoke favorable intentions to revisit and recommend Crete as a touristic destination. Satisfaction, attitude, and subjective norms seem to be the most significant drivers affecting positive behavioral intentions; on the other hand the influence of perceived behavior control on intentions is controversial. Furthermore, the importance of the tourists’ local food consumption values and perceived benefits are highlighted, as well as their food involvement and food neophilia, while the mediating role of the food destination image between tourists’ attitudes towards local food, satisfaction and behavioral intentions is pinpointed. All the relationships among the drivers of the model were found to be statistically significant, directly or indirectly affecting behavioral intentions. Tourists really do care about consumption values, mainly sensory quality, when tasting local foods, and not so much with prestige values. Moreover, there is a need for the reorientation of the marketing and distribution strategy, involving more tourists in food activities in order to increase their satisfaction. Finally, after analyzing the strengths, weaknesses, opportunities and threats of the agricultural sector from the perspective of regional stakeholders, using the Eisenhower matrix, it was found that the creation of local network of key stakeholders from different sectors or the reinforcement of the existing ones with an efficient coordination is of utmost importance for the effective promotion of the local food products and the image of the Region of Crete as a food tourism destination.; Ο διατροφικός τουρισμός, ο οποίος αναπτύσσεται παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια θεωρείται τουρισμός ειδικού ενδιαφέροντος, προσελκύοντας επισκέπτες που επιθυμούν να καταναλώσουν αυθεντικά τοπικά ποιοτικά αγροτικά προϊόντα. Οι τουρίστες δαπανούν ένα σημαντικό ποσοστό του προϋπολογισμού τους για την αγορά τοπικών αγροτικών προϊόντων και συναφών δραστηριότητων κατά τη διάρκεια των διακοπών τους στον τελικό τους προορισμό. Λόγω του γεγονότος ότι ο τουριστικός τομέας στην Ελλάδα και κυρίως στην Κρήτη έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια σε σύγκριση με τον αγροτικό τομέα, μετά από ανάλυση των κύριων μεγεθών σε βάθος χρόνου, η παρούσα διδακτορική διατριβή επικεντρώνεται στην αειφορική τουριστική ανάπτυξη στην Κρήτη, μέσω της προώθησης τοπικών ποιοτικών αγροτικών προϊόντων υπό το πρίσμα μιας ολιστικής προσέγγισης. Οι τρέχουσες τάσεις στον διατροφικό τουρισμό προκύπτουν, έπειτα από εκτενή βιβλιομετρική ανάλυση, με τον προσδιορισμό διάφορων προσεγγίσεων στον διατροφικό τουρισμό και δημιουργώντας ένα εννοιολογικό πλαίσιο διαχείρισης του διατροφικού τουρισμού λαμβάνοντας υπόψη την πλευρά τόσο των τουριστών όσο και των τοπικών φορέων. Επιπλέον, η διδακτορική διατριβή επικεντρώνεται στα αποτελέσματα της συμπεριφοράς του τουρίστα, τα οποία αναφέρονται στις προθέσεις του να αγοράσει/καταναλώσει, να προτείνει και να επισκεφτεί ξανά, ανάλογα με το αν πρόκειται για τοπικό αγροτικό προϊόν ή χώρο εστίασης/προορισμό. Λαμβάνονται υπόψη οι διασυνδέσεις των κύριων παραγόντων όπως τα κίνητρα, η γνώση, ο πολιτισμός, η ιστορία, η αυθεντικότητα, οι εμπειρίες, οι αξίες, οι πεποιθήσεις, τα συναισθήματα, οι επιθυμίες, οι αντιλήψεις, η ικανοποίηση και η συμμετοχή σε συναφή δραστηριότητες. Το προφίλ των αλλοδαπών τουριστών που επισκέπτονται τη Δυτική Κρήτη προσδιορίζεται κατά τη διάρκεια και μετά την περίοδο του κορονοϊού. Χρησιμοποιείται ένα Δομικό Μοντέλο Εξισώσεων και ένα εκτεταμένο Μοντέλο Θεωρίας Σχεδιασμένης Συμπεριφοράς, βασισμένο στην επιρροή κοινωνικών προτύπων, στις στάσεις απέναντι στη συμπεριφορά, στο αντιληπτό έλεγχο της συμπεριφοράς και την ικανοποίηση, για την καλύτερη κατανόηση των προθέσεων των τουριστών να επισκεφθούν ξανά και να προτείνουν την Περιφέρεια της Κρήτης, των προθέσεων τους να βρουν τοπικά αγροτικά προϊόντα στις χώρες τους και της προθυμίας τους να πληρώσουν περισσότερο για τέτοια προϊόντα. Η αντιληπτή ποιότητα και η αντιληπτή αξία επηρεάζουν θετικά την ικανοποίηση των τουριστών, η οποία, με τη σειρά της, προκαλεί ευνοϊκές προθέσεις για να επισκεφθούν ξανά και να προτείνουν την Κρήτη ως τουριστικό προορισμό. Η ικανοποίηση, η στάση και η επιρροή κοινωνικών προτύπων φαίνεται να είναι οι πιο σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν θετικά τις προθέσεις του αλλοδαπού τουρίστα, από την άλλη πλευρά, η επίδραση του αντιληπτού ελέγχου συμπεριφοράς στις προθέσεις του αλλοδαπού είναι αμφιλεγόμενη. Επιπλέον, επισημαίνεται η σημασία των αξιών κατανάλωσης τοπικών τροφίμων και τα οφέλη, όπως επίσης και η σημασία της συμμετοχής τους σε συναφείς δραστηριότητες και της κατανάλωσης νέων προϊόντων. Επίσης, προσδιορίζεται ο διαμεσολαβητικός ρόλος της εικόνας του γαστρονομικού προορισμού μεταξύ των στάσεων των τουριστών απέναντι στα τοπικά αγροτικά προϊόντα, της ικανοποίησης και των προθέσεων τους. Όλες οι σχέσεις μεταξύ των μεταβλητών του μοντέλου βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές, επηρεάζοντας άμεσα ή έμμεσα τις προθέσεις των τουριστών. Οι αλλοδαποί τουρίστες ενδιαφέρονται πραγματικά για τις αξίες κατανάλωσης και κυρίως για την ποιότητα και τη γεύση όταν δοκιμάζουν τοπικά αγροτικά προϊόντα και όχι τόσο για αξίες που έχουν να κάνουν με επιδεικτικούς σκοπούς. Επιπλέον, υπάρχει ανάγκη για αναπροσανατολισμό της στρατηγικής μάρκετινγκ και διανομής, εμπλέκοντας περισσότερους τουρίστες σε διατροφικές δραστηριότητες, προκειμένου να αυξηθεί η ικανοποίησή τους. Τέλος, αφού αναλύθηκαν τα δυνατά σημεία, οι αδυναμίες, οι ευκαιρίες και οι απειλές του αγροτικού τομέα από την πλευρά των περιφερειακών φορέων, χρησιμοποιώντας τον πίνακα Eisenhower, διαπιστώθηκε ότι η δημιουργία ενός τοπικού δικτύου με τη συμμετοχή βασικών φορέων από διαφορετικούς τομείς της οικονομίας ή η ενδυνάμωση των υπαρχούσων δικτύων με τον ικανό συντονισμό είναι ύψιστης σημασίας για την αποτελεσματική προώθηση των τοπικών αγροτικών προϊόντων και της ανάδειξης της Περιφέρειας Κρήτης ως γαστρονομικό προορισμό.</description>
    <dc:date>2026-07-01T00:00:00Z</dc:date>
  </item>
  <item rdf:about="http://hdl.handle.net/10442/62187">
    <title>Ανάλυση τυρβώδους ροής με χρήση δεδομένων άμεσης αριθμητικής προσομοίωσης και μεθόδων μηχανικής μάθησης</title>
    <link>http://hdl.handle.net/10442/62187</link>
    <description>Title: Ανάλυση τυρβώδους ροής με χρήση δεδομένων άμεσης αριθμητικής προσομοίωσης και μεθόδων μηχανικής μάθησης
Author: Palasis, Apostolos; Παλάσης,  Απόστολος
Abstract: This doctoral dissertation studies turbulent flows near solid walls, with emphasis on the zero-pressure-gradient turbulent boundary layer and the fully developed turbulent channel flow. Its purpose is to connect classical turbulence modelling with modern machine learning methods. Direct numerical simulation data are used as the main reference, allowing the evaluation of classical and new models for the description of the flow. First, semi-empirical composite models of the mean velocity profile are examined, and the validity of the logarithmic law and the power law is analysed for different Reynolds numbers. At the same time, second-order statistical quantities, as well as viscous stresses and Reynolds turbulent stresses, are evaluated. Then, a hybrid approach is developed, combining parameter optimization with physics-informed neural networks, in order to improve the prediction of the time-averaged velocity profile and of key turbulent quantities. Finally, symbolic regression is employed to derive interpretable mathematical expressions from high-fidelity data. The results show that the combination of the governing physics, DNS data and machine learning methods can lead to more accurate, computationally efficient and interpretable models for the description and prediction of turbulent flows near solid walls.; Η παρούσα διδακτορική διατριβή μελετά τυρβώδεις ροές κοντά σε στερεά τοιχώματα, με έμφαση στο τυρβώδες οριακό στρώμα μηδενικής βαθμίδας πίεσης και στην πλήρως ανεπτυγμένη τυρβώδη ροή σε κανάλι. Σκοπός της είναι να συνδέσει την κλασική μοντελοποίηση της τύρβης με σύγχρονες μεθόδους μηχανικής μάθησης. Ως βασικό σημείο αναφοράς χρησιμοποιούνται δεδομένα άμεσης αριθμητικής προσομοίωσης, τα οποία επιτρέπουν την αξιολόγηση κλασικών και νέων μοντέλων περιγραφής της ροής. Αρχικά, εξετάζονται ημι-εμπειρικά σύνθετα μοντέλα του χρονικά μέσου προφίλ ταχύτητας και αναλύεται η ισχύς του λογαριθμικού νόμου και του νόμου δύναμης σε διαφορετικούς αριθμούς Reynolds. Παράλληλα αξιολογούνται στατιστικά μεγέθη δεύτερης τάξης, καθώς και οι ιξώδεις και τυρβώδεις τάσεις Reynolds. Στη συνέχεια αναπτύσσεται υβριδική προσέγγιση που συνδυάζει βελτιστοποίηση παραμέτρων με νευρωνικά δίκτυα με ενσωματωμένη φυσική πληροφορία, ώστε να βελτιωθεί η πρόβλεψη του χρονικά μέσου προφίλ ταχύτητας αλλά και των βασικών τυρβωδών μεγεθών. Τέλος, αξιοποιείται η μέθοδος της συμβολικής παλινδρόμησης για την εξαγωγή ερμηνεύσιμων μαθηματικών εκφράσεων από δεδομένα υψηλής πιστότητας. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο συνδυασμός της φυσικής που διέπει το πρόβλημα, των δεδομένων DNS και των μεθόδων της μηχανικής μάθησης μπορεί να οδηγήσει σε ακριβέστερα, υπολογιστικά αποδοτικά και ερμηνεύσιμα μοντέλα περιγραφής και πρόβλεψης τυρβωδών ροών κοντά σε στερεά τοιχώματα.</description>
    <dc:date>2026-07-01T00:00:00Z</dc:date>
  </item>
  <item rdf:about="http://hdl.handle.net/10442/61847">
    <title>Στρατηγικές επικοινωνίας για την ανάδειξη της αειφορικής κυνηγετικής δραστηριότητας και της διαχείρισης των φυσικών πόρων</title>
    <link>http://hdl.handle.net/10442/61847</link>
    <description>Title: Στρατηγικές επικοινωνίας για την ανάδειξη της αειφορικής κυνηγετικής δραστηριότητας και της διαχείρισης των φυσικών πόρων
Author: Nikolaou, Dimitrios; Νικολάου,  Δημήτριος
Abstract: The relationship between hunting as an activity and the protection of the natural environment is a source of conflict and controversy, especially in the current era, when climate change and the crisis it brings to the natural environment make it urgent to reevaluate wildlife management models. The purpose of this doctoral dissertation is to investigate communication strategies for building trust between stakeholders and the public, and specifically to highlight the communication strategies and environmental actions employed by hunting organizations, as well as how these are communicated to citizens and hunters in the prefectures of Evros and Rodopi. This objective will be achieved through the recording and analysis of the views and attitudes of citizens and hunters in the prefectures of Evros and Rodopi. Furthermore, the research aims to determine the economic value (in euros) of implementing environmental programs and actions for the conservation of wildlife habitats, through Willingness to Pay (WTP).To achieve the results of the dissertation, a survey was conducted via face-to-face interviews, using appropriately structured questionnaires on a sample of 1,222 individuals in 2020. Statistical data analysis was performed using SPSS and STATA software, while methods such as factor analysis, the Friedman test, frequencies, Cronbach’s alpha reliability index, and the Interval Regression model were employed. Initially, based on the attitudes and opinions of the two reference groups (citizens and hunters), it was found that there was significant agreement regarding the principles of sustainability and sustainable development. These findings were confirmed through the adoption of common best practices for environmental protection in the respondents’ daily lives. Regarding the communication strategies of hunting organizations, a significant communication gap was identified, as their multifaceted environmental and wildlife conservation work remained largely unknown to the general public. Furthermore, although hunters expressed almost complete trust in hunting organizations and the role they played as guarantors of proper hunting practices and compliance with the law, the need to revise and modernize their communication strategies was highlighted, as these were assessed by the majority of hunters as stagnant and inward-looking. Regarding the institutional and legislative framework, it was determined that Legislative Decree 86/1969 requires revision and modernization, with an emphasis on establishing certified and ongoing training for both new and experienced hunters, as well as a tightening of control mechanisms, which must be fully harmonized with modern European environmental legislation. Additionally, a trend was observed of citizens distancing themselves from both environmental NGOs and the voluntary environmental initiatives carried out by them. At the same time, their attitude toward hunters was characterized as neutral, though there was also a certain degree of wariness. Particular emphasis was placed on the experiential and ethical dimensions of the activity. Regarding hunters’ animal-friendly behavior, citizens expressed positive views regarding the hunters and the way they treated their dogs, their assistants, so that the majority of citizens highlighted their actions as an example of exceptional animal-friendly behavior. Moving on to the issue of farms raising wild animals for meat production, there was a clear contrast between the two reference groups: while a high percentage of citizens expressed a desire for access to meat from these farms, hunters, on the other hand, rejected this almost universally, advocating for free, traditional hunting rather than its commercialization. Regarding willingness to pay, the survey revealed a clear distinction between the two reference groups. Initially, there was a statistically confirmed income-inelastic willingness to pay among hunters. This was expressed by nearly all hunters in both prefectures and remained constant despite any changes in their individual and income characteristics. In contrast, citizens’ willingness to pay was elastic with respect to income and directly depended on their individual characteristics. The entity responsible for implementing environmental actions to improve wildlife habitats that the majority of citizens trusted was the State (Ministry of the Environment, Forestry Offices, etc.). In contrast, among the group of hunters, Hunting Associations enjoyed nearly universal acceptance, followed by the State. Furthermore, there was an attitude of distrust, distancing, and wariness from both reference groups toward environmental NGOs, which were viewed with skepticism regarding their motives, transparency, and institutional role. In conclusion, the main conclusion that emerged from the analysis of the attitudes and opinions of citizens and hunters in the prefectures of Evros and Rodopi was that, in essence, the sustainability of hunting activity in the 21st century depended directly on the radical redesign and modernization of the communication strategies used until today by hunting organizations. It is proposed to transition from an introverted communication model (current) to an extroverted communication strategy model (future), which will focus on highlighting the scientific, pro-game, and pro-environmental work of hunting organizations through modern digital media and local social actions. This strategy will aim to obtain a new, modern "social license to operate," which will be based on the acceptance of hunting activity by citizens and on the establishment of the hunter as a responsible manager of natural capital, through a modern institutional framework that will guarantee transparency, ongoing education, and the sustainability of natural capital.; Η σχέση μεταξύ της θήρας ως δραστηριότητας και της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος αποτελεί πεδίο αντιθέσεων και αντιπαραθέσεων, ειδικότερα στη σημερινή εποχή που η κλιματική αλλαγή και η κρίση που αυτή επιφέρει στο φυσικό περιβάλλον, καθιστά άμεση την επαναξιολόγηση των μοντέλων διαχείρισης της άγριας ορνιθοπανίδας. Ο σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η διερεύνηση των στρατηγικών επικοινωνίας για το χτίσιμο σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ των εμπλεκομένων και του κοινού και ειδικότερα την ανάδειξη των επικοινωνιακών στρατηγικών και των περιβαλλοντικών δράσεων που χρησιμοποιούν οι Κυνηγετικές Οργανώσεις, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους επικοινωνούνται αυτές στους πολίτες και στους κυνηγούς των νομών Έβρου και Ροδόπης. Ο παραπάνω σκοπός θα πραγματοποιηθεί μέσω της καταγραφής και της ανάλυσης των απόψεων και των στάσεων των πολιτών και των κυνηγών των νομών Έβρου και Ροδόπης. Επιπλέον, η έρευνα στοχεύει στον προσδιορισμό της  οικονομικής αξίας (ποσό σε ευρώ) υλοποίησης περιβαλλοντικών προγραμμάτων και δράσεων για τη διατήρηση βιοτόπων άγριας πανίδας, μέσω της Προθυμίας Πληρωμής (Willingness to Pay - WTP).Για να επιτευχθούν τα αποτελέσματα της διατριβής, πραγματοποιήθηκε έρευνα με τη μέθοδο της προσωπικής συνέντευξης, με τη χρήση κατάλληλα δομημένων ερωτηματολογίων σε δείγμα 1.222 ατόμων κατά το έτος 2020. Η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση των λογισμικών SPSS και STATA, ενώ εφαρμόστηκαν μέθοδοι όπως η παραγοντική ανάλυση (Factor Analysis), το κριτήριο Friedman, οι συχνότητες (Frequencies), ο δείκτης αξιοπιστίας Cronbach’s a, καθώς επίσης και το μοντέλο Interval Regression.Αρχικά από τις στάσεις και τις απόψεις των δύο ομάδων αναφοράς (πολίτες - κυνηγοί), διαπιστώθηκε ότι υπήρχε σημαντική ταύτιση απόψεων αναφορικά με τις αρχές της αειφορίας και της αειφορικής ανάπτυξης, οι οποίες διαπιστώθηκαν μέσω της υιοθέτησης κοινών καλών πρακτικών για την προστασία του περιβάλλοντος στην καθημερινή ζωή των ερωτώμενων. Αναφορικά με τις επικοινωνιακές στρατηγικές των Κυνηγετικών Οργανώσεων, εντοπίστηκε ένα βαθύ επικοινωνιακό κενό, καθώς το πολυεπίπεδο περιβαλλοντικό και φιλοθηραματικό τους έργο παρέμενε σε μεγάλο βαθμό άγνωστο στο ευρύ κοινό. Επιπλέον, παρόλο που οι κυνηγοί εξέφρασαν σε υψηλά ποσοστά (σχεδόν καθολικά) απόλυτη εμπιστοσύνη προς τις Κυνηγετικές Οργανώσεις και το ρόλο που είχαν αυτές ως εγγυήτριες της ορθής διεξαγωγής της θήρας και της τήρησης της νομοθεσίας, επισημάνθηκε η ανάγκη αναθεώρησης και εκσυγχρονισμού των επικοινωνιακών τους στρατηγικών, οι οποίες αξιολογήθηκαν από την πλειοψηφία των κυνηγών ως στάσιμες και εσωστρεφείς. Σχετικά με το θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο, διαπιστώθηκε ότι το Ν.Δ. 86/1969 χρήζει αναθεώρησης και εκσυγχρονισμού, δίνοντας έμφαση στη θέσπιση πιστοποιημένης και διαρκούς εκπαίδευσης τόσο των νέων, όσο και των παλαιών κυνηγών, καθώς επίσης θα πρέπει να υπάρξει αυστηροποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών οι οποίοι θα πρέπει να εναρμονίζονται πλήρως με τη σύγχρονη περιβαλλοντική Ευρωπαϊκή νομοθεσία. Επιπρόσθετα, διαπιστώθηκε μια τάση αποστασιοποίησης των πολιτών τόσο από τις περιβαλλοντικές ΜΚΟ, όσο και από τις εθελοντικές περιβαλλοντικές δράσεις που πραγματοποιούσαν αυτές. Παράλληλα, η στάση τους απέναντι στους κυνηγούς χαρακτηρίστηκε ως ουδέτερη, ενώ υπήρξε και κάποιο ποσοστό επιφυλακτικότητας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη βιωματική και ηθική διάσταση της δραστηριότητας. Αναφορικά με τη φιλοζωική συμπεριφορά των κυνηγών, υπήρξαν από τους πολίτες θετικές απόψεις ως προς τους ανωτέρω και τον τρόπο που συμπεριφέρονταν στα σκυλιά - βοηθούς τους (κυνηγόσκυλα), ώστε οι δράσεις τους αναδείχθηκαν από την πλειοψηφία των πολιτών, ως δείγμα εξαιρετικής φιλοζωικής συμπεριφοράς. Συνεχίζοντας και αναφορικά με τις φάρμες εκτροφής άγριων ζώων για παραγωγή κρέατος, υπήρξε μια σαφής αντίθεση ανάμεσα στις δύο ομάδες αναφοράς: ενώ οι πολίτες σε υψηλά ποσοστά σύμφωνης γνώμης εξέφρασαν την επιθυμία για πρόσβαση σε κρέας προερχόμενο από τις φάρμες εκτροφής, οι κυνηγοί τα απέρριψαν σχεδόν καθολικά, υποστηρίζοντας το ελεύθερο παραδοσιακό κυνήγι και όχι την εμπορευματοποίησή του. Αναφορικά με την Προθυμία Πληρωμής, από την έρευνα διαπιστώθηκε μια σαφής διαφοροποίηση μεταξύ των δύο ομάδων αναφοράς. Αρχικά υπήρξε η στατιστικά επιβεβαιωμένη ανελαστικότητα ως προς το εισόδημα Προθυμία Πληρωμής των κυνηγών. Η παραπάνω εκφράστηκε σχεδόν από το σύνολο των κυνηγών και των δύο νομών και παρέμεινε σταθερή παρά τις όποιες αλλαγές στα ατομικά και εισοδηματικά τους χαρακτηριστικά. Αντίθετα, η προθυμία πληρωμής των πολιτών ήταν ελαστική ως προς το εισόδημα και είχε άμεση εξάρτηση από τα ατομικά τους χαρακτηριστικά. Ο φορέας υλοποίησης των περιβαλλοντικών δράσεων βελτίωσης των βιοτόπων άγριας πανίδας που εμπιστευόταν η πλειοψηφία των πολιτών ήταν η Πολιτεία (Υπουργείο Περιβάλλοντος, Δασαρχεία κτλ). Αντίθετα, στην ομάδα των κυνηγών ήταν με σχεδόν καθολικά ποσοστά αποδοχής οι Κυνηγετικοί Σύλλογοι και δευτερευόντως η Πολιτεία. Επιπλέον, υπήρξε μία στάση δυσπιστίας, αποστασιοποίησης και επιφυλακτικότητας και από τις δύο ομάδες αναφοράς ως προς τις περιβαλλοντικές ΜΚΟ, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν με σκεπτικισμό ως προς τα κίνητρα, τη διαφάνεια και τον θεσμικό τους ρόλο. Εν κατακλείδι, το κύριο συμπέρασμα που διαπιστώθηκε από την επεξεργασία των στάσεων και των απόψεων των πολιτών και των κυνηγών των νομών Έβρου και Ροδόπης, ήταν ότι επί της ουσίας η βιωσιμότητα της κυνηγετικής δραστηριότητας στον 21ο αιώνα εξαρτιόταν άμεσα από τον ριζικό επανασχεδιασμό και εκσυγχρονισμό των επικοινωνιακών στρατηγικών που χρησιμοποιούνταν έως και σήμερα από τις Κυνηγετικές Οργανώσεις. Προτείνεται η μετάβαση από ένα εσωστρεφές επικοινωνιακό μοντέλο (σημερινό), σε ένα μοντέλο εξωστρεφούς επικοινωνιακής στρατηγικής (μελλοντικό), το οποίο θα εστιάζει στην ανάδειξη του επιστημονικού, φιλοθηραματικού και φιλοπεριβαλλοντικού έργου των Κυνηγετικών Οργανώσεων μέσω σύγχρονων ψηφιακών μέσων και τοπικών κοινωνικών δράσεων. Η στρατηγική αυτή σαν στόχο θα έχει την απόκτηση μιας νέας σύγχρονης «κοινωνικής άδειας λειτουργίας» (Social License to Operate), η οποία θα βασίζεται στην αποδοχή της κυνηγετικής δραστηριότητας (θήρα) από τους πολίτες και στην καθιέρωση του κυνηγού ως υπεύθυνου διαχειριστή του φυσικού κεφαλαίου, μέσα από ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που θα εγγυάται τη διαφάνεια, τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση και την αειφορία του φυσικού κεφαλαίου.</description>
    <dc:date>2026-06-01T00:00:00Z</dc:date>
  </item>
</rdf:RDF>

